ΜΑΙΟΣ 1998
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
*Στο στόχαστρο η Συμβουλευτική
Επιτροπή Τούρκων Θράκης και οι μειονοτικοί
βουλευτές. *Ανδρεουλάκος κατά Αλβανών, Αθλητικοί
Σύλλογοι κατά του Γ. Μπαμπινιώτη, Αρχιεπίσκοπος
κατά ‘‘γραικύλων’’. * Κρυφό σχολειό, μύθος; *
Αλβανία, Ελληνική μειονότητα, Κοσσυφοπέδιο και
παραλληλισμοί. *Αισιοδοξία για περαιτέρω
βελτίωση των σχέσεων Ελλάδας – Βουλγαρίας. *
Μακεδονία, όνομα και μειονότητα. Δυο βήματα
μπροστά και ένα πίσω.* Σερβία και Κοσσυφοπέδιο
για μια ακόμη φορά πρωταγωνιστές σε Βαλκανικά
σενάρια τρόμου. * Τουρκία, πάντα ίδια.
Εσωτερικές μειονότητες
Ο ρόλος της Συμβουλευτικής
Επιτροπής Τούρκων στη Θράκη και οι
δραστηριότητες των τριών μειονοτικών βουλευτών
αποτελούν ένα από τα προσφιλή, πλέον, πεδία
άσκησης κριτικής του αντιπολιτευόμενου τύπου
προς το σημερινό πολιτικό κατεστημένο. Οι
προσπάθειες των βουλευτών, εντός και εκτός
Ελλάδας, να αναδείξουν τα προβλήματα της
μειονότητας και να αποσπάσουν, ενόψει μάλιστα
των προσεχών νομαρχιακών και δημοτικών εκλογών,
εγγυήσεις για την επίλυσή τους, συνιστούν, για
μεγάλη μερίδα του συντηρητικού τύπου, εθνική
προδοσία. ‘‘Απροκάλυπτα ανθελληνική δράση
αναπτύσσουν πλέον οι μουσουλμάνοι βουλευτές
χωρίς οι κομματικές ηγεσίες να δείχνουν την
παραμικρή ενόχληση για τη διεθνή
κατασυκοφάντηση της χώρας μας από πρόσωπα που
έχουν εκλεγεί με τη σημαία τους!’’ (Ε.Τ. 20/5).
Αιχμή του δόρατος, αυτό το μήνα, ένα κείμενο της
Συμβουλευτικής Επιτροπής Τούρκων της Θράκης με
την υπογραφή του μειονοτικού βουλευτή του
ΠΑ.ΣΟΚ., Γ. Γκαλίπ. Πρόκειται για ένα κατάλογο
προβλημάτων της μειονότητας, σχετικά με ένα ευρύ
φάσμα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής των
Τούρκων που ζουν στην Ελλάδα, με στόχο τη
δημοσιοποίηση μιας κατάστασης και την
ευαισθητοποίηση της ελληνικής και διεθνούς
κοινής γνώμης. Το κείμενο ‘‘ντοκουμέντο του
μίσους’’ (Ε.Τ. 15/5) και ‘‘υπόμνημα-φωτιά’’
(Ε.Τ. 20/5) επικεντρώνεται γύρω από έναν άξονα
προβλημάτων όπως η απώλεια ιθαγένειας, τα
ζητήματα εκπαίδευσης [‘‘‘Αποστερημένα από
κατάλληλους δασκάλους, εκπαιδευτικό υλικό και
μοντέρνες εγκαταστάσεις, τα παιδιά της
μειονότητας αντιμετωπίζουν τις δυσοίωνες
εναλλακτικές προοπτικές είτε να γίνουν δεύτερης
κατηγορίας Έλληνες πολίτες με ελλιπή μόρφωση
είτε να πάνε στην Τουρκία και σε πολλές
περιπτώσεις να χάσουν την ιθαγένειά τους. Με ένα
διάταγμα του υπουργείου Παιδείας του 1993, οι
μαθητές που φοιτούν στα δυο λύκεια της
μειονότητας επιλέγονται δια κληρώσεως… Η
μειονότητα στερείται ακόμη και το δικαίωμα να
επιλέξει τους δικούς της δασκάλους…’’’] ο
διορισμός των μουφτήδων από τις Ελληνικές αρχές,
τα κίνητρα και οι οικονομικές ευκαιρίες που
παρέχει το Ελληνικό κράτος στη μειονότητα και
τέλος, η ύπαρξη ζωνών στρατιωτικής επιτήρησης
για το ένα τρίτο της Δ. Θράκης: ‘‘‘Μπορούν να
περιγραφούν ως τα νέα Γκουλάγκ της Ευρώπης. Οι
Τούρκοι που ζουν σε αυτή την περιοχή όχι μόνο
στερούνται το βασικό δικαίωμα της ελεύθερης
μετακίνησης μέσα στην ίδια τους τη χώρα,
καταδικάζονται να ζουν σε άθλιες οικονομικές και
κοινωνικές συνθήκες σε σχέση με τους ομογενείς
τους που ζουν έξω από τη ζώνη’’. Ο Ε.Τ. (15/5)
βρίσκει μια ακόμη ευκαιρία να ασκήσει
αντιπολίτευση (ο εν λόγω βουλευτής πολιτεύεται
με το κυβερνών κόμμα), χωρίς, ωστόσο να προβαίνει
σε καμιά, επί της ουσίας, κριτική στις θέσεις και
τα επιχειρήματα του μειονοτικού βουλευτή. “Κρύβεται
πίσω από το ΠΑ.ΣΟΚ. ο μουσουλμάνος βουλευτής’’
(…) ‘‘Τρέφουν φίδια στη Θράκη”. Η ίδια
εφημερίδα, με ανάλογο ύφος, επανέρχεται στο θέμα
μερικές ημέρες αργότερα (20/5). Η συγκεκριμένη
διακήρυξη εκτιμάται ότι ‘‘αποτελεί ένα
πρωτοφανές κήρυγμα μίσους’’ εφόσον δεν
διστάζει ‘‘να χαρακτηρίσει την Ελληνική Θράκη
ως ‘νέο γκουλάγκ της Ευρώπης’’’ και
εντάσσεται στα πλαίσια της συντονισμένης
προσπάθειας, από πλευράς Τουρκίας και
προξενείου, να αμαυρώσουν την εικόνα της Ελλάδας,
μεταφέροντας το πεδίο άσκησης κριτικής και το
ενδιαφέρον για το σεβασμό των Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων από την Τουρκία στην Ελλάδα. “Καλύπτουν
τους υπονομευτές: ‘“Η μειονότητα της Θράκης κι
εγώ είμαστε Τούρκοι”’ (Ε.Τ. 20/5). Ωστόσο το Β. (17/5)
σχολιάζοντας την επανακυκλοφορία της εφημερίδας
‘‘Ακρόπολις’’, επικρίνει, όχι μόνο τον τρόπο
αλλά και τα κίνητρα του αντιπολιτευόμενου τύπου
ως προς την προβολή του συγκεκριμένου θέματος,
κάνοντας ένα παραλληλισμό με την πολιτική που
ακολουθεί η πλειοψηφία των μέσων στην Τουρκία: “Επί
ευκαιρία, σας πληροφορώ ότι ύστερα από δέκα
χρόνια ξανακυκλοφόρησε η “Ακρόπολις”, μάλλον
επειδή κάποιοι έκριναν ότι ο δημόσιος βίος
χρειάζεται και μια πρωινή εφημερίδα για να
καταγγέλλει ως πράκτορες των Τούρκων όσους
υπερασπίζουν τα δικαιώματα της μειονότητας στη
Θράκη. Όπως ακριβώς κατηγορήθηκε ο Μπιρντάλ πριν
από την απόπειρα, ως πράκτορες των Κούρδων” .
Σε ό,τι αφορά τη Μακεδονική μειονότητα,
η ΕΛ. (11/5) προβάλλει μια ιδιαιτέρως αιρετική, για
τα ελληνικά πολιτικά και δημοσιογραφικά
δεδομένα, άποψη, χωρίς περαιτέρω σχολιασμό: “Την
ύπαρξη μειονότητας Σλαβόφωνων στην Ελλάδα
δέχεται ο επίτιμος πρόεδρος του ΚΚΕ, Χ. Φλωράκης,
σε συνέντευξή του στην εφημερίδα ‘Νόβα
Μακεντόνια’ αποκαλώντας όμως τη μειονότητα
‘Σλαβομακεδονική”’ . Το ‘‘αιρετικό’’ στην
όλη υπόθεση συνιστά η αναγνώριση (έστω και με τον
προσδιορισμό ‘‘Σλάβο’’) ύπαρξης Μακεδονικής
μειονότητας στην Ελληνική Επικράτεια από έναν
πολιτικό όπως ο Χ. Φλωράκης. Η επίσημη θέση από
Ελληνικής πλευράς (σε πλήρη αντιδιαστολή με τη
διεθνή αναγνώριση της αρχής του
αυτοπροσδιορισμού και τις εκθέσεις οργανώσεων
Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) δεν αναγνωρίζει καμιά
εθνική ή γλωσσική μειονότητα, πλην ορισμένων
θρησκευτικών όπου εντάσσεται και η Τουρκική.
Ο δημόσιος διάλογος γύρω από την
παρουσία (λαθρο)μεταναστών στην Ελλάδα, ο
συσχετισμός τους με τα ποσοστά ανεργίας και
εγκληματικότητας, το πλαίσιο νομιμοποίησής τους
και τα περιθώρια ανοχής της ελληνικής κοινωνίας
δείχνουν να επαναπροσδιορίζονται με αφορμή τις
πρόσφατες δηλώσεις των, γνωστών για τις
ακροδεξιές τους θέσεις, βουλευτών της Νέας
Δημοκρατίας, Α. Ανδρεουλάκου και Γ. Καρατζαφέρη.
