|
ΕΛΛΗΝΙΚΟ
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ ΤΟΥ ΕΛΣΙΝΚΙ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ
ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ
Τ.Θ. 60820, 15304 Γλυκά Νερά,
Tηλ. 347.22.59; Fax: 601.87.60;
e-mail: office@greekhelsinki.gr
ιστοσελίδα: http://www.greekhelsinki.gr/
ΦΥΛΕΤΙΚΕΣ
ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΒΙΑ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΡΟΜΑ
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Δήλωση
ενώπιον της Επιτροπής των Ηνωμένων
Εθνών
για
την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων
(CERD), κατά την 57η Σύνοδό της
(Θεματική
Συζήτηση για τους Ρομά, 15 Αυγούστου 2000)
15
Αυγούστου 2000
Όταν
η κυβέρνηση του Πρωθυπουργού Κώστα
Σημίτη ανήλθε στην εξουσία τον
Ιανουάριο του 1996, δημιούργησε πολλές
ελπίδες ότι η Ελλάδα επιτέλους θα
ακολουθήσει πορεία εκσυγχρονισμού, η
οποία θα συμπεριλαμβάνει τον πλήρη
σεβασμό των ανθρώπινων και
μειονοτικών δικαιωμάτων. Δόθηκε
μάλιστα στον κ. Σημίτη ευθύς αμέσως, το
Φεβρουάριο του 1996, η ευκαιρία να
δικαιώσει αυτές τις προσδοκίες. Μία
αστυνομική επιδρομή σε εξαθλιωμένο
καταυλισμό Ρομά στον Ασπρόπυργο, η
οποία μεταδόθηκε ζωντανά από την
τηλεόραση και περιλάμβανε χρήση
υπερβολικής βίας από τους
αστυνομικούς, τον έκανε να διατάξει
την επιβολή βαριών κυρώσεων στους
δράστες και την καταβολή αποζημιώσεων
στα θύματα. Ένα χρόνο αργότερα, το
Φεβρουάριο του 1997, στο λόγο του κατά
την έναρξη της εκστρατείας της ΕΕ κατά
του ρατσισμού, ανέφερε εκείνη την
αστυνομική επιχείρηση ως παράδειγμα
ρατσισμού στην Ελλάδα. Στο μεταξύ, με
οδηγίες του, τρεις υπουργοί
εγκαινίασαν τον Ιούλιο του 1996 ένα
φιλόδοξο «Πλαίσιο Πολιτικής»
τριών δισεκατομμυρίων δραχμών με
ορίζοντα έως το τέλος του 1997. Σε αυτό
συμπεριλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, η «άμεση,
εντός του 1996» κατασκευή πέντε
προσωρινών, αλλά επαρκώς εξοπλισμένων
καταυλισμών (σε Μενεμένη, Μεσσήνη,
Θήβα, Καρδίτσα και Ρόδο) και η
μετεγκατάσταση δύο άλλων κοινοτήτων
στο Αντίρριο και τις Σέρρες.
