|
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ
ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ (HUMAN RIGHTS WATCH)
ΕΤΗΣΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ
ΕΚΘΕΣΗ
ΕΛΛΑΔΑ
(Τη μετάφραση
επιμελήθηκε το Ελληνικό Παρατηρητήριο των
Συμφωνιών του Ελσίνκι που συνεργάζεται με
το αμερικανικό Παρατηρητήριο Ανθρώπινων
Δικαιωμάτων)
10 Δεκεμβρίου 1999
Οι εξελίξεις στον τομέα των
ανθρώπινων δικαιωμάτων
Το έτος 1999, το χαρακτηριστικό
που κυριάρχησε στον τομέα των ανθρώπινων
δικαιωμάτων στην Ελλάδα ήταν η συνεχιζόμενη
αδυναμία αναγνώρισης εθνικών μειονοτήτων. Οι
συνεχείς διακρίσεις σε βάρος των θρησκευτικών
μειονοτήτων και των Ρομά υπονόμευσαν τη
δεδηλωμένη δέσμευση της κυβέρνησης για
θρησκευτική ανοχή και ενσωμάτωση των Ρομά στην
ελληνική κοινωνία. Οι μετανάστες παρέμειναν
στόχοι ξενοφοβικής βίας και διακρίσεων. Η
ποινικοποίηση της δυσφήμησης συνέχισε να
παραβιάζει τις εγγυήσεις για ελεύθερη έκφραση,
ενώ εφαρμόστηκαν νόμοι που αφορούν τους
αντιρρησίες συνείδησης οι οποίοι προσδίδουν
τιμωρητικό χαρακτήρα στην επιλογή της
εναλλακτικής κοινωνικής θητείας. Στις 23 Ιουλίου
1999, μια δημόσια έκκληση στον Πρόεδρο του
Ελληνικού Κοινοβουλίου και σε όλα τα πολιτικά
κόμματα επέσπευσε τη συζήτηση σχετικά με το
καθεστώς των εθνικών μειονοτήτων. Η έκκληση, που
υπέγραφαν εκπρόσωποι της τουρκικής και
μακεδονικής μειονότητας καθώς και οργανώσεις
μειονοτήτων και ανθρώπινων δικαιωμάτων, καλούσε
την κυβέρνηση να αναγνωρίσει την ύπαρξη
τουρκικής και μακεδονικής μειονότητας, να
επικυρώσει ανεπιφύλακτα τη Σύμβαση-Πλαίσιο του
Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία των
Εθνικών Μειονοτήτων και να εφαρμόσει τη σύμβαση
και τις περιφερειακές συμφωνίες για να
διασφαλίσει την πλήρη προστασία των ανθρώπινων
δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Στη συνέχεια, ο
Υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Παπανδρέου
πυροδότησε τη συζήτηση, όταν δήλωσε δημόσια ότι η
Ελλάδα δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από τις εθνικές
μειονότητες και ότι οι διεθνείς συνθήκες, τις
οποίες έχει προσυπογράψει και η Ελλάδα,
επιτρέπουν τον αυτοπροσδιορισμό των πολιτών που
ανήκουν σε μειονότητες. Τα γεγονότα αυτά
προκάλεσαν σχεδόν ομόφωνα εχθρικές αντιδράσεις