Σε διακομματική επιτροπή της βουλής, στα πλαίσια
συζήτησης για την ασφάλεια των συνόρων, ο μεν
πρώτος υποστήριξε “να διώξουμε τους Αλβανούς
κι αν ξαναγυρίσουν να τους στείλουμε σε
στρατόπεδα συγκέντρωσης και στα Μακρονήσια”
(ΕΛ. 21/5) ο δε δεύτερος, να εφαρμοσθεί οικονομικός
έλεγχος (‘‘πόθεν έσχες’’) σε όλους τους
μετανάστες που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα.
Οι απόψεις αυτές, αν και διατυπώθηκαν παρουσία
βουλευτών όλων των πολιτικών παρατάξεων που
εκπροσωπούνται στη βουλή, τη δεδομένη χρονική
στιγμή, δεν επικρίθηκαν από κανέναν. Το γεγονός
αυτό δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά για τα
περιθώρια ανοχής της ελληνικής κοινωνίας και τις
προϋποθέσεις συγκρότησης ενός αυτόνομου
ακροδεξιού εθνικιστικού πολιτικού πυρήνα. Όταν
οι ίδιοι οι κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι μιας
κοινωνίας, που θέλει να καυχιέται παγκοσμίως για
τη δημοκρατικότητα και τον ανθρωποκεντρικό
πολιτισμό της, αδυνατούν να ‘‘βάλλουν στη θέση
τους’’ ανθρώπους που επικαλούνται τη λύση
στρατοπέδων συγκέντρωσης για την αντιμετώπιση
θεμάτων που άπτονται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
και, όταν η παράταξη από την οποία προέρχονται
προσποιείται ότι δεν συντρέχει λόγος διαγραφής
τους, τότε δεν μπορεί να είναι κανείς αισιόδοξος
για το μέλλον αυτής της κοινωνίας. Οι εν λόγω
βουλευτές δεν είναι η πρώτη φορά που εκφράζουν
δημοσίως τέτοιου είδους θέσεις και απόψεις. Ο Γ.
Καρατζαφέρης, ένα χρόνο πριν και πάλι εντός της
Ελληνικής Βουλής, καταφέρθηκε εναντίον του τότε
υπουργού Εξωτερικών, Χ. Ροζάκη, με αφορμή την
Εβραϊκή προέλευση του ονόματός του, αφήνοντας
υπονοούμενα και αιχμές για τις πολιτικές του
επιλογές στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Ο
ίδιος βουλευτής, από τηλεοπτικό σταθμό κάποιους
μήνες πριν, προχώρησε σε πολιτικό άνοιγμα
συνεργασίας με τη ναζιστική οργάνωση ‘‘Χρυσή
Αυγή’’, ζητώντας την υποστήριξη του κόμματός
του, με αντάλλαγμα παραχώρηση υπουργικών θέσεων
σε στελέχη της οργάνωσης. Ο πρόεδρος της Νέας
Δημοκρατίας, Κ. Καραμανλής, κρίνοντας πως η
υποστήριξη του κυβερνητικού προγράμματος
αποκρατικοποιήσεων αποτελεί σοβαρότερο, από την
προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, λόγο, για
τη διαγραφή 6 επιφανών στελεχών και, εκτιμώντας
πως το ποσοστό της ακροδεξιάς, φιλοβασιλικής
βάσης του κόμματος του είναι εκλογικά, απολύτως
απαραίτητο, δεν προχώρησε σε καμιά κίνηση
αποπομπής των εν λόγω βουλευτών.
Ωστόσο, η πλειοψηφία του ελληνικού
τύπου δεν ‘‘μάσησε τα λόγια της’’ και επέκρινε
δριμύτατα τις τοποθετήσεις των δυο βουλευτών της
Νέας Δημοκρατίας: “Ρατσιστικό παραλήρημα
βουλευτών της Ν.Δ.” (ΕΛ. 21/5). “Ο Ανδρεουλάκος
στέλνει τους λαθρομετανάστες στα ξερονήσια” (Ν.
21/5). Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται η Κ. (21/5) - η
οποία κάνει λόγο για “ρατσιστικές, φασιστικές
και αδιανόητες δηλώσεις” - αλλά και το ΕΘ. (25/5)
το οποίο δείχνει να ‘‘ποντάρει’’ περισσότερο
στη σύγκριση με την Τουρκία και την αμαύρωση της
ελληνικής εικόνας, παρά στην αναγκαιότητα
σεβασμού των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: “Την ώρα
που η Ελλάδα κατηγορεί ακριβώς την Τουρκία για
καταπάτηση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για
έλλειψη εκδημοκρατισμού κλπ., η γνωστή για την
αντικειμενική της προσέγγιση των Ελληνικών
προβλημάτων, ιδίως ό,τι αφορά στις
Ελληνοτουρκικές διαφορές, “Γουόλ Στριτ
Τζέρναλ”, στην έκδοση της, της 22/23 Μαΐου έχει
πρωτοσέλιδο κείμενο – σχόλιο για τη βλακώδη
ρατσιστική και ξενόφοβη πρόταση των
κοινοβουλευτικών της Ν.Δ. Έτσι δίνουμε την
ευκαιρία σε κάθε κακόπιστο να μας συγκρίνει με τη
φίλη Τουρκία. Συγχαρητήρια”. Σαφώς
διαφοροποιημένος ο Ε.Τ. (21/5) σχολιάζει, μάλλον
επαινετικά, τα λεγόμενα των δυο βουλευτών: “Μια
πρωτοποριακή – ομολογουμένως – λύση για την
αντιμετώπιση του προβλήματος των
λαθρομεταναστών κατέθεσε χθες στη βουλή ο
βουλευτής της Ν.Δ., Απ. Ανδρεουλάκος. Να τους
απελαύνουμε και αν επιστρέφουν να τους στέλνουμε
στη Μακρόνησο και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Εναλλακτικά μπορεί να εφαρμοστεί και η ιδέα
ετέρου βουλευτή του κόμματος, του Γ. Καρατζαφέρη,
που πρότεινε να υποβάλλουν “πόθεν έσχες” κατά
κύριο λόγο οι λαθρομετανάστες” (Ε.Τ. 21/5). Ακόμη
και στην περίπτωση που συντάκτες της εν λόγω
εφημερίδας επικρίνουν τις συγκεκριμένες
δηλώσεις, το ζήτημα της εγκληματικότητας
επιστρατεύεται προκειμένου να μετριαστούν οι
όποιες αρνητικές εντυπώσεις. “Επαναλαμβάνω
ότι η ιδέα είναι απεχθής. Αλλά συνάμα δεν θα
πρέπει να σταματήσουμε στην αρνητική πλευρά της
δηλώσεως και στους αφορισμούς εναντίον του
ρατσισμού” (…) “Έχει οξυνθεί επικίνδυνα το
πρόβλημα της ασφάλειας στις πόλεις και την
ύπαιθρο; Ναι ή όχι; Κυκλοφορούν ανά την Ελλάδα
χιλιάδες οπλισμένοι με Καλάσνικοφ; Ναι ή όχι;
Συλλαμβάνονται καθημερινώς Αλβανοί
“εισαγωγείς” μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών; Ναι
ή όχι; Εισέρχονται στην Ελλάδα, κλέβουν
αυτοκίνητα – κυρίως αγροτών – και τα πάνε στην
Αλβανία; Ναι ή όχι;” (Ε.Τ. 26/5).
Η εγκληματικότητα και οι όποιοι
συσχετισμοί της με την παρουσία μεταναστών στην
Ελλάδα παραμένει ένα από τα πεδία σύγκρουσης
μεταξύ του συντηρητικού [‘“Η εγκληματικότητα
δεν έχει εθνικότητα και οποιαδήποτε μορφή της
προέρχεται από μειοψηφία Αλβανών στην Ελλάδα
δηλητηριάζει τις φιλικές σχέσεις ανάμεσα στους
δυο λαούς’ ήταν η διπλωματική παρατήρηση του κ.
Ρωμαίου, για το ‘κύμα’ των καθημερινών
εγκληματικών ενεργειών Αλβανικής προέλευσης,
που καταγράφονται σε όλη τη χώρα. Από την πλευρά
του ο κ. Νάνο άρπαξε την ευκαιρία και ζήτησε
περισσότερες δουλειές για τους Αλβανούς ώστε
ζουν φυσιολογικά και να μη στρέφονται στην
παρανομία!” (Ε.Τ. 11/5)] και του περισσότερο
προοδευτικού πολιτικού και δημοσιογραφικού
χώρου: ‘“Εδώ τι κάνει η Εκκλησία; Δεν υπάρχει
Έλληνας που να μην έχει κάποιο δικό του στην
ξενιτιά κι όμως η συμπεριφορά μας απέναντι σ’
αυτούς που μας έρχονται από την Αλβανία είναι
απαράδεκτη. Ντρέπομαι για τους συνέλληνες. Η
Εκκλησία, το κράτος, οι άνθρωποι της κουλτούρας
σιωπούν. Είμαστε όλοι συνένοχοι. Και ξεχνάμε ότι
στην κατοχή ήμασταν ένας λαός κλέφτης που έκλεβε
για να φαει. Όταν κάποιος πεινάει, κλέβει. Γι αυτό
δηλώνω Αλβανός. Δυστυχώς, είμαι σε μια ηλικία που
δεν μπορώ να οργανωθώ στο σωματείο τους, να κάνω
πορείες μαζί τους ή πλάι στους μαύρους”’ [Μ.