Δυστυχώς,
η υλοποίηση αυτής της πολιτικής, για
την καταπολέμηση του θεσμοθετημένου
ρατσισμού και την παροχή αξιοπρεπών
συνθηκών διαβίωσης στους Ρομά,
απέτυχε οικτρά. Ο «Απολογισμός Εργου
1996-2000» της ίδιας της κυβέρνησης
αναφέρει ότι οι καταυλισμοί και
μετεγκαταστάσεις που προαναφέρθηκαν
βρίσκονται ακόμη στη φάση της
υλοποίησης. Επιπλέον, όχι μόνο δεν
έλαβε οποιαδήποτε αποζημίωση για τις
ζημιές του 1996 καμία οικογένεια Ρομάνι
του Ασπροπύργου, αλλά επιπλέον ο
κυβερνητικός «Απολογισμός» δεν
αναφέρει καν οποιαδήποτε σχέδια για
την παροχή αξιοπρεπών συνθηκών
διαβίωσης σε αυτήν την κοινότητα. Έτσι,
οι τοπικές αρχές ερμήνευσαν αυτή τη
σιωπή ως πράσινο φως για το «σχέδιο
διαίρει και εκκαθάριζε» που
εφαρμόζουν από το 1997. Στους λίγους
Ρομά των καταυλισμών Ασπροπύργου –
Άνω Λιοσίων που είναι
πολιτογραφημένοι σε αυτούς τους
δήμους έχουν προσφερθεί χρήματα ή
υποτιθέμενες καλύτερες συνθήκες για
να μετακινηθούν, ενώ στη συντριπτική
τους πλειονότητα οι υπόλοιποι Ρομά,
που είχαν μεταναστεύσει από την
υπόλοιπη χώρα, έχουν εκδιωχθεί άγρια
και παράνομα με συνοπτικές
διαδικασίες. Από το 1997 έχουν
πραγματοποιηθεί τέσσερις τέτοιες
εκδιώξεις. Η πλέον πρόσφατη βρίσκεται
σε εξέλιξη αυτό το καλοκαίρι. Όλες οι
προσπάθειες να αποτραπούν αυτές οι
εκδιώξεις –καθώς και άλλες παρόμοιες
στην Πρωτεύουσα - ή να βρεθούν
εναλλακτικές τοποθεσίες για να
στεγαστούν αυτοί οι Ρομά έχουν
αποτύχει, καθώς οι τοπικές αρχές
ισχυρίζονται ότι θέλουν τη γη στην
οποία είναι εγκατεστημένοι ή μπορούν
να εγκατασταθούν οι Ρομά για να
κατασκευάσουν αθλητικές
εγκαταστάσεις για τους Ολυμπιακούς
Αγώνες της Αθήνας του 2004. Η διεθνής
κοινότητα, περιλαμβανομένης της
Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, θα
ανεχτεί μία εκκαθαρισμένη,
απαλλαγμένη από Ρομά Μητροπολιτική
Αθήνα ως τόπο φιλοξενίας αυτών των
Ολυμπιακών Αγώνων;
Η
Εκτελεστική Διευθύντρια του
Ευρωπαϊκού Κέντρου Δικαιωμάτων των
Ρομά, Dimitrina Petrova, μετά την επιτόπια
αποστολή της στην Ελλάδα, δήλωσε στο Γαλλικό
Πρακτορείο Ειδήσεων (12 Μαΐου 1998) ότι:
«‘Οι
Ρομά ούτε έχουν τη μεταχείριση
ανθρώπων, ούτε ζουν ως άνθρωποι,
υπάρχουν έξω από την κοινωνία. Η
κατάστασή τους είναι εντελώς
απαράδεκτη.’ Η εκπαίδευση για τους
Ελληνες [Ρομά], από τους οποίους ένα 80%
είναι αγράμματοι σύμφωνα με τοπικές
ΜΚΟ, αποτελεί την αιτία πολλών
προβλημάτων τους, παρατήρησε η Petrova. ‘Σε
αυτό τον τομέα, η Ελλάδα είναι η
χειρότερη χώρα στην Ανατολική και
Κεντρική Ευρώπη’ δήλωσε. Η Petrova
χαρακτήρισε ‘εκπληκτική’ τη φτώχεια
στην οποία πολλοί [Ρομά] ζουν και το
επίπεδο αστυνομικής βίας που
υφίστανται. ‘Σε μερικές περιοχές,
φαίνεται αν αποτελεί καθημερινότητα η
κακομεταχείριση και βιαιοπραγία κατά
των [Ρομά] που συλλαμβάνονται’ η Petrova
είπε, προσθέτοντας ότι αυτά τα
επεισόδια ποτέ δεν ερευνήθηκαν από
τις αρχές.»
Ο
Αντιπρόεδρος των «Γιατρών του
Κόσμου – Ελλάδας» Γιάννης
Μπουκοβίνας μίλησε (στον κρατικό
τηλεοπτικό σταθμό ΕΤ-3 στις 24
Οκτωβρίου 1998) για το μεγαλύτερο
καταυλισμό Ρομά στην περιοχή
Θεσσαλονίκης, κοντά στον Γαλλικό
Ποταμό: «Είναι χειρότερος από τους
καταυλισμούς προσφύγων που έχω
επισκεφθεί με την οργάνωσή μας στην
κατεχόμενη Παλαιστίνη η στο
πολεμοδαρμένο Ιράκ.»
