|
Το
Ελληνικό Παρατηρητήριο των
Συμφωνιών του Ελσίνκι και η
Ελληνική Ομάδα για τα Δικαιώματα
των Μειονοτήτων εργάζονται επί
πολλά χρόνια για τα ανθρώπινα
δικαιώματα και ιδιαίτερα για τα
δικαιώματα των μειονοτήτων στη
Νοτιοανατολική Ευρώπη. Σήμερα,
εκφράζουν τη λύπη τους για τις
συνθήκες κάτω από τις οποίες οι
δημοτικές εκλογές, και ιδιαίτερα ο
δεύτερος γύρος τους, διεξήχθησαν στον
αλβανικό δήμο της Χειμάρας, στις 1 και
15 Οκτωβρίου 2000. Διεθνείς παρατηρητές,
περιλαμβανομένων και εκπροσώπων του
Γραφείου Δημοκρατικών Θεσμών και
Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ODIHR) του ΟΑΣΕ,
επιβεβαίωσαν, κατά σημερινές
πληροφορίες, πολλές ανωμαλίες και
κατέγραψαν ένα γεγονός ήδη γνωστό
στους υπερασπιστές των δικαιωμάτων
των μειονοτήτων: στην περιοχή της
Χειμάρας υπάρχει ελληνική μειονότητα
που στερείται τα δικαιώματα τα οποία η
αλβανική πολιτεία παρέχει σε μέλη της
ίδιας μειονότητας σε άλλες περιοχές,
στις επίσημα αναγνωρισμένες «μειονοτικές
ζώνες».
Αποτέλεσμα
της άρνησης να αναγνωρισθεί η
παρουσία εθνικά Ελλήνων πολιτών στη
Χειμάρα και συνεπώς της λειτουργίας
μειονοτικών τάξεων στα σχολεία, παρά
την ύπαρξη επαρκούς ζήτησης, είναι ο
έμμεσος αλλά προφανής χαρακτήρας
δημοψηφίσματος των φετινών δημοτικών
εκλογών. Επειδή το θέμα αυτό θεωρείται
στην Αλβανία ως «ευαίσθητο εθνικό
θέμα», αν όχι ταμπού, όλα τα πολιτικά
κόμματα, πλην ενός, στοιχίθηκαν στο
δεύτερο γύρο πίσω από τον υποψήφιο του
«Σοσιαλιστικού Κόμματος», εναντίον
του υποψήφιου του κατά βάση ελληνο –μειονοτικού
«Κόμματος Ανθρώπινων Δικαιωμάτων».
Όπως
σημείωσαν παρατηρητές, επρόκειτο για
«ασυνήθιστο συνασπισμό», δεδομένου
ότι τα δύο μεγάλα κόμματα της χώρας
αντιπαλεύουν λυσσαλέα παντού αλλού
στην Αλβανία. Το «Δημοκρατικό Κόμμα»
της αντιπολίτευσης έφθασε να
μποϋκοτάρει το δεύτερο γύρο,
καταγγέλλοντας παρατυπίες στον πρώτο
γύρο, καθιστώντας υπεύθυνους τους
σοσιαλιστές. Όμως, στη Χειμάρα ειδικά,
συμμάχησαν μαζί τους. Από την άλλη
μεριά, ο αντίπαλος αυτού του παράξενου
συνασπισμού, το «Κόμμα Ανθρώπινων
Δικαιωμάτων», μετέχει στην κυβέρνηση
των σοσιαλιστών.
Αυτό
δεν εμπόδισε τους σοσιαλιστές να
ακολουθήσουν την αντιπολίτευση σε μια
χωρίς προηγούμενο στα τελευταία
χρόνια «ρητορική ελληνοφοβικού
μίσους» μέχρι ακόμη και την ημέρα των
εκλογών, σύμφωνα με διεθνείς
παρατηρητές του ODIHR. Σήμερα, οι
διεθνείς παρατηρητές βρίσκονται οι
ίδιοι στο στόχαστρο της «ρητορικής
του μίσους». Ο ηγέτης του «Σοσιαλιστικού
Κόμματος», Φάτος Νάνο, για παράδειγμα,
χαρακτήρισε το ελληνικό μειονοτικό
κόμμα ως «Εγκληματίες Ανθρώπινων
Δικαιωμάτων». Ο χαρακτήρας της «Συμμαχίας
για το Έθνος», όπως επανειλημμένα
αποκλήθηκε ο συνασπισμός, δόθηκε από
το εβδομαδιαίο έντυπο «Klan» (14/10/2000) ως
εξής:
«Στην
πόλη του αλβανικού νότου, αντί για μια
συνήθη εκλογική διαδικασία, έχουμε
μια ιστορική μάχη(...) στην οποία, κατά
παράλογο τρόπο, το εκλογικό
αποτέλεσμα θα ερμηνευτεί με όρους
καταγωγής και αρχαίων παραδόσεων της
πόλης: αν νικήσει ο σοσιαλιστής
υποψήφιος, θα πρόκειται για αλβανική
πόλη. Αν κερδίσει το Κόμμα Ανθρώπινων
Δικαιωμάτων, θα πρόκειται για
ελληνική πόλη.»