Θεοδωράκης (Κ. 18/5)]. “‘Και γι αυτόν ακριβώς το
λόγο, επειδή το γενικό επίπεδο είναι το
χαμηλότερο απ’ όσα έχουμε φτάσει έως σήμερα,
παρατηρούμε τα φαινόμενα ενός άκρατου
εθνικισμού με ρατσιστικές και σοβινιστικές
εξάρσεις, φαινόμενα που στο παρελθόν τα
συναντούσαμε σε μικρές ομάδες, σε περιθωριακές
μειοψηφίες και – το πιο χαρακτηριστικό – σε
πολιτικές εισαγόμενες που εξυπηρετούσαν τις
γνωστές ξένες δυνάμεις που εφάρμοζαν και
εφαρμόζουν στην περιοχή, αλλά και στο εσωτερικό
του λαού μας την τακτική του διαίρει και
βασίλευε’” [Μ. Θεοδωράκης (ΕΛ. 5/5)]. “Από το
‘Φόρουμ’ των Αλβανών μεταναστών μας είπαν ότι η
σύλληψη ξένων εργατών, ιδιαίτερα Αλβανών, με το
‘γιατί έτσι μ’ αρέσει’ και το πρόσχημα της
εξακρίβωσης στοιχείων, αποτελεί πράξη
ψυχολογικής τρομοκρατίας και συνειδητά ή
ασυνείδητα καθιστά τους μετανάστες αιώνιους
ομήρους. Η νομιμοποίηση απ’ ό,τι ξέρουμε γίνεται
για να βγουν ελεύθερα οι μετανάστες στις
πλατείες και όχι για να βλέπουν ακόμη και στον
ύπνο τους τα κελιά των αστυνομικών τμημάτων. Η
κοινωνική ένταξη δεν επιτυγχάνεται με μεθόδους
κοινωνικής διάλυσης” (ΕΛ. 26/5).
Μάλιστα, οι παραπάνω διαχωριστικές
γραμμές ενισχύονται περισσότερο όταν πρόκειται
για απτά, καθημερινά συμβάντα με πρωταγωνιστές
τους μετανάστες (από τη μια) και το σύνολο της
ελληνικής κοινωνίας (από την άλλη) και, λιγότερο
στα πλαίσια μιας μάλλον φιλολογικής /
φιλοσοφικής συζήτησης για τη συνύπαρξη
διαφορετικών λαών και παραδόσεων. Η απεργία
Αλβανών και Ρουμάνων εργατών στη Μαγνησία, με
αιτήματα την αύξηση των αποδοχών και την
καθιέρωση οκτάωρου, αποτελεί ενδεικτικό
παράδειγμα αυτής της διαφοροποίησης του τύπου,
ανάλογα με το ύφος και τη γραμμή της κάθε
εφημερίδας. Τα Ν. (27/5) για παράδειγμα,
επικεντρώνονται στα λεγόμενα των κατοίκων της
Μαγνησίας, οι οποίοι, επιστρατεύοντας τα περί
εισαγόμενης εγκληματικότητας, προσπαθούν να
τραβήξουν την προσοχή και το ενδιαφέρον από τους
πραγματικούς λόγους της απεργίας και να
αποστασιοποιηθούν από το καθεστώς εκμετάλλευσης
των μεταναστών, που οι ίδιοι έχουν επιβάλλει και
οικειοποιούνται προς όφελός τους. “‘Τώρα
τελευταία μας έχουν ρημάξει, έχουν ανοίξει τα
σπίτια μας, τις αποθήκες μας και μας έχουν
κατακλέψει. Παλαιότερα έρχονταν εδώ οι Πολωνοί,
δούλευαν και ήταν κύριοι. Αυτοί εδώ είναι άλλη
ράτσα. Έφυγαν από τη διαλυμένη χώρα που ζούσαν
και ήρθαν εδώ να κάνουν τα ίδια, αλλά δεν θα τους
περάσει. Αν θέλουν να δουλέψουν, ας δουλέψουν με
αυτούς τους όρους’” . Πιο προκλητικός ο Ε.Τ.,
της ίδιας ημέρας, σχολιάζει: “Ανήκουστος
εκβιασμός από … απεργούς Αλβανούς στη Μαγνησία”
(Ε.Τ. 27/5) ενώ, σε πλήρη αντιδιαστολή η Κ. (28/5)
επισημαίνει: “Ως τώρα τους αντιμετωπίζαμε
συλλήβδην σαν άτομα εκτός πολιτισμού είτε σαν
θεριά έτοιμα να αλληλοφαγωθούν είτε σαν αγέλη
που εμπιστεύεται μόνο τα χαμηλά ένστικτά της. Η
απεργία τους μας υποχρεώνει να τους δούμε ως
πρόσωπα απολύτως ώριμα, ικανά να δράσουν με
πνεύμα συλλογικότητας και αλληλεγγύης” .
Η επικείμενη αναθεώρηση του Ελληνικού
Συντάγματος και η ενθρόνιση του νέου
Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδας,
Χριστόδουλου, έφεραν στην επικαιρότητα το ζήτημα
του διαχωρισμού της Ελληνικής Ορθόδοξης
Εκκλησίας από το Κράτος. Πολλοί διανοούμενοι,
πανεπιστημιακοί αλλά και πολιτικοί εκφράζουν
την επιθυμία να προχωρήσει η Πολιτεία σε αυτό τον
αναγκαίο διαχωρισμό, προκειμένου να εκλείψουν
ορισμένα φαινόμενα που καθιστούν την Ελλάδα
‘‘προβληματική’’ από πλευράς σεβασμού των
θρησκευτικών ελευθεριών. ‘‘Δεν επιτρέπεται να
θεωρείται με βάση τη μεταξική νομοθεσία ‘κάθε
ελεύθερη έκφραση αλλοδαπών’ προσηλυτισμός. Ούτε
αντέχει στη λογική, πως προκειμένου να ιδρυθεί
ναός άλλης θρησκείας, πρέπει να χορηγηθεί άδεια
από την Εκκλησία. Περιττεύει δε η ταύτιση του
Ελληνισμού με την Ορθοδοξία και η αναγωγή αυτής
της ταύτισης σε κυρίαρχο δόγμα’’ (ΕΛ. 2/5). Η
υποχρεωτική διδασκαλία των Θρησκευτικών και ο
εκκλησιασμός των μαθητών στο επίσημο σχολικό
πρόγραμμα, η αναγραφή του θρησκεύματος στις
ταυτότητες των Ελλήνων πολιτών, η αναγνώριση
επικρατούσας θρησκείας στο Ελληνικό Σύνταγμα, ο
όρκος που δίνεται στο όνομα της Αγίας Τριάδος στο
κοινοβούλιο και τα δικαστήρια συνιστούν (μαζί με
τα παραπάνω) ορισμένα, μόνο, από αυτά τα
‘‘προβληματικά’’ σημεία. Οι προοπτικές,
ωστόσο, δεν επιτρέπουν μεγάλη αισιοδοξία. Το
πολιτικό κόστος φαίνεται πως δεν αφήνει
περιθώρια παρά για μια επιφανειακή αντιμετώπιση
του όλου ζητήματος. ‘‘Η αξιοπρόσεκτη πρόταση
των 53 βουλευτών για την κατάργηση του
θρησκευτικού όρκου και η τεκμηριωμένη έκκληση
μερικών δεκάδων πανεπιστημιακών και
διανοούμενων, μοιάζουν περισσότερο με κινήσεις
για την τιμή των όπλων του εκσυγχρονισμού. Στον
αντίποδά της, η διαμαρτυρία βουλευτών της Νέας
Δημοκρατίας που πλειοδοτούν στην κατηχητική
λειτουργία της Εκκλησίας στο εσωτερικό των
σχολείων, ζητώντας περισσότερες ώρες
Θρησκευτικών. Έμειναν μόνο δυο κόμματα της
Αριστεράς να επιμένουν στη θέση αρχής των
σύγχρονων δημοκρατιών, ζητώντας την πλήρη
αποσύνθεση Εκκλησίας και Πολιτείας’’
[‘‘Ιός’’ (ΕΛ. 7/5)].
Ο νέος Αρχιεπίσκοπος, Χριστόδουλος,
υποστηριζόμενος και από τον συντηρητικό
αντιπολιτευόμενο τύπο, όχι μόνο δεν δείχνει
διατεθειμένος να συνεισφέρει στο διάλογο
δημιουργώντας, από την πλευρά της Εκκλησίας, το
κατάλληλο κλίμα για τη διερεύνηση των συνθηκών
κάτω από τις οποίες θα μπορέσει να γίνει αυτός ο
διαχωρισμός αλλά, από την πρώτη κιόλας ημέρα της
θητείας του, απαιτεί από την Πολιτεία να
καθιερωθεί και για τους ιερείς, όπως και για τους
άλλους δημοσίους υπαλλήλους, πριμ
παραγωγικότητας, αποκηρύσσοντας τους θιασώτες
υπέρ του Διαχωρισμού και ονομάζοντάς τους
‘‘γραικύλους’’. “Οι φράσεις του
Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου προκάλεσαν την
ηθική, πατριωτική ανάταση του λαού. Ταυτόχρονα
τον μετέτρεψαν σε στόχο ενός κατεστημένου, που
έχει μετατρέψει τον ενδοτισμό σε επάγγελμα. Ο
Αρχιεπίσκοπος εκφράζει με τα λόγια του τον
προβληματισμό και την ευαισθησία των πατριωτών.
Το κάνει με ένα τρόπο που υπερβαίνει τα κόμματα
και τις ιδεολογίες. Η επιχειρηματολογία του
γίνεται οικουμενική και ακαταμάχητη” [κύριο
άρθρο (Ε.Τ. 29/5)]. Το παρελθόν του Αρχιεπισκόπου και
οι θέσεις που κατά καιρούς έχει εκφράσει, ήδη από
τον καιρό που υπήρξε Μητροπολίτης Δημητριάδος,
δεν άφηναν περιθώρια για ιδιαίτερα αισιόδοξες
προβλέψεις. Ο ‘‘Ιός της Κυριακής’’ (ΕΛ. 24/5), σταχυολογώντας
ορισμένες από τις δημόσιες τοποθετήσεις του
μητροπολίτη Χριστόδουλου [‘‘‘Από την πλευρά
της Ανατολής εκπηγάζει μια απειλή που δεν έχουμε
όσο πρέπει συνειδητοποιήσει. Από το Βορρά ο
πανσλαβισμός δεν έχει παραιτηθεί από τα σχέδιά
του εναντίον μας. Τέλος από τα Δυτικά μας απειλεί
ο δυτισμός, δηλαδή ο δυτικός τρόπος ζωής που
είναι ένα συνοθύλευμα υλισμού και
καταναλωτισμού’’’] απομυθοποιεί το προφίλ
του εν λόγω ιεράρχη, ‘‘προσγειώνοντας’’ και
τον πιο αισιόδοξο αναγνώστη όταν αναφέρει ότι ‘‘την
επαύριο της πτώσης της δικτατορίας [ο
Αρχιεπίσκοπος] διάβαζε και παρέθετε άρθρα στο
όργανο των Απριλιανών ‘Ελεύθερο Κόσμο’ και στην
‘Επιθεώρηση της Χωροφυλακής’’’. Μεταξύ
άλλων, στο βιογραφικό του Αρχιεπισκόπου
‘‘χρεώνεται’’ και η παρουσία / συμμετοχή του σε
εκδήλωση της εθνικιστικής εφημερίδας
‘‘Στόχος’’.