Ο
κυβερνητικός «Απολογισμός» αναφέρει
πράγματι αυτήν την κοινότητα του
Γαλλικού Ποταμού. Ισχυριζόταν (όταν
κατατέθηκε στη Βουλή, σε απάντηση
ερώτησης της βουλευτού Μαρίας
Δαμανάκη, το Φεβρουάριο 2000) ότι
ολοκληρωνόταν η μετεγκατάστασή της σε
πλήρως εξοπλισμένο οικισμό, στου
Γκόνου. Ομως, το Σεπτέμβριο 1998, η
κυβέρνηση, απαντώντας σε άλλη
κοινοβουλευτική ερώτηση της
βουλευτού Στέλλας Αλφιέρη, είχε ήδη
υποσχεθεί ότι η εκκαθάριση του πρώην
στρατοπέδου Γκόνου από νάρκες θα είχε
τελειώσει μέχρι το Νοέμβριο 1998, κάτι
που σήμαινε ότι η υποδομή θα ήταν
έτοιμη μέχρι το Φεβρουάριο 1999. Ενώ,
όταν ερωτήθηκε από τον Ύπατο Αρμοστή
του ΟΑΣΕ για τις Εθνικές Μειονότητες (ΥΑΕΜ)
το Μάιο 1999, η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί
ότι η μετεγκατάσταση θα είχε
ολοκληρωθεί μέχρι το Σεπτέμβριο 1999 (ΟΑΣΕ
ΥΑΕΜ «Εκθεση για την Κατάσταση των
Ρομά και Σίντι στην Περιοχή του ΟΑΣΕ»,
Απρίλιος 2000, σ. 115). Πριν τις εκλογές του
Απριλίου 2000, οι εργασίες προσωρινά
επιταχύνθηκαν για να μπορούν οι
τοπικοί πολιτικοί – όπως ο Υπουργός
Άμυνας Άκης Τσοχατζόπουλος – να
καυχηθούν μπροστά στις τηλεοπτικές
κάμερες ότι επίκειται η ολοκλήρωση,
έτσι ώστε να καταφέρουν να
συγκεντρώσουν ψήφους. Σήμερα, στα μέσα
Αυγούστου 2000, οι εργασίες βρίσκονται
ακόμα σε εξέλιξη: η κυβέρνηση είχε στο
μεταξύ ανακοινώσει ως καταληκτική
προθεσμία την 30η Ιουλίου 2000 (Μακεδονικό
Πρακτορείο Ειδήσεων, 19/7/2000), που ούτε
και αυτή τηρήθηκε. Αν δεν ήταν η
συνεχής πίεση του τοπικού DROM και άλλων
εθνικών ΜΚΟ (που είχαν μάλιστα μηνύσει
το κράτος για αμέλεια το 1997), το
πρόγραμμα Γκόνου (που δεν
περιλαμβανόταν στο αρχικό Πλαίσιο
Πολιτικής του 1996) δεν θα είχε καν
υπάρξει ή θα είχε εγκαταλειφθεί, όπως
αναγνωρίζει σιωπηρά ακόμα και ο ΟΑΣΕ
ΥΑΕΜ (ό.π., σ. 115).
Η
ελληνική κυβέρνηση απέδειξε πέρα από
κάθε αμφιβολία ότι στερείται της
πολιτικής βούλησης να στεγάσει τους
πλέον εξαθλιωμένους Ρομά της Ευρώπης
όταν κινητοποίησε το διοικητικό
μηχανισμό το Σεπτέμβριο 1999 για τα
θύματα του σεισμού των Αθηνών.