εκ μέρους πολιτικών και ΜΜΕ. Έγιναν εκκλήσεις για
την αποβολή από το κοινοβούλιο των μειονοτικών
βουλευτών που υπέγραψαν την έκκληση. Πολιτικοί
ζήτησαν από τον Παπανδρέου να παραιτηθεί ή
πίεσαν τον Πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη να τον
αντικαταστήσει. Ο Πρόεδρος της Βουλής απέρριψε
συνοπτικά την έκκληση. Η μειονότητα των Ρομά
συνέχισε να υφίσταται σοβαρές παρενοχλήσεις το
1999. Μερικοί δήμοι απείλησαν, και μερικοί
πραγματοποίησαν, διώξεις νομαδικών κοινοτήτων
τσιγγάνων. Στις 16 Φεβρουαρίου 1999, εργάτες του
δήμου κατεδάφισαν και έκαψαν οκτώ κτίρια, όπου
στεγάζονταν πολλές οικογένειες τσιγγάνων σε
έναν καταυλισμό στη Νέα Ζωή Ασπροπύργου. Η τοπική
αστυνομία και ο αντιδήμαρχος αναφέρθηκε πως
ενθάρρυναν την επιδρομή. Τον Αύγουστο 1999, η
αστυνομία εκδίωξε 35 οικογένειες Ρομά από
ιδιόκτητη έκταση στα Γιάννενα, παρά το γεγονός
ότι πλήρωναν ενοίκιο. Οι τοπικές αρχές, που είχαν
υποσχεθεί ότι δε θα προέβαιναν σε καμία ενέργεια
μέχρι την μετεγκατάσταση των Ρομά, προχώρησαν
στην έξωση χωρίς να προσφέρουν κάποια επιλογή
μετεγκατάστασης. Νόμιμη επίδοση της έξωσης δεν
έγινε ποτέ στους Ρομά. Τον καταυλισμό κατεδάφισε
μπουλντόζα. Στη διάρκεια του 1999 συνεχίστηκαν οι
διακρίσεις κατά των θρησκευτικών μειονοτήτων,
καθώς η Ορθόδοξη Εκκλησία διατήρησε το
προνομιακό καθεστώς της ως μοναδικής επίσημης
θρησκείας στην Ελλάδα. Στις 11 Ιουλίου 1999 ο
δήμαρχος Κασσάνδρειας προέτρεψε τους κατοίκους
να εμποδίσουν την ανέγερση εκκλησίας των
Μαρτύρων του Ιεχωβά, που είχαν εξασφαλίσει τις
απαιτούμενες άδειες ανοικοδόμησης παρά τις
αντιρρήσεις του δήμου. Οι κάτοικοι έσκαψαν ένα
χαντάκι με την μπουλντόζα του δήμου και
εμπόδισαν την πρόσβαση στην περιοχή. Το
πολεοδομικό γραφείο του δήμου ανακάλεσε
προσωρινά τις άδειες και η ανοικοδόμηση
σταμάτησε. Η μεταχείριση των μεταναστών στην
Ελλάδα επιδεινώθηκε σημαντικά με την οικονομική
κρίση του 1999 στα νότια Βαλκάνια και με την άνοδο
της ανεργίας. Τον Ιούλιο του 1999, ένας
κυβερνητικός εκπρόσωπος ισχυρίστηκε ότι 'οι
μετανάστες έχουν συνδεθεί με την άνοδο της
εγκληματικότητας τα τελευταία χρόνια' (Αυγή, 7
Ιουλίου 1999) σε μία προσπάθεια να νομιμοποιηθεί το
κυβερνητικό πρόγραμμα αντιμετώπισης του
εγκλήματος, που είχε σα στόχο τους μετανάστες.