Στις
συνθήκες αυτές, οι εκλογικές
ανωμαλίες θα ήταν αναπόφευκτες σχεδόν
οπουδήποτε. Υπάρχουν εκτεταμένες
καταγγελίες, ορισμένες ήδη
τεκμηριωμένες, για παρενόχληση
Ελλήνων ψηφοφόρων και για χρήση
περιττής αστυνομικής βίας: μια
φωτογραφία του Associated Press, που δείχνει
αστυνομικούς με και χωρίς στολή να
σπρώχνουν άοπλους πολίτες μπροστά από
εκλογικό κέντρο, είναι εύγλωττη.
Επίσης, εκπρόσωποι του Κόμματος
Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και της
Ελληνικής Βουλής δηλώνουν ότι υπήρξαν
βίαια επεισόδια σε βάρος εκπροσώπων
του κόμματος σε εκλογικά κέντρα, καθώς
και μαζικές ρίψεις ψηφοδελτίων σε
κάλπες. Παράλληλα, υπήρξαν
καταγγελίες, ορισμένες τεκμηριωμένες,
για ανάρμοστη συμπεριφορά μελών της
μειονότητας και μελών της Ελληνικής
Βουλής, γνωστών σκληροπυρηνικών του
εθνικιστικού κόμματος της
αντιπολίτευσης «Νέα Δημοκρατία».
Χαιρετίζουμε την καταδίκη αυτών των
συμπεριφορών από την ελληνική
κυβέρνηση.
Το
εκλογικό κλίμα και οι ανωμαλίες
δημιούργησαν μια επικίνδυνη
κλιμάκωση, που θυμίζει την ελληνο –αλβανική
κρίση της εποχής της δίκης της ‘Ομόνοιας’.
Μεταξύ άλλων, ηγέτες της ελληνικής
αντιπολίτευσης και πολλοί άλλοι
κάλεσαν την κυβέρνηση να απελάσει, ως
«αντίποινο», αλβανούς μετανάστες από
την Ελλάδα.
Κατά
συνέπεια, οι υπογράφουσες μη
κυβερνητικές οργανώσεις κάνουν
έκκληση στο ODIHR να βοηθήσει στη
σύνταξη λεπτομερούς έκθεσης αυτής της
εκλογής, επιβεβαιώνοντας ή
διαψεύδοντας όσο περισσότερες
καταγγελίες είναι δυνατόν. Είναι ο
μόνος τρόπος να ακυρωθούν τα
επιχειρήματα των εθνικιστικών κύκλων
των δύο πλευρών. Αν η έκκλησή μας
υιοθετηθεί, όλοι οι καταγγέλλοντες θα
πρέπει να τεκμηριώσουν τις
καταγγελίες τους και να τις υποβάλουν
στον ΟΑΣΕ. Η εκλογική διαδικασία θα
πρέπει να επαναληφθεί, αν η έρευνα
καταλήξει πως αυτό είναι απαραίτητο.
Ελπίζουμε ότι οι αλβανικές αρχές θα
συνεργαστούν σε αυτή την προσπάθεια.
Ιδιαίτερα
όμως, απευθύνουμε έκκληση στις «καλές
υπηρεσίες» του Ύπατου Αρμοστή του
ΟΑΣΕ για τις Εθνικές Μειονότητες, ενός
προσώπου με εγνωσμένη εξειδίκευση
στην κατάσταση, τόσο στην Αλβανία όσο
και στην Ελλάδα. Τον παρακαλούμε να
θέσει, σε συνεργασία με τις αλβανικές
αρχές, το θέμα των –απαράδεκτων κατά
τα διεθνή και πλέον κατά τα αλβανικά
επίσης πρότυπα- εδαφικών περιορισμών
στην αναγνώριση μειονοτήτων στην
Αλβανία. Τον παρακαλούμε να συστήσει
στην αλβανική κυβέρνηση να καταργήσει
τέτοιες πρακτικές, εφαρμόζοντας στη
θέση τους με ενιαίο τρόπο τα διεθνή
πρότυπα, που πια αποτελούν τμήμα της
αλβανικής έννομης τάξης.
Όσο
γρηγορότερα γίνουν αυτά, τόσο το
καλύτερο. Στην Αλβανία
προγραμματίζονται για το 2001
βουλευτικές εκλογές και εθνική
απογραφή. Η μετάβαση της χώρας στη
δημοκρατία δεν μπορεί να συνυπάρξει
με την αμφισβήτηση της εντιμότητας
οποιουδήποτε από τα δύο από
οποιαδήποτε πλευρά.
|