Βρέθηκαν ακαριαία ελεύθεροι χώροι για
να εγκατασταθεί προσωρινή στέγη για
ένα σεισμόπληκτο πληθυσμό μεγαλύτερο
από το συνολικό αριθμό των
εξαθλιωμένων Ρομά στην Ελλάδα. Τα έργα
υποδομής ολοκληρώθηκαν σχεδόν σε μια
νύχτα και διατέθηκαν λυόμενα σπίτια
σε όλα τα άστεγα θύματα. Είναι
ειρωνικό το γεγονός ότι βρέθηκαν
άφθονες εκτάσεις για τα θύματα του
σεισμού σε δήμους κοντά στην Αθήνα,
όπως τα Άνω Λιόσια και ο Ασπρόπυργος,
όπου η έλλειψη γης ήταν η κύρια
δικαιολογία για την αδυναμία
μετεγκατάστασης των Ρομά που ζουν
εκεί.
Την
αποκαρδιωτική πραγματικότητα της
Ελλάδας περιέγραψε δεόντως ο ΟΑΣΕ
ΥΑΕΜ:
«η
εμπειρία των οικισμών Ρομά στην
Ελλάδα υπογραμμίζει ένα πρόβλημα που
χαρακτηρίζει πολλές χώρες: η
αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε
πολιτικής σχετικής με τους Ρομά
προϋποθέτει τη συνεργασία πολλαπλών
επιπέδων της κυβέρνησης. Όμως η ευθύνη
για την ανεπαρκή εφαρμογή πολιτικής
δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά
στις τοπικές αρχές. Σε ορισμένες χώρες
οι οποίες έχουν αναλάβει πρωτοβουλίες
να αναπτύξουν συνολικές πολιτικές για
τους Ρομά, οι κρατικοί λειτουργοί που
διορίζονται για να υλοποιήσουν αυτές
τις πολιτικές ενεργούν χωρίς την
αναγκαία υποστήριξη από τα ανώτατα
επίπεδα της κυβέρνησης. Για να είναι
αποτελεσματικοί, οι κρατικοί
λειτουργοί χρειάζονται την
υποστήριξη τόσο της κεντρικής ηγεσίας
της χώρας όσο και των τοπικών
αξιωματούχων» (ό.π.,
σ. 116-117).
Και
όχι μόνο αυτών, θα μπορούσε να
προσθέσει κανείς. Ακόμα και ο Πρύτανης
του Πανεπιστημίου Πατρών, Καθηγητής Σ.
Αλαχιώτης, (σε συνάντηση με το ΕΠΣΕ,
την ΟΔΜ και το Γραφείο Ποιότητας Ζωής
του Γραφείου του Πρωθυπουργού, την 1η
Δεκεμβρίου 1999, για να συζητηθούν
τρόποι να βοηθηθούν οι Ρομά που έχουν
καταλάβει εκτάσεις που ανήκουν στο
πανεπιστήμιο ή που γειτονεύουν με γη
του πανεπιστημίου) δηλώνει, χωρίς να
προσφέρει ούτε ίχνος αποδεικτικών
στοιχείων όταν προκλήθηκε, ότι:
«Οι
Τσιγγάνοι γνωρίζουν ότι έχουν και
κάποια δικαιώματα και το παίζουν
παλαβοί. (...) Κλέβουνε συνέχεια, έχουνε
συλληφθεί άτομα (…). Το Πανεπιστήμιο
είναι χώρος διεθνής. Τι είδους
ευαισθησία μπορεί να έχει απέναντι σε
ανθρώπους που καταλαμβάνουν χώρο και
γινόμαστε διεθνώς ρεζίλι
εμφανίζοντας κατσίκες στα αμφιθέατρα.
(…) Το Πανεπιστήμιο θέλουμε να το
θωρακίσουμε. Είναι ένας διεθνής χώρος,
μια βιτρίνα. Δεν μπορεί να περνάει
κανείς με το αυτοκίνητό του και να το
πετροβολάει ο Γύφτος, ο Τσιγγάνος».