Η απόφαση, ωστόσο, του Συμβουλίου της
Επικρατείας που έκρινε ανεπαρκή τη μια ώρα
διδασκαλίας των Θρησκευτικών στη Δευτεροβάθμια
Εκπαίδευση δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το
κατά πόσο είναι η Εκκλησία και, μόνο αυτή, που
αντιπαρατίθεται στην ιδέα αυτού του Διαχωρισμού.
“Η απόφαση στηρίζεται στο άρθρο 16 του
Συντάγματος, που ορίζει ότι ‘η παιδεία αποτελεί
βασική αποστολή του κράτους και έχει σκοπό την
ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική
αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και
θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε
ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες’. (…) Το ΣτΕ
επιχειρηματολογώντας κατά της μείωσης των ωρών
διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών,
επισημαίνει ότι ‘για να καταστεί δυνατή η
ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των
μαθητών, σύμφωνα με τις αρχές της Ορθόδοξης
Χριστιανικής Πίστης σε τουλάχιστον επαρκή βαθμό,
επιβάλλεται από την πολιτεία η λήψη κατάλληλων
νομοθετικών και κανονιστικών μέτρων, ώστε να
εξασφαλίζεται η διδασκαλία του μαθήματος των
θρησκευτικών για ικανό αριθμό εβδομαδιαίως’. (…)
‘Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού
πρεσβεύει την Ορθόδοξη Χριστιανική Θρησκεία.
Μεταξύ των σκοπών της παρεχομένης στα σχολεία
παιδείας είναι και η ανάπτυξη της θρησκευτικής
συνείδησης των Ελληνοπαίδων, σύμφωνα με τις
αρχές του Ορθοδόξου Χριστιανικού Δόγματος.
Επομένως η διδασκαλία του μαθήματος των
θρησκευτικών είναι υποχρεωτική και η
παρακολούθησή του από τους μαθητές που ανήκουν
στην Ορθόδοξη Εκκλησία”’ (Κ. 27/5). Σύμφωνα πάντα
με την ίδια απόφαση, δικαίωμα απαλλαγής από την
παρακολούθηση του μαθήματος προβλέπεται στην
περίπτωση που “οι ίδιοι οι μαθητές ή οι γονείς
τους δηλώσουν ότι είναι άθεοι, ετερόδοξοι ή
αλλόθρησκοι και συνεπώς έχουν πρόβλημα
θρησκευτικής συνείδησης” (Κ. 27/5). Με τη
συγκεκριμένη απόφαση, ένα καθαρά ιδιωτικό ζήτημα
όπως αυτό της θρησκευτικής συνείδησης, όχι μόνο
ρυθμίζεται έξωθεν αλλά, ‘‘δημοσιοποιείται’’
κιόλας, και μάλιστα κατά τρόπο που δύναται να
αποτελέσει πηγή διακρίσεων για αυτούς που θα
θελήσουν να παρεκκλίνουν από τη νόρμα αφού θα
‘‘αναγκαστούν’’ να επικαλεστούν δημοσίως τους
λόγους για τους οποίους αδυνατούν να
ακολουθήσουν την πλειοψηφία. Η συγκεκριμένη,
λοιπόν, ετυμηγορία, όπως άλλωστε και το σκεπτικό
που την επιβάλλει, όσο κι αν προκαλεί την
αντίδραση πολλών παραγόντων του τύπου αλλά και
ανθρώπων του πνεύματος, δεν παύει να αποτελεί
απτή απόδειξη του συντηρητισμού που διακατέχει
την ελληνική κοινωνία, δημιουργώντας εύλογα
ερωτηματικά για τη δυναμική που αυτός ο
συντηρητισμός διαθέτει. “Τι πράγματα είναι
πάλι τούτα; Και ποιος παρακαλούμε, σεβαστοί
κύριοι …δικαστές είναι ο ‘ικανός’ αριθμός –
δεν μπορεί, αν πιεσθείτε να δείτε που και αυτό θα
το γνωρίζετε! Δεν θα είμαστε με τα καλά μας, αμ τι
άλλο; Όσοι, λεει η απόφαση, από τους γονείς (που
είναι υπεύθυνοι για τη θρησκευτική παιδεία των
παιδιών τους – αυτό τους το αναγνωρίζει το ΣτΕ!)
είναι, ας πούμε, άθεοι, θα πρέπει να κάνουν
υπεύθυνη δήλωση ότι θέλουν τα παιδιά τους να μην
διδάσκονται θρησκευτικά! Όταν καταργήθηκε και
περιορίστηκε πριν από χρόνια η διδασκαλία των
Αρχαίων Ελληνικών, κανείς δεν σκέφτηκε να
παρέμβει και να πει πως καταστρέφουμε την εθνική
μας παιδεία και πολιτισμική συνείδηση - τώρα οι
δικαστές μας (μα αυτό από πού κι ως πού …)
υποκαθιστούν τους εκπαιδευτικούς μας και το
Υπουργείο Παιδείας και μας λένε ‘πόσα’
θρησκευτικά πρέπει να μαθαίνουμε – καμιά ιδέα
για τη … Βιολογία και τη Γυμναστική παρακαλώ;” (Κ.
27/5). “Απειλείται λοιπόν, η εθνική συνείδηση από
το λεξικό Μπαμπινιώτη, απειλείται και η
θρησκευτική συνείδηση, επειδή οι ώρες
διδασκαλίας των θρησκευτικών δεν είναι
‘ικανές’. Κι όμως, η κοινή γλώσσα, αποτελεί τη
‘νόρμα’, τον κανόνα, το μέτρο κρίσης και
σύγκρισης της γλωσσικής επικοινωνίας της
κοινότητας – κι αν μια απαξιωτική σημασία
υφίσταται, αυτό δεν βαρύνει το λεξικό που την
καταγράφει, αλλά την κοινότητα που την
καθιερώνει. Κι όμως, ο ρόλος της Εκκλησίας είναι
πρωτεύων και καθοριστικός σε πολλές μορφές
κοινωνικής και ατομικής πρακτικής, σε πολλές
εκφάνσεις του δημόσιου και του ιδιωτικού βίου –
κι αν ο λόγος της εκπίπτει, αυτό δεν οφείλεται,
ασφαλώς στο ότι δεν έχει επιβληθεί στον
επιθυμητό βαθμό η ‘θεωρητική’ και ιδεολογική
προετοιμασία των νέων που γίνεται με το μάθημα
των θρησκευτικών, αλλά στην αξιοπιστία του” (Κ.
28/5). Τηρώντας τις ισορροπίες, τα Ν. (27/5) όπως και το
ΕΘ. της ίδιας ημέρας περιορίζονται στο να
παρουσιάσουν την απόφαση χωρίς περαιτέρω
σχολιασμούς και χωρίς αντίλογο. Την επομένη,
ωστόσο, και οι δυο εφημερίδες παραθέτουν απόψεις
που επικρίνουν την απόφαση. “‘Το μάθημα θα
έπρεπε να είναι προαιρετικό’’’ [Ν. Τσούλιας,
πρόεδρος της ΟΛΜΕ και Αιμ. Μεταξόπουλος, πρύτανης
Παντείου (Ν. 28/5)]. “‘Το δικαστήριο υπερβαίνει τα
όρια της ακυρωτικής του αρμοδιότητας καθώς
υπεισέρχεται στην ουσιαστική κρίση της
διοίκησης για τον κατάλληλο αριθμό των ωρών
διδασκαλίας”’ [Α. Μανιτάκης: (ΕΘ. 28/5)].
Περισσότερο ‘‘ευτυχής’’ για την απόφαση (όπως
υποδηλώνει και ο τίτλος του σχετικού
δημοσιεύματος) ο Ε.Τ. (27/5) παρουσιάζει τη μητέρα
και δικηγόρο η οποία έκανε την προσφυγή στο ΣτΕ
και δικαιώθηκε από την απόφαση: “Η μάνα που
έσωσε τα θρησκευτικά”.
Το μέγεθος της ανελευθερίας και του
συντηρητισμού που, διακατέχουν όχι μόνο την
ελληνική κοινωνία αλλά και τμήμα της ελληνικής
διανόησης, αποδεικνύεται και από την
‘‘εθνική’’ και ‘‘αντεθνική’’ χροιά που
αποδίδεται σε επιστημονικές εργασίες, όταν αυτές
καταπιάνονται με ευαίσθητα ζητήματα όπως αυτά
των μειονοτήτων, της διαμόρφωσης εθνικής
συνείδησης και της καλλιέργειας των όποιων μύθων
στοιχειοθετούν την ταύτιση με το ‘‘εθνικό’’.