Στις 3 Ιουλίου 1999 οι ελληνικές αστυνομικές αρχές
ξεκίνησαν 'Επιχείρηση Σκούπα' μαζεύοντας ξένους
στους δρόμους – συμπεριλαμβανομένων και εκείνων
με νόμιμα έγγραφα παραμονής – και κρατώντας τους
σε αστυνομικά τμήματα ή στάδια. Οι κρατούμενοι
έδωσαν δακτυλικά αποτυπώματα για τυχόν σχέση με
εκκρεμούσες ποινικές υποθέσεις, ενώ μετανάστες
χωρίς τα νόμιμα έγγραφα απελάθηκαν. Προσκλήθηκαν
τηλεοπτικά συνεργεία για να κινηματογραφήσουν
τις αυθαίρετες μαζικές κρατήσεις με στόχο να
'αποδειχθεί' στο κοινό ότι οι ελληνικές αρχές
είχαν δραστηριοποιηθεί αποφασιστικά για την
καταπολέμηση του εγκλήματος. Η κυβέρνηση δεν
ανταποκρίθηκε στις διαμαρτυρίες οργανώσεων
ανθρώπινων δικαιωμάτων για τις παραβιάσεις
ανθρώπινων δικαιωμάτων που συνεπαγόταν μία
τέτοια επιχείρηση. Εντούτοις, όταν οι αγρότες
απείλησαν να κάνουν διαδήλωση διαμαρτυρίας στην
Αθήνα για την πιθανή έλλειψη φτηνών εργατικών
χεριών για το θερισμό, η κυβέρνηση υπαναχώρησε
και οι μετανάστες αφέθηκαν ελεύθεροι.
Δημοσιογράφοι συνέχισαν να καταδικάζονται σε
ποινές φυλάκισης για την άσκηση δημόσιας
κριτικής σε κυβερνητικές αρχές, στη βάση των
δρακόντειων νόμων της Ελλάδας για την εξύβριση
και δυσφήμηση. Στις 19 Μαίου 1999 ο Χαράλαμπος
Τριανταφυλλίδης, εκδότης και συντάκτης της
εφημερίδας Ενημέρωση, που εκδίδεται στη Φλώρινα,
καταδικάστηκε σε πεντάμηνη φυλάκιση με αναστολή
από δικαστήριο της Κοζάνης και πρόστιμο $1.635 για
την προσβολή του εκλεγμένου το Νοέμβριο 1998
νομάρχη. Το άρθρο του Τριανταφυλλίδη περιείχε
έντονη κριτική των 'πελατειακών και εκδικητικών
πράξεων του νομάρχη' (IFEX, 25 Μαίου 1999). Πρωτοβάθμιο
δικαστήριο είχε προηγούμενα καταδικάσει τον
Τριανταφυλλίδη σε δωδεκάμηνη φυλάκιση με
αναστολή και πρόστιμο $32.700 για άσκηση κριτικής
στο νομάρχη. Θετική εξέλιξη αποτέλεσε η αθώωση
από εφετείο, στις 21 Ιανουαρίου 1999, του Γιάννη
Τζούμα, δημοσιογράφου και εκδότη της εφημερίδας
Αλήθεια, για δυσφήμηση υπουργού της κυβέρνησης.
Πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε προηγουμένως
καταδικάσει σε τέσσερις μήνες φυλάκιση τον
Τζούμα για συκοφαντική δυσφήμηση εξαιτίας του
'σκληρού' ύφους του άρθρου του. Ο νόμος που
αποδίδει το καθεστώς αντιρρησία συνείδησης σε
στρατεύσιμους που αντιτίθενται στη χρήση όπλου
δεν εφαρμόστηκε χωρίς διακρίσεις. Η διάρκεια της
εναλλακτικής κοινωνικής θητείας είχε τιμωρητικό
χαρακτήρα σε σύγκριση με τον απαιτούμενο χρόνο
στρατιωτικής θητείας, μισθοί συχνά δεν
καταβάλλονταν, το δικαίωμα κοινωνικής υπηρεσίας
μπορεί να αρθεί σε περίοδο πολέμου ή έκτακτης
ανάγκης και όσοι έκαναν κοινωνική υπηρεσία είχαν
υπερβολικό ωράριο εργασίας – μέχρι εξήντα οκτώ
ώρες την εβδομάδα – και απειλούνταν με ανάκληση
του καθεστώτος αντιρρησία συνείδησης, άν
αρνούνταν να συμμορφωθούν με το ωράριο αυτό.