Όταν,
μετά από μακρόχρονη εκστρατεία των
ΜΚΟ και –γεγονός πρωτοφανές για την
Ελλάδα– των τοπικών ΜΜΕ, ο δήμαρχος
Πατρών τελικά ανέλαβε τον Ιούλιο 2000
τις ευθύνες του για την κοινότητα των
Ρομά του Ριγανόκαμπου (έκταση που
ανήκει στο πανεπιστήμιο αλλά
βρίσκεται μακριά από τις
πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις) και
αποφάσισε να τους προσφέρει
τρεχούμενο νερό ως ένα πρώτο βήμα, ο
Πρύτανης αντιτάχθηκε στο μέτρο.
Προέβαλε το επιχείρημα ότι αυτό
μπορεί να αποτελέσει αρχή
νομιμοποίησης της παρουσίας των Ρομά
στην περιοχή. Έτσι οι βρύσες
τοποθετήθηκαν κατά μήκος του
παρακείμενου δρόμου… Ο κυβερνητικός
«Απολογισμός» δεν έχει καμία πρόβλεψη
για αυτόν τον καταυλισμό.
Η
ελληνική κυβέρνηση φάνηκε πρόσφατα να
ενθαρρύνει ρητές αποφάσεις δημοτικών
συμβουλίων που χαρακτηρίζουν όλους
τους Ρομά ως εγκληματίες και ζητούν
την εκδίωξή τους, απαγορεύοντας
μάλιστα –σε μία περίπτωση– ακόμα και
την παρουσία τους εντός των ορίων της
πόλης. Τέτοιες ομόφωνες αποφάσεις
έλαβαν το Μάιο και τον Ιούνιο 2000 τα
δημοτικά συμβούλια των δήμων Νέας
Κίου, Νέας Τίρυνθας και Μιδέας (όλοι
βρίσκονται στην Αργολίδα): στη Νέα
Τίρυνθα, μάλιστα, την εκδίωξη είχε
ζητήσει επίσης το Υπουργείο
Δικαιοσύνης… Οι αποφάσεις συνέβαλαν
στη δημιουργία εκρηκτικού κλίματος
στην περιοχή, το οποίο οδήγησε, μεταξύ
άλλων, τον Ιούνιο 2000, στον εμπρησμό
ενός παραπήγματος Ρομά, στον
τραυματισμό με πυροβόλο όπλο ενός
νεαρού Ρομ, στον προπηλακισμό ενός
δημοσιογράφου και στην απαγόρευση της
εισόδου μιας αντιρατσιστικής ομάδας
στη Νέα Κίο. Όταν του ζητήθηκε να
καταδικάσει αυτές τις απροκάλυπτα
ρατσιστικές και εκκαθαριστικές
ενέργειες, ο Κυβερνητικός
Εκπρόσωπος Υπουργός Δημήτρης Ρέππας
απέρριψε αυτού του είδους τις
αιτιάσεις και περιέγραψε αυτές τις
ενέργειες ως «προσωπικές διενέξεις,
περιστατικά ‘βεντέτας’ που ξεσπούν
συχνά σε ορισμένες περιοχές» (Ενημέρωση
του Τύπου, 28 Ιουνίου 2000).
Ο
Συνηγόρος του Πολίτη έχει
προειδοποιήσει επανειλημμένα για τον
παράνομο και μερικές φορές ρατσιστικό
χαρακτήρα των αποφάσεων ή ενεργειών
εκδίωξης, και των «σαρωτικών»
αστυνομικών επιδρομών σε οικισμούς
Ρομά για την ανεύρεση πιθανών υπόπτων
κακοποιών, συνήθως χωρίς την παρουσία
Εισαγγελέα. Στην επιστολή του της 1ης
Ιουνίου 2000 προς το Δήμαρχο Νέας Κίου
και το Δημοτικό Συμβούλιο, αποκαλούσε
τμήματα του κειμένου της απόφασης
εκδίωξης ως «χαρακτηριστικές
εκδηλώσεις μισαλλόδοξου λόγου και –κυρίως-
προτροπή άλλων –και συγκεκριμένα των
δημοτών σας- σε φυλετικές διακρίσεις
και πράξεις φυλετικού μίσους.»