Μια εργασία επιστημόνων που θέτει εν αμφιβόλω
την ύπαρξη των ‘‘Κρυφών Σχολείων’’ (διαλύοντας
εμμέσως και το μύθο που θέλει την Ορθόδοξη
Εκκλησία αποκλειστικό θεματοφύλακα της
ελληνικής παράδοσης και εθνικής ταυτότητας στα
χρόνια της Τουρκοκρατίας) αντιμετωπίζει την μήνη
της ελληνικής κοινής γνώμης. Προφητική η ΕΛ. (13/5),
επισημαίνει από την πρώτη στιγμή τι πρόκειται να
επακολουθήσει: ‘‘Σύμφωνα με το συγγραφέα, Α.
Αγγέλου, τα κρυφά σχολεία δεν υπήρξαν στην
πραγματικότητα, εκτός από μερικά σε ορισμένες
περιοχές, που ελέγχονταν από εξεγερμένους
Έλληνες. Η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Κρήτης,
Ε. Ζαχαριάδου, δηλώνει στο πρακτορείο Associated Press
ότι ‘αυτές οι ιστορίες (των κρυφών σχολείων)
είναι μύθοι που καλλιεργήθηκαν από την Εκκλησία,
για να ενισχύσει το γόητρό της μεταξύ των
Ελλήνων’. Προβλέπονται νέες εξεγέρσεις – όχι
κατά των Τούρκων, αλλά από τους Τουρκοφάγους,
κατά του συγγραφέα και της καθηγήτριας…’’. Πράγματι,
τα αποσπάσματα που ακολουθούν μαρτυρούν το πόσο
δίκιο είχε ο σχολιαστής της ΕΛ. ‘‘Πριν
περάσουμε σε άδικη επίθεση κατά του μεγάλου
ειδησεογραφικού πρακτορείου πρέπει να τονίσουμε
ότι υπεύθυνος για το όλο θέμα είναι ο καθηγητής
πανεπιστημίου και ιστορικός κ. Άλκης Αγγέλου, στο
βιβλίο του οποίου αναφέρεται και από εκεί
άντλησε την πληροφόρησή του το διεθνές
πρακτορείο για να κάνει την παρακάτω λεζάντα, η
οποία όμως θα κάνει τους Τούρκους και τους
φιλότουρκους πανευτυχείς!’’ (…) ‘‘Το νέο
βιβλίο βγάζει το συμπέρασμα ότι αυτά τα σχολεία
δεν υπήρξαν, ότι οι κληρικοί δεν ήταν όλοι ήρωες
και ότι οι Τούρκοι δεν ήταν όλοι τυραννικοί
κατακτητές αποφασισμένοι να ποδοπατήσουν,
διαγράφοντάς την ελληνική κουλτούρα!’’ (…) ‘‘Η
συγκυρία για μια αμφισβήτηση του ρόλου του ράσου
στην εποχή της Τουρκοκρατίας, ύστερα από τα
σχόλια κατά του Αρχιεπισκόπου κ. Χριστόδουλου
και τα όσα εκείνος είπε στον μνημειώδη λόγο του,
κατά την ενθρόνισή του, για τον ρόλο που έπαιξε ο
Κλήρος και η Ορθοδοξία στη διατήρηση του
Ελληνισμού, μοιάζει να υπηρετεί και άλλους
στόχους, εκτός από την παρουσίαση του βιβλίου του
κ. Αγγελόπουλου σε παγκόσμια κλίμακα!. Η ουσία,
όμως είναι ότι σε όλο αυτό το ζήτημα, το οποίο
πρέπει να μας απασχολήσει – η στήλη περιμένει
την τυχόν αντίδρασή σας – ισχύει ακόμη μια φορά
το ‘‘εξ οικείων τα βέλη’’…’’ [Ε. Μπίστικα,
αρθρογράφος (Κ. 13/5)]. ‘‘Βεβαίως δεν ευθύνεται το
Associated Press για το διεθνή διασυρμό της Ιστορίας μας
και της παραδόσεώς μας. Ηλίου φαεινότερο ότι
κάποιος Γραικύλος είχε την πρωτοβουλία της
επαίσχυντης αυτής πράξης, που συνιστά εθνική
ντροπή. Είναι όμως και πράξη ακατανόητη, διότι
σιγά τώρα μην ενδιέφερε το ‘Κρυφό Σχολειό’ την
παγκόσμια κοινή γνώμη, ένα θέμα αποκλειστικά
ελληνικού ενδιαφέροντος και τέλος πάντων, όχι
για μια προβολή με τον τρόπο που μέσω μάλιστα
ενός διεθνούς πρακτορείου ειδήσεων. Αλλά οι
γνωστοί Γραικύλοι ιδεοληψίες, που διαθέτουν τα
μέσα σε ξένα μέσα δημοσιότητας, αυτοί που
επαναφέρουν κάθε τόσο το θέμα του ‘Κρυφού
Σχολείου’, δεν ενδιαφέρονται ασφαλώς για την
ιστορική αλήθεια, γιατί εκείνο που πρωτίστως και
θα έλεγα αποκλειστικά τους ενδιαφέρει είναι να
μειώσουν την προσφορά της Εκκλησίας προς το
Γένος εν ονόματι τάχα της ιστορικής αλήθειας’’
[επιστολή του συγγραφέα Κ. Σαρδέλη, (Κ. 15/5)]. Ο Β.
Κρεμμύδας, καθηγητής χειρουργικής, επίσης μέσω
επιστολής (Κ. 22/5) κρίνει ως ‘‘εξοργιστικά,
ανεδαφικά, ανιστόρητα και μειωτικά για τον
Ελληνισμό’’ αυτά που γράφτηκαν,
υποστηρίζοντας ότι συνιστούν ‘‘προσβολή των
ειδυλλιακών παραδόσεων του λαού μας’’. ‘‘Άλλοι
λαοί δεν έχουν παραδόσεις και τις κατασκευάζουν
εκ των υστέρων. Ενώ σε μας, βρίσκονται κάποιοι
δήθεν προοδευτικοί κουλτουριάρηδες και τις
διαγράφουν’’. Όλες οι παραπάνω τοποθετήσεις
εξαντλούνται σε μια στείρα αναπαραγωγή του μύθου
του ‘Κρυφού Σχολειού’, χωρίς απολύτως καμία
παράθεση επιστημονικών συμπερασμάτων
(συνοδευόμενα και από βιβλιογραφική τεκμηρίωση)
που να αναιρούν την άποψη του κ. Α. Αγγέλου,
δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για έναν επί της
ουσίας διάλογο και την εξαγωγή βάσιμων
συμπερασμάτων.
Ανάλογη ήταν και η αντιμετώπιση που
επεφύλαξε για το λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη,
μερίδα του πολιτικού και δημοσιογραφικού κόσμου,
ιδίως στη Βόρεια Ελλάδα. Αιτία αποτέλεσε η
δεύτερη ερμηνεία που απέδωσε ο γνωστός Έλληνας
γλωσσολόγος στο λήμμα ‘‘Βούλγαρος’’. Με την
επισήμανση ότι ο όρος χρησιμοποιείται υβριστικά
και καταχρηστικά, ο Γ. Μπαμπινιώτης, ως δεύτερη
ερμηνεία της λέξης, παραθέτει την προσφώνηση
οπαδών ομάδων της Βορείου Ελλάδας (και ιδίως του
Π.Α.Ο.Κ.) από φιλάθλους ομάδων της Κεντρικής και
Νότιας Ελλάδας, κυρίως δε, των Αθηνών. Η κατάθεση
ασφαλιστικών μέτρων κατά του συγγραφέα και η
απόφαση προσωρινής απαγόρευσης της διάθεσης του
λεξικού στη Θεσσαλονίκη ανοίγουν ένα νέο μέτωπο
αντιπαράθεσης στα ελληνικά μέσα: κατά πόσο οι
λέξεις είναι από μόνες τους προσβλητικές και
‘‘αντεθνικές’’ και όχι οι προθέσεις αυτών που
τις χρησιμοποιούν και που εν τέλει διαμορφώνουν
τη σημασία τους μέσα από τον καθημερινό λόγο.
Κατά πόσο μπορεί ο επιστημονικός λόγος να
φιμώνεται και να λογοκρίνεται και τέλος, κατά
πόσο μπορούν οι όποιες επικρίσεις να
στηρίζονται, όχι στην επιστημονική ουσία αλλά σε
μικροπολιτικές και συμφέροντα. Αυτό που κάνει
ακόμη περισσότερο παράδοξο το όλο γεγονός είναι
ότι αποδίδονται ‘‘αντεθνικές’’ προθέσεις σε
έναν κατεξοχήν ‘‘εθνικό’’ επιστήμονα που σε
όλη του τη ζωή υπεράσπισε τη γλωσσική καθαρότητα
της ελληνικής γλώσσας και την αποστέρησή της από
λέξεις που μαρτυρούν το όποιο πολυπολιτισμικό
‘‘αμαρτωλό’’ παρελθόν της. “Ο καθηγητής του
Τομέα Γλωσσολογίας του Αριστοτέλειου
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και διευθυντής του
τμήματος Γλωσσολογίας του Κέντρου Ελληνικής
Γλώσσας, κ. Χρηστίδης, στην παρέμβασή του,
υπερασπίζεται μεν το δικαίωμα έκφρασης του Γ.
Μπαμπινιώτη, δεν παραλείπει δε να του προσάψει
‘ότι εδώ και δυο δεκαετίες καλλιεργεί ο ίδιος
απόψεις γλωσσικής ‘κάθαρσης’ και επενδύει
μεταξύ άλλων σε ποικίλες εκδοχές εθνικισμού και
άγονης Ελληνολατρίας”’ (ΕΛ. 29/5). “Με άλλα
λόγια, δικαίως απέναντι στις κριτικές
επικαλείται [ο Γ. Μπαμπινιώτης] την εθνική του
τοποθέτηση, γιατί έχει πράγματι, μια αντίληψη για
το έθνος και την εθνική γλώσσα, με την πολύ πάγια,
θα την έλεγα, σημασία του επιθέτου εθνικός” [Α.
Φραγκουδάκη (Ν. 27/5)].