Η Υπεράσπιση των Ανθρώπινων
Δικαιωμάτων
Οι οργανώσεις ανθρώπινων
δικαιωμάτων στην Ελλάδα λειτούργησαν χωρίς
παρεμβάσεις, αλλά μερικά ΜΜΕ κατηγόρησαν το
Eλληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του
Ελσίνκι, την Ελληνική Ομάδα για τα Δικαιώματα των
Μειονοτήτων και άλλες οργανώσεις ότι
επιχείρησαν να προκαλέσουν 'μειονοτικό
πρόβλημα', επειδή υποστήριξαν την έκκληση του
Ιουλίου 1999 στο ελληνικό κοινοβούλιο για την
αναγνώριση εθνικών μειονοτήτων.
Ο Ρόλος της Διεθνούς
Κοινότητας
Ηνωμένα Έθνη
Τον Ιανουάριο 1999, η Επιτροπή των
Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη όλων των Μορφών
Διακρίσεων εις βάρος Γυναικών (CEDAW) εξέδωσε μια
σειρά συμπερασματικές παρατηρήσεις σχετικά με
τη δεύτερη και την τρίτη έκθεση που υπέβαλε η
Ελλάδα στη CEDAW. Αφού επεσήμανε συνεχιζόμενες
διακρίσεις σε βάρος γυναικών 'σε όλους τους
τομείς της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής', η
επιτροπή εξέφρασε την ανησυχία της για την
απουσία συνολικής νομοθετικής ρύθμισης για την
καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών,
συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής
παρενόχλησης, την αδυναμία να θεωρείται ο
βιασμός ως θεμελιώδης παραβίαση της ασφάλειας
ενός ατόμου, και την έντονη αύξηση σωματεμπορίας
και βίαιης εκπόρνευσης στην Ελλάδα.
Συμβούλιο της Ευρώπης
Το Νοέμβριο 1998, η ελληνική
κυβέρνηση προέβη σε εξωδικαστικό συμβιβασμό σε
αγωγή που κατέθεσαν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά για
την υπόθεση Τσαβαχίδης κατά Ελληνικού Κράτους,
στην οποία η Ελλάδα αντιμετώπιζε την κατηγορία
ότι τον έθεσε υπό παρακολούθηση το Μάρτιο 1993. Το
ελληνικό κράτος παραδέχτηκε την παρακολούθηση
και υποσχέθηκε ότι κανένα μέλος των Μαρτύρων του
Ιεχωβά δε θα τεθεί ξανά υπό παρακολούθηση.
Ηνωμένες Πολιτείες
Οι Εκθεση του Υπουργείου
Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με την
κατάσταση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το έτος 1998
[Country Reports on Human Rights for 1998] τόνισε μία σειρά από
συνεχιζόμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων
δικαιωμάτων στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων
της χρήσης βίας από τις αστυνομικές δυνάμεις εις
βάρος παράνομων αλλοδαπών, περιορισμών της
θρησκευτικής ελευθερίας και διακρίσεων κατά
μειονοτήτων. Η έκθεση υπερέβαλε τις προσπάθειες
της κυβέρνησης για την καταπολέμηση των
διακρίσεων και της βίας κατά των Ρομά. Η πρώτη
Ετήσια Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των
Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με τη Διεθνή
Θρησκευτική Ελευθερία, που εκδόθηκε στις 9
Σεπτεμβρίου 1999, έδωσε έμφαση στις συνεχιζόμενες
διακρίσεις κατά των θρησκευτικών μειονοτήτων
στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων της αυθαίρετης
αστυνομικής κράτησης ιεραποστόλων, την κατά τα
φαινόμενα τιμωρητική για τους αντιρρησίες
συνείδησης διάρκεια της εναλλακτικής κοινωνικής
υπηρεσίας – διπλάσια συγκριτικά με την
απαιτούμενη στρατιωτική θητεία- και τα
διοικητικά και νομικά εμπόδια στην άσκηση των
θρησκευτικών καθηκόντων μη Ορθόδοξων
κοινοτήτων. |