Υπενθύμιζε επίσης σε αυτές τις αρχές
ότι η απόφασή τους, περιλαμβανομένης
της σύστασης ομάδας περιφρούρησης,
οδηγούσε σε ενέργειες κολάσιμες βάσει
των άρθρων 1, 2 και 3 του
αντιρατσιστικού νόμου 927/1979 της
προτροπής σε φυλετικές διακρίσεις και
μίσος, της σύστασης ομάδων και
οργανώσεων προπαγάνδας ή ενεργειών
που στοχεύουν σε φυλετικές διακρίσεις,
και της άρνησης εξυπηρέτησης ατόμων
με φυλετικά κριτήρια.
Επιπλέον,
σε επιστολή προς την Αστυνομία
Θεσσαλονίκης (11 Αυγούστου 2000),
επισήμαινες ότι τα καταλύματα των
Ρομά καλύπτονται ως κατοικίες από το
άρθρο 9 του Συντάγματος. «Τυχόν
αντίθετη άποψη θα διαφοροποιούσε κατά
τρόπο απροκάλυπτα ρατσιστικό –και
καταφανώς αντισυνταγματικό- τα
ενδιαιτήματα των ομάδων αυτών του
ελληνικού πληθυσμού λόγω του
νομαδικού τρόπου διαβίωσής τους.».
Παρότρυνε επίσης να «αποφεύγεται η
δημιουργία στερεοτύπων ‘συνήθως
υπόπτων’ σε βάρος φυλετικών
μειονοτήτων όπως οι Ρομά» και
αποκαλούσε τη σαρωτική αστυνομική
επιδρομή στην κοινότητα Ρομά του
Γαλλικού ποταμού, στις 6 Ιουλίου 2000,
πιθανή «ένδειξη μιας στερεότυπης
αντίληψης για σύνδεση των Ρομά με
σοβαρά ποινικά αδικήματα.» Ενώ σε «κατεπείγουσα»
επιστολή της 25ης Ιουλίου 2000 προς το
Δήμαρχο και το Δημοτικό Συμβούλιο
Ασπροπύργου τους υπενθύμιζε ότι οι
εκδιώξεις από δημοτικές εκτάσεις
απαιτούσαν την έκδοση «πρωτοκόλλων
διοικητικής αποβολής» από τις
δημοτικές αρχές μετά από απόφαση του
δημοτικού συμβουλίου, τα οποία πρέπει
πρώτα να επιδοθούν στους καταληψίες.
Ζητούσε άμεση πληροφόρηση για το κατά
πόσον ο αστυνομικός «καθαρισμός» των
οικισμών Ρομά –στην πραγματικότητα η
«εκκαθάρισή» τους περιλάμβανε την
κατεδάφιση παραπηγμάτων Ρομά– είχε
καλυφθεί με τέτοια έγγραφα. Αν δεν
είχε καλυφθεί, τότε η αστυνομική και
δημοτική επιχείρηση παραβίαζε τα
άρθρα 241 (παραβίαση οικιακού ασύλου)
και 331 (αυτοδικία) του ελληνικού
Ποινικού Κώδικα.
Ο
Συνήγορος του Πολίτη πιθανότατα θα
αγνοηθεί για μια ακόμα φορά. Κανείς
εισαγγελέας δεν θα ερευνήσει σοβαρά
αυτές τις υποθέσεις, ακόμα και όταν
ασκηθεί δίωξη, αν κρίνουμε από την
πρόσφατη πρακτική. Ούτε και θα
διεξαχθεί εσωτερική έρευνα. Όπως
έγραφε ο Συνήγορος του Πολίτη στην «Ετήσια
Έκθεση 1999»:
«Ειδικά
σε ό,τι αφορά τις προσβολές των
δικαιωμάτων του ανθρώπου από τη
δημόσια διοίκηση, η συνολική
αντίληψη που προκύπτει από την
επεξεργασία των αναφορών του έτους
1999, μπορεί να κωδικοποιηθεί στο
τετράπτυχο: αυθαιρεσία - αδιαφορία -
μεροληψία - ατιμωρησία , το οποίο
μάλιστα αναπτύσσει τις ακραίες
συνέπειές του, όταν εφαρμόζεται σε
βάρος ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.