Ο πρώην πρόεδρος της ΑΕΚ, Μ. Τροχανάς
και ο Ε. Ιωαννίδης, πρόεδρος της ΠΑΕ Άρης
χαρακτηρίζουν την παράθεση της επίμαχης
ερμηνείας ‘‘παλιανθρωπιά’’ (Ε.Τ. 23/5) ενώ ο
υπεύθυνος της Ένωσης Ποδοσφαιρικών Σωματείων
Μακεδονίας, Δ. Ψωμιάδης, υποστηρίζει ότι ‘‘πρόκειται
για ηλιθιότητα-πρόκληση του Αθηναϊκού
κατεστημένου’’ (ΕΛ. 23/5). Κι αν, για ορισμένους,
αυτές οι τοποθετήσεις φαντάζουν
‘‘δικαιολογημένες’’ (ακριβώς επειδή
προέρχονται από το χώρο των αθλητικών σωματείων,
οπότε η επιστημονική διερεύνηση του θέματος
περιττεύει) τότε οι δημόσιες (ΕΘ. 26/5)
τοποθετήσεις, περί ‘‘λεξικογραφικού
σφάλματος’’ του υπουργού Πολιτισμού (και
Συνταγματολόγου), Ε. Βενιζέλου, ‘‘ατοπήματος’’
του πρώην υπουργού Δημοσίας Τάξεως, Σ. Παπαθεμελή
και ‘‘μεγάλου λάθους’’ του υπουργού
Μακεδονίας Θράκης, Φ. Πετσάλνικου, θα πρέπει να
θεωρηθούν αποφασιστικής σημασίας για την
δικαστική (απαγορευτική) απόφαση που
επακολούθησε. Ο Θ. Λαζαρίδης, υποψήφιος δήμαρχος
Θεσσαλονίκης, πρότεινε ‘‘να αφαιρεθεί’’ (ΕΘ.
26/5) η επίμαχη ερμηνεία με το αιτιολογικό ότι
συνιστά ύβρη, ο Θ. Ασπασίδης, δημοτικός σύμβουλος,
αναφερόμενος στο ίδιο λήμμα το χαρακτήρισε ‘‘ανίερο’’
και ‘‘αντεθνικό’’, απαιτώντας τη λήψη ‘‘ασφαλιστικών
μέτρων και προσωπική κράτηση ενός έτους’’ (ΕΘ.
26/5), ενώ ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Ε.
Χαϊτίδης, χαρακτηρίζει “πρωτοφανές,
απαράδεκτο και υβριστικό” το περιεχόμενο του
λεξικού (Ε.Τ. 28/5). Με τη σειρά του ο Γ. Καζάζης,
αντιπρόεδρος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας,
καθηγητής και φιλόλογος, διαφωνεί με την
δικαστική απόφαση, διαφωνεί όμως και με την
απόφαση του Γ. Μπαμπινιώτη να συμπεριλάβει τη
δεύτερη ερμηνεία στο λεξικό. Κατά την άποψή του,
θα έπρεπε να υπάρχει ενσωματωμένο, στο λεξικό,
ένα ολοκληρωμένο ειδικό γλωσσάριο κι όχι
μεμονωμένα κάποιες από τις λέξεις και εκφράσεις
των γηπέδων. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Ε.
Κριαράς, λεξικογράφος και καθηγητής στο
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ο οποίος κρίνει ‘‘υπερβολική’’
τη δικαστική απόφαση για τα ασφαλιστικά μέτρα
επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι ‘‘θεωρεί εντελώς
περιττή μια τέτοια καταγραφή σε ένα λεξικό
περιωπής’’ όπως επίσης την ‘‘καταγραφή
πολλών αισχρών εκφράσεων’’ (ΕΛ. 26/5).
Το είδος και την ποιότητα των
επιχειρημάτων, υπέρ της αφαίρεσης από το λεξικό
του επίμαχου λήμματος, χαρακτηρίζει μια
ιδιόμορφη ευρύτητα: Από το θεωρητικό πλαίσιο της
‘‘νομιμοποίησης’’ λέξεων μέσω ενός λεξικού
μέχρι την ενδυνάμωση των αλυτρωτικών βλέψεων των
Βαλκάνιων γειτόνων μας. “Το λεξικό Μπαμπινιώτη
δεν καταγράφει πιστά και αντικειμενικά μια
πραγματικότητα… Εξογκώνει ένα πραγματικό
περιθωριακό φαινόμενο” [Κ. Ζουράρις (ΕΛ. 27/5)]. “Από
την πλευρά της η κ. Παπασταύρου, [πρόεδρος του
Πανελληνίου Συλλόγου Οικογενειών Πεσόντων
αεροπόρων] παρατηρεί ως προς το επίμαχο λήμμα
“Βούλγαρος”: “Μην μου πείτε πως δεν
αντιληφθήκατε ότι η ανάλυσή σας αυτή κρύβει
γεωγραφικό προσδιορισμό για τους Μακεδόνες. Και
ότι δεν είναι φράση σπερματική επικίνδυνων
ερεισμάτων, υπέρ των γειτόνων μας, οι οποίοι
καραδοκούν να αρπάξουν στον αέρα ό,τι ήθελον
πετάξει στο ανοικτό στόμα τους οι ντόπιοι
κίβδηλοι Έλληνες, σε βάρος των ακίνδυνων
Μακεδόνων; Και οπωσδήποτε αυτό πρέπει να έχει
νομική συνέπεια. Είναι δυνατόν, τέτοιες
σκοτεινές και ύπουλες ενέργειες να έχουν την
επικύρωση των εντεταλμένων της εξωτερικής, αλλά
και της εσωτερικής μας πολιτικής;” (Ν. 30/5). “Κι
ακόμη πιο παρήγορο θα ήταν όλοι αυτοί οι
ευαίσθητοι να ξεσηκωθούν κατά των Σκοπιανών που
εμμένουν εμμανώς στη μονοπώληση της
Μακεδονίας…” [Σ. Καργάκος (Ε.Τ. 30/5)].
Οπωσδήποτε, δεν απουσιάζει και ο
αντίλογος με κύριο αντεπιχείρημα την φίμωση της
επιστημονικής έρευνας και τον περιορισμό της
ελεύθερης έκφρασης, με αντάλλαγμα έναν
‘‘εθνικώς ορθό’’ πολιτικό και επιστημονικό
λόγο. ‘‘Στο τέλος σκέφτομαι ότι τους Έλληνες
είτε Βούλγαρους τους πεις, είτε Τούρκους, είτε
Γερμανούς, είτε Άγγλους, είτε Αμερικάνους, τους
βρίζεις. Έτσι νιώθουν, τουλάχιστον, έτσι το
εισπράττουν. Διότι πιστεύουν ότι είναι ανώτεροι
των πάντων: ο περιούσιος λαός! Όλοι οι άλλοι είναι
απλώς οδοντόκρεμες. Για την ακρίβεια, ή βάρβαροι
ή ‘αδερφές’’’ [Ν. Τσαγκρής (ΕΘ. 26/5)]. “Πρόκειται
για μια αντίδραση πρωτόγονου εθνικιστικού
εγωισμού που αποδεικνύει – για άλλη μια φορά –
ότι στον τόπο μας αυτό που ενοχλεί δεν είναι το
πρόβλημα αλλά η επισήμανσή του” [Γ. Μαύρος,
νομικός σύμβουλος της εφημερίδας (Ε.Τ. 27/5)]. “Το
δίδαγμα είναι ότι αρκεί η επίκληση - αληθινή ή
υποκριτική – της εθνικής υπερηφάνειας για να
παραλύσει, έστω και προσωρινά, κάθε κριτική
λειτουργία της κοινωνίας” (Ε.Τ. 29/5). ‘‘Σε
διεθνή διακωμώδηση της χώρας κινδυνεύουν να
οδηγήσουν οι αντιδράσεις ορισμένων κύκλων στη
Θεσσαλονίκη για το λήμμα ‘Βούλγαρος’’’ [Π.
Ευθυμίου (Β. 24/5)]. “Πρωτοφανές φαινόμενο η
δικαστική απόφαση για την προσωρινή απαγόρευση
διάθεσης στη Θεσσαλονίκη του λεξικού” (Κ. 27/5). “Το
πιο σημαντικό και θεμελιώδες όμως είναι η
απαγόρευση κυκλοφορίας ενός δημοσιεύματος,
επειδή η πλειοψηφία των εκπροσώπων της πολιτικής
εξουσίας ή και ολόκληρης της κοινωνίας το θεωρεί
αντεθνικό. Αν η πολιτική εξουσία και ακόμη
χειρότερα, η κοινωνία αποδέχεται ότι πρέπει να
απαγορεύεται η δημόσια έκφραση μιας άποψης που
θεωρείται ή είναι αντεθνική, τότε πλήττεται η
θεμελιώδης αρχή της δημοκρατίας και παύει να
υπάρχει η ελευθερία του λόγου”. [Α. Φραγκουδάκη
(Ν. 27/5)]. Η ίδια αρθρογράφος υποστηρίζει επίσης ότι
καλό θα ήταν να είχε επισημανθεί και η πηγή της
υβριστικής νοηματοδότησης της λέξης: “Η λέξη,
όταν πρωτοφωνάχτηκε ως ύβρις σήμαινε
‘κομμουνιστές’. Και για όποιον έχει την ηλικία
να θυμάται, λεγόταν τότε όχι μόνο στα γήπεδα αλλά
και στα σχολεία ότι οι (Έλληνες) κομμουνιστές “δεν
είναι Έλληνες αλλά Βούλγαροι”’ (Ν. 27/5). “Η
ικανότητά τους να χρησιμοποιούν θεσμούς της
Πολιτείας για να απαγορεύσουν την κυκλοφορία
ενός βιβλίου είναι ωστόσο ανησυχητική. Είναι η
συνέπεια του σοβινιστικού πυρετού που
εμφανίστηκε στην κοινωνία μας μετά το τέλος του
ψυχρού πολέμου”. (…) “Στην υπόθεση της ονομασίας
της Μακεδονίας υπήρξε σαφής αδυναμία να δεχθούμε
ότι η σημασία των λέξεων δεν υπαγορεύεται από
πολιτικούς νόμους. Οι λέξεις ανήκουν … στη
σημασία τους” [Α. Κούρκουλος (Κ. 27/5)]. Ο ίδιος ο
‘‘παθών’’, σχολιάζοντας τα συμβάντα, αναφέρει: “Θεωρώ
ότι μπαίνουμε σε μια πρακτική και λογική
λογοκρισίας της επιστημονικής έκφρασης και
μάλιστα σε πεδία όπου ο επιστήμονας δεν εκφράζει
προσωπικές απόψεις αλλά καταγράφει κοινωνικές
πραγματικότητες” (Ν. 27/5).
Αλβανία και Αλβανοί
Ελάχιστα είναι (συγκριτικά με το
πρόσφατο παρελθόν) τα δημοσιεύματα που
αναλώνονται στην περιγραφή της πολιτικής,
κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης της
Αλβανίας και των κατοίκων της. Η γενικότερη
εκτίμηση είναι ότι οι σχέσεις Ελλάδας και
Αλβανίας είναι καλύτερες από ποτέ και τα
περιθώρια στενότερης συνεργασίας μεγάλα, όσο
εξάλλου είναι τα περιθώρια και η αναγκαιότητα
για περαιτέρω ανάπτυξη της γείτονας χώρας,
προκειμένου να εξασφαλιστεί η ουσιαστική
συμμετοχή της στην Ευρώπη. Ωστόσο, ένα από τα
μόνιμα σημεία τριβής και βασικό πεδίο άσκησης
κριτικής προς την κυβέρνηση από τον
αντιπολιτευόμενο τύπο, αποτελεί η Ελληνική
μειονότητα στη Νότια Αλβανία. Η κυβέρνηση Σημίτη
έχει κατά διαστήματα επικριθεί για τη χαλαρότητα
(όπως υποστηρίζεται) που έχει επιδείξει στο όλο
θέμα, προκειμένου να μην διαταράξει τις σχέσεις
της με τους σοσιαλιστές κυβερνώντες στην
Αλβανία. Μάλιστα, οι παραλληλισμοί (και λόγω
επικαιρότητας) με την κατάσταση στο Κοσσυφοπέδιο
καλλιεργούν ένα “νομιμοποιητικό” (προς την
κατεύθυνση των συγκεκριμένων απαιτήσεων) κλίμα.
Χαρακτηριστικό το απόσπασμα /σχόλιο που
ακολουθεί: “Βρέθηκε επιτέλους ένας Έλληνας
πολιτικός που τόλμησε να μιλήσει για το
Πρωτόκολλο της Κέρκυρας και μάλιστα σε Ευρωπαϊκό
Φόρουμ, αλλά οι πληρωμένοι κονδυλοφόροι του
εκσυγχρονισμού έσπευσαν να τον κατασπαράξουν,
παραπέμποντας συλλήβδην στα… ξερονήσια.
‘Κήρυξε αυτονομία στη Β. Ήπειρο’, κραύγαζαν εν
χορώ με τη γνωστή απαξίωση τα φερέφωνα του
Ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών που ξέρει να
αποδέχεται μόνο τις διεκδικήσεις ρακένδυτων
γειτόνων, αλλά όταν έρχεται να μιλήσει για τις
δικές μας φέρνει… την καταστροφή. Κι όμως ο
ευρωβουλευτής της ΠΟΛ.ΑΝ που βρέθηκε στο
στόχαστρο δεν είπε τίποτα παραπάνω από το
αυτονόητο. Ότι δηλαδή στην περίπτωση της Β.
Ηπείρου και σε αντίθεση με τις περιπτώσεις της
Βοσνίας, του Κοσσυφοπεδίου κλπ. Υπάρχει ήδη από
το 1914 διακηρυγμένη αυτονομία την οποία έχουν
προσυπογράψει, όχι μόνον όλες οι ευρωπαϊκές
δυνάμεις, αλλά και η ίδια η Αλβανία! Και αν μη τι
άλλο κάποιος πρέπει να δώσει μια απάντηση για το
αν τα Τίρανα που φιλοδοξούν να προσεγγίσουν την
Ευρώπη θα κληθούν επιτέλους να σεβαστούν τις
συμβατικές τους υποχρεώσεις” (Ε.Τ. 24/5).
Βουλγαρία και Βούλγαροι
Ελάχιστα τα δημοσιεύματα και αυτό το
μήνα, που αφιερώνονται στη γειτονική Βουλγαρία.
Τα εγκαίνια του Βουλγαρικού προξενείου και η
συνάντηση μεταξύ του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών,
Θ. Πάγκαλου και της ομολόγου του, Ν. Μιχαήλοβα,
καλλιεργούν ένα θετικό και αισιόδοξο (για τις
σχέσεις των δυο χωρών) κλίμα στον Ελληνικό τύπο. “Πάγκαλος
και Μιχαήλοβα στα εγκαίνια του Βουλγαρικού
προξενείου” (ΕΘ. 25/5). ‘“Εξαιρετικές’ οι
σχέσεις με Βουλγαρία” (ΕΛ. 25/5).
Μακεδονία και Μακεδόνες
Το ζήτημα εξεύρεσης μιας κοινά
αποδεκτής λύσης μεταξύ Ελλάδας και Μακεδονίας
για την ονοματοθεσία της γειτονικής
ακατονόμαστης Δημοκρατίας κερδίζει ολοένα
περισσότερους υποστηρικτές, κυρίως από τον
προοδευτικό δημοσιογραφικό και πολιτικό κόσμο.
Οι θιασώτες της άποψης υπέρ ενός αμοιβαίου
συμβιβασμού μοιάζουν περισσότερο να έχουν
αποδεκτεί τα διπλωματικά σφάλματα της Ελληνικής
πλευράς παρά το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των
γειτόνων. Με δεδομένο ότι έχει ήδη χαθεί
πολύτιμος χρόνος λόγω της αδιαλλαξίας της
Ελλάδας, προτείνεται να γίνει αποδεκτός ένας
συμβιβασμός με το καλύτερο (για την χώρα) δυνατό
αποτέλεσμα ώστε να αποφευχθεί αργότερα το
χειρότερο. Περισσότερο τώρα από ποτέ,
στηλιτεύεται η εθνικιστική δημαγωγία που
καλλιεργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια,
εμποδίζοντας την ομαλή εξέλιξη των σχέσεων των
δυο χωρών και την ανάληψη πρωταγωνιστικού ρόλου
από την Ελλάδα σε όλη τη Βαλκανική. Οι θέσεις του
Έλληνα υπουργού Γεωργίας, κ. Τζουμάκα αλλά και,
του Χ. Φλωράκη, πρώην αρχηγού του Κομμουνιστικού
Κόμματος της Ελλάδας συγκαταλέγονται στην
κατηγορία των τοποθετήσεων που κατακρίνουν την
μέχρι τώρα πολιτική και τα αποτελέσματά της και
επιδιώκουν να κάνουν σαφείς, πέρα από τις όποιες
παρεξηγήσεις και στερεότυπα, τις Μακεδονικές
αιτιάσεις: “‘Είναι πολύ εύκολη λύση να κάνεις
δημαγωγία για παράδειγμα, με τα εθνικά θέματα.
Φοβεροί τύποι, έχουμε ολόκληρη σχολή εθνικών
θεμάτων πλέον. Και όλοι αυτοί οι τύποι είναι
Ελληνο-τουρκο-τύποι και μας προέκυψε και το
Μακεδονικό, άλλη σχολή αυτή…”
“- Αλήθεια ποιος το δημιούργησε το
Μακεδονικό;”
“-Μια ομάδα από το ΠΑ.ΣΟΚ. που
συμμάχησε με τον κ. Σαμαρά, ο οποίος ήθελε να
γίνει αρχηγός κόμματος”’ [Κ. Τζουμάκας (Ε.Τ.
11/5)]. ‘“Ο πρόεδρος Γκλιγκόροφ μας έκανε μια
διευκρίνιση ότι ονομάζουν τη χώρα τους
Δημοκρατία της Μακεδονίας και με την έννοια της
Δημοκρατίας θέλουν να δείξουν ότι είναι ένα
κράτος το οποίο φτάνει μέχρι τα Ελληνικά σύνορα
και τα Βουλγαρικά. Ήταν όμως κατηγορηματικός ότι
δεν διεκδικούν ελληνικά εδάφη, αντίθετα σέβονται
την εθνικά ανεξαρτησία και ακεραιότητα της
Ελλάδας, μίλησε για Ελληνική Μακεδονία, πράγμα
που είναι σημαντικό, και φυσικά τάχτηκε υπέρ των
φιλικών και οικονομικών σχέσεων των δυο χωρών.
Κατά τη γνώμη μου, ήταν πολύ θετικός σε όλα αυτά ο
Γκλιγκόροφ’” [Χ. Φλωράκης (ΕΛ. 7/5)].