Συχνά η δημόσια διοίκηση επικαλείται
αυθαίρετα το δημόσιο συμφέρον,
προκειμένου να επιβάλει
περιορισμούς σε ατομικά δικαιώματα ή
αδρανεί παράνομα, όταν ανακύπτει η
συνταγματική της υποχρέωση να
προστατεύσει τα ανθρώπινα
δικαιώματα. Τα φαινόμενα αυτά δεν θα
εκλείψουν, όσο αδρανούν οι κυρωτικοί
μηχανισμοί που η ίδια η διοίκηση
διαθέτει (σ. 18). (…) Αναπαράγοντας τα
πιο καθυστερημένα αντανακλαστικά
της κοινωνίας μας η διοίκηση συχνά
δείχνει το χειρότερο πρόσωπό της
όταν καλείται να συναλλαγεί με τα
μέλη μειονοτικών ομάδων του
πληθυσμού (σ. 70). Η παθολογία των
δικαιωμάτων του ανθρώπου στη χώρα
μας είναι πρωτίστως πρόβλημα
εφαρμογής των κειμένων
συνταγματικών και νομοθετικών
διατάξεων και δεν οφείλεται σε
ελλείψεις της νομοθεσίας (σ. 69).
Αποτελεί πλέον κοινή πεποίθηση ότι
στη δημόσια διοίκηση τείνει να
επικρατήσει μια αίσθηση ατιμωρησίας,
που σε ορισμένους τομείς ευνοεί την
περιστασιακή παρανομία, σε άλλους
όμως έχει παγιώσει καθεστώς
γενικευμένης ανομίας και διαφθοράς (σ.70).»
Τέλος,
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του
Ρατσισμού και της Μισαλοδοξίας (ECRI)
του Συμβουλίου της Ευρώπης, στη «Δεύτερη
Έκθεση για την Ελλάδα» –που δόθηκε
στη δημοσιότητα στις 27 Ιουνίου 2000–
καταλήγει σε παρόμοια συμπεράσματα με
τον ΟΑΣΕ ΥΑΕΜ και το Συνήγορο του
Πολίτη, και προσθέτει:
«Υπάρχουν
συνεχείς αναφορές σύμφωνα με τις
οποίες Ρόμα/Τσιγγάνοι, Αλβανοί και
άλλοι μετανάστες υπήρξαν
επανειλημμένως θύματα παράνομης
συμπεριφοράς εκ μέρους της ελληνικής
αστυνομίας. Οι Ρόμα/Τσιγγάνοι,
ιδιαίτερα, φέρονται συχνά ως θύματα
υπερβολικής χρήσης βίας -με μοιραίες
κάποιες φορές συνέπειες-,
κακομεταχείρισης και υβριστικής
συμπεριφοράς από την αστυνομία. Οι
επιλεκτικοί αστυνομικοί έλεγχοι σε
βάρος των μελών αυτών των ομάδων είναι
σύνηθες φαινόμενο. Φαίνεται ότι στις
περισσότερες περιπτώσεις οι
υποθέσεις αυτές αποτελούν
αντικείμενο επιφανειακής έρευνας της
όποιας τα αποτελέσματα στερούνται
διαφάνειας. Η πλειοψηφία αυτών των
συμβάντων δεν συνοδεύονται από
κατάθεση μήνυσης εκ μέρους του
θύματος. Συμβαίνει όμως, ακόμα και
όταν το θύμα προσφεύγει στη
δικαιοσύνη, να δεχτεί πιέσεις με σκοπό
να παραιτηθεί της έγκλησης. Η ECRI δίνει
έμφαση στο γεγονός ότι υπάρχει
επιτακτική ανάγκη βελτίωσης της
αντιμετώπισης από τους εσωτερικούς ή
εξωτερικούς μηχανισμούς ελέγχου των
κατηγοριών για την πρακτική της
αστυνομίας απέναντι στα μέλη των
μειονοτικών ομάδων.» (σ.
13).
Στη
λεπτομερή μας έκθεση που υποβάλαμε
στη CERD του ΟΗΕ (ΕΠΣΕ & ΟΔΜ «Φυλετικές
Διακρίσεις και Βία σε βάρος των Ρομά
στην Ελλάδα», 31 Ιουλίου 2000), υπάρχουν
πολλά τέτοια παραδείγματα αμέλειας
από τις δικαστικές και πειθαρχικές
αρχές. Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου
υπήρξαν αναμφισβήτητα και
ενοχοποιητικά στοιχεία βασανισμού (υπόθεση
Μπέκου και Κοτρόπουλου) ή φόνου (υπόθεση
Τζελάλ) Ρομά στα χέρια της
αστυνομίας, που είχαν αρχικά οδηγήσει
στην απαγγελία σοβαρών κατηγοριών εις
βάρος αστυνομικών. Η έκθεση προσφέρει
επίσης άφθονα τεκμήρια για την
αδυναμία εφαρμογής του φιλόδοξου
Πλαισίου Πολιτικής που αναφέρεται εδώ,
καθώς και σύντομες αναφορές στα
σοβαρά προβλήματα υγείας των σκηνιτών
Ρομά και στο αφομοιωτικό εκπαιδευτικό
πρόγραμμα της ελληνικής κυβέρνησης,
το οποίο δεν δείχνει κανέναν σεβασμό
στη γλώσσα και τον πολιτισμό των Ρομά.
Θα
συμφωνήσουμε με το Συνήγορο του
Πολίτη ότι, για να σταματήσει η Ελλάδα
να παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα
των Ρομά (καθώς και άλλων μειονοτήτων
και μεταναστών), και να πάψει να
παραβαίνει τα Άρθρα 2 έως 7 του
Διεθνούς Συμφώνου για την Εξάλειψη
των Φυλετικών Διακρίσεων (ICERD) του ΟΗΕ,
ένα πράγμα χρειάζεται. Όπως έγραφε
ένας σατιρικός αρθρογράφος των αρχών
του 20ου αιώνα, ένας νέος νόμος με ένα
άρθρο μιας προτάσεως: «Διατάζουμε
όλοι οι υπάρχοντες νόμοι» –και οι
διεθνείς συμβάσεις, θα προσθέταμε– «να
τηρούνται αυστηρά και χωρίς παράλειψη».
Οι
ΜΚΟ μας έχουν επίσης παραγάγει
εκτενείς εκθέσεις για τους Ρομά στην
Αλβανία, τη Βουλγαρία και τη Μακεδονία.
Πιθανότατα και άλλοι θα αναφερθούν
σήμερα στα προβλήματα των εκεί Ρομά.
Αν και σε ορισμένες περιπτώσεις
υπάρχει ανάγκη νομικής μεταρύθμισης
σε αυτές τις χώρες που βρίσκονται σε
μεταβατική περίοδο, τα περισσότερα
προβλήματα των Ρομά αντανακλούν και
εκεί την έλλειψη πολιτικής βούλησης
να εφαρμοσθούν οι ήδη υπάρχοντες
νόμοι, κανονισμοί και προγράμματα,
καθώς και να καταπολεμηθούν ενεργά
και συστηματικά οι ευρύτατα
διαδεδομένες προκαταλήψεις σε βάρος
των Ρομά. Σε όλες τις χώρες του ΟΗΕ θα
πρέπει να δοθούν κίνητρα για να
συνειδητοποιήσουν ότι ένα μείζον
μέτρο σύγκρισης με το οποίο θα κριθούν
οι δημοκρατίες τους πρέπει να είναι ο
σεβασμός των δικαιωμάτων της πλέον
ευάλωτης μειονότητας, που είναι
συνήθως οι Ρομά. Τότε, και μόνο τότε, θα
έχουν οι Ρομά την πιθανότητα να τύχουν
ίσης μεταχείρισης ενώπιον του νόμου.
Εκθέσεις
(και συναφές υλικό) για τους Ρομά στην
Αλβανία, τη Βουλγαρία, την Ελλάδα και
τη Μακεδονία είναι διαθέσιμο στο
Διαδίκτυο, στη διεύθυνση:
http://www.greekhelsinki.gr/special-issues-roma.html
|