Ωστόσο, είναι φανερό ότι ένα μεγάλο
μέρος της κοινής γνώμης εξακολουθεί να δείχνει
ανέτοιμο να αποδεκτεί συμβιβαστική λύση στο
ζήτημα της ονομασίας, πόσο μάλλον να αναγνωρίσει
την ύπαρξη Μακεδονικού έθνους και κράτους αλλά
και την ύπαρξη Μακεδονικής μειονότητας στο
Ελληνικό έδαφος. “Πατάει ο Ιάσων ένα κουμπί και
βγαίνει μέσα από τη συσκευή, αντί για φωνή, ένα
λευκό χαρτί, όπου σχετικά με την Ελλάδα με
πληροφορεί: ‘Οι γηγενείς Έλληνες αποτελούν την
πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας, με το
υπόλοιπο να αποτελείται από Μακεδόνες, Τούρκους,
Αλβανούς, Βούλγαρους και Αθίγγανους’. Αυτά η
‘Μπριτάνικα’…! Διερωτώμαι: από την Καρακασίδου,
το χαϊδεμένο παιδί των Αμερικανικών
Πανεπιστημίων, πήρε η εγκυκλοπαίδεια τα
στοιχεία; Και για να μην έχουμε καμιά αμφιβολία
για τις προθέσεις της, τοποθετεί βορείως της
Μακεδονίας με μεγαλογράμματη γραφή τη λέξη
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, με πρωτεύουσα τα Σκόπια! Βέβαια δική
τους είναι η εγκυκλοπαίδεια και οι άνθρωποι ό,τι
θέλουν γράφουν!” [Σ. Καργάκος, πανεπιστημιακός,
(Ε.Τ. 15/5)]. “Τα Σκόπια δεν ήταν ποτέ Μακεδονία. Κι
αν δόθηκε για πολιτική σκοπιμότητα η ονομασία
Μακεδονία στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία
ήταν μια από τις Ομοσπονδίες και όχι μακεδονικό
κράτος.” (…) “Μακεδονική γλώσσα δεν υπήρχε και
δεν υπάρχει” [επιστολή Ο. Πλανάκη (ΕΛ. 22/5)].
Ρουμανία και Ρουμάνοι
Και αυτό το μήνα τα δημοσιεύματα που
αφιερώνονται στη Ρουμανία μετριούνται στα
δάκτυλα του ενός χεριού. Αφορούν κυρίως την
οικονομική πορεία της χώρας και το λαθρεμπόριο
τσιγάρων. “Ρουμανία ενεκρίθη ο
προϋπολογισμός” (Κ. 27/5).
Σερβία και Σέρβοι
Η έκρυθμη κατάσταση στο
Κοσσυφοπέδιο βρίσκεται και πάλι στο προσκήνιο. Ο
συντηρητικός, αντιπολιτευόμενος τύπος,
παραδοσιακά φιλοσερβικός, είναι αυτός που,
κυρίως, προβάλλει την επίσημη Σερβική άποψη,
κάνοντας λόγο για Αλβανικό εθνικισμό που
υποσκάπτει τα θεμέλια ενός ήδη, πολλαπλώς, από τη
Δύση και τις Η.Π.Α., τραυματισμένου κράτους. Η
Αλβανόφωνη μειονότητα, “μια όχι και τόσο αθώα
μειονότητα” (Ε.Τ. 31/5) αποτελεί το πρόσχημα. Η
ουσία βρίσκεται αλλού: “Ο Κλίντον – και ο κάθε
Κλίντον – έχει γραμμένο στα παλιά του τα
παπούτσια το διεθνές δίκαιο και το θυμάται μόνο
αν και όταν τον βολεύει. Ο Σαντάμ και ο Μιλόσεβιτς
βαφτίστηκαν ‘χασάπηδες’ επειδή έτσι βόλευε τον
ίδιο και την πολιτική του. Αν έπαιζαν το παιχνίδι
του θα ήταν καθ’ όλα ‘αξιοπρεπείς και
αξιόπιστοι’ συνομιλητές του. Όπως δηλαδή είναι
οι Τούρκοι χασάπηδες της Κύπρου, που επί 24 χρόνια
γράφουν στα δικά τους παπούτσια τον ΟΗΕ και τις
αποφάσεις του και φυσικά δεν το κάνουν επειδή
τους παίρνει να το κάνουν, αλλά επειδή τους το
επιτρέπουν οι διάφοροι Κλίντον και Μπλερ” (ΕΘ.
20/5). “Στο πρόσωπο του Σ. Μιλόσεβιτς η εκδικητική
πολιτική των Η.Π.Α., που ποτέ δεν συγχώρησε την
‘ανυπακοή’ του Βελιγραδίου, ισοπεδώνει ξανά
ολόκληρο το Σερβικό έθνος” (Ε.Τ. 31/5). Οι Σέρβοι,
ακριβώς επειδή υπήρξαν σύμμαχοι στο παρελθόν
εναντίον των Τούρκων, ακριβώς επειδή είναι
Ορθόδοξοι Χριστιανοί και ακριβώς επειδή, ακόμη
και τώρα, αντιδρούν στα “ιμπεριαλιστικά” σχέδια
της Τουρκίας και των υποστηρικτών της
απολαμβάνουν την ιδιαίτερη εκτίμηση του
συντηρητικού, κυρίως τύπου. “Και με τους
ΝΑΤΟϊκούς στρατιώτες σε ρόλο ‘χωροφύλακα’
είναι βέβαιο ότι, στην απολύτως ορατή περίπτωση
επιβολής νέων οικονομικών κυρώσεων εις βάρος της
Σερβίας, δεν θα μπορεί να περάσει “ούτε
κουνούπι” από το Ελληνικό έδαφος προς τη φίλη,
σύμμαχο και ομόδοξο χώρα” (Ε.Τ. 29/5). “Η
συναίνεση μιας Ελληνικής κυβέρνησης σε αυτή τη
συλλογική μεθόδευση σε βάρος της Σερβίας
αποτελεί αναμφίβολα ‘πολιτική ατιμία’, σε βάρος
μιας φίλης, συμμάχου και ομόδοξης χώρας, η οποία
κακά τα ψέματα αποτελεί και το τελευταίο
αντιτουρκικό ανάχωμα στα Βαλκάνια. Εκτός όμως
από ανιστόρητη και καιροσκοπική πολιτική
επιλογή, αποτελεί και πρώτου μεγέθους εθνικό
ατόπημα των κ. Σημίτη και Πάγκαλου, το οποίο θα
κληθεί να πληρώσει στο μέλλον η χώρα. Γιατί, όπως
επανειλημμένως έχουμε προειδοποιήσει, αν σήμερα
είναι η σειρά της Σερβίας και του Κοσσυφοπεδίου,
μεθαύριο θα έρθει η σειρά της Ελληνικής Θράκης,
όπου οι ισχυροί του πλανήτη θα κάνουν μια ακόμη α
λα καρτ διαπίστωση ‘μειονοτικού προβλήματος’
(Ε.Τ. 31/5). Η κατάρρευση της κυβέρνησης Κόντιτς
αναγνωρίζεται από το σύνολο του τύπου ως
προσπάθεια από μέρους του Σ. Μιλόσεβιτς να
επαναφέρει το πολιτικό παιχνίδι της χώρας στα
μέτρα του, ενόψει μάλιστα εκλογών στο
Μαυροβούνιο. Ωστόσο ο αντιπολιτευόμενος τύπος
φαίνεται πως εντάσσει την παρέμβαση αυτή στις
αδιαμφισβήτητες ικανότητες ενός ηγέτη όπως ο
Μιλόσεβιτς, ενώ ο περισσότερο προοδευτικός τύπος
κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, εκτιμώντας ότι
διακυβεύεται, για μια ακόμη φορά, η πολιτική
σταθερότητα στη χώρα. "‘Νίκη’ Μιλόσεβιτς η
κατάρρευση της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση της
Γιουγκοσλαβίας υπό τον πρωθυπουργό Ράντογιε
Κόντιτς κατέρρευσε χθες, όταν καταψηφίστηκε κι
από τα δυο σώματα της βουλής. Ήταν μια ακόμη
απόπειρα του Σ. Μιλόσεβιτς να θέσει υπό έλεγχο
τους αντιπάλους του. Σύμφωνα με το Σύνταγμα,
αναλαμβάνει ο πολιτικός του φίλος Μ.
Μπουλάτοβιτς. Ο κ. Μιλόσεβιτς θέλει να κλονίσει
το δυτικό φίλο πρόεδρο του Μαυροβουνίου, προ των
γενικών εκλογών, που θα διεξαχθούν εκεί στις 31/5”
(Ε.Τ. 19/5). “Επικίνδυνα πολιτικά παιχνίδια του
Μιλόσεβιτς. Η ευθεία ρήξη του με το Μαυροβούνιο
ενέχει τον κίνδυνο ενός νέου κύκλου
αιματοχυσίας” (Κ. 21/5).
Το μεγαλύτερο μέρος του τύπου,
εμφανίζεται ιδιαίτερα προσεκτικό στις
τοποθετήσεις του, αντιμετωπίζοντας το όλο ζήτημα
με “επιφανειακή” ουδετερότητα. Παρουσιάζονται
και τις δυο πλευρές ωστόσο, υιοθετείται εμμέσως,
πλην σαφώς, ο Σερβικός ορισμός της κατάστασης.
Γίνεται λόγος λιγότερο για την ανάγκη σεβασμού
των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και περισσότερο για
“αποσχιστικές τάσεις εξτρεμιστών” και
“Αλβανόφωνους” αντί “Αλβανούς”, υποδηλώνοντας
ότι οι τελευταίοι δεν αποτελούν εθνική αλλά
γλωσσική μειονότητα. “Ενθαρρυμένοι από την
υποστήριξη που τους παρέχει η Δύση, οι
Αλβανόφωνοι του Κόσοβο απορρίπτουν κάθε πρόταση
του Βελιγραδίου για διάλογο και θέτοντας σαν
τελικό στόχο την ανεξαρτητοποίηση, παρασύρουν
στην κατεύθυνση αυτή και τους Αλβανούς της FYROM,
καθώς οι περιοχές του Κόσοβου και του Τέτοβου
συνορεύουν με την Αλβανία και αποτελούν
συγκοινωνούντα δοχεία. Για τις εξελίξεις στο
Κόσοβο βεβαίως, δεν είναι αμέτοχη και η Σερβική
ηγεσία. Όπως έλεγε ανώτατη διπλωματική πηγή, ο Σ.
Μιλόσεβιτς αδυνατώντας να κατανοήσει τις
αλλαγές που έχουν γίνει διεθνώς ‘κτυπά το κεφάλι
του στον τοίχο’ αρνούμενος να δώσει με τη θέλησή
του αυτά που γνωρίζει ότι αργά ή γρήγορα θα του
επιβάλλει η διεθνής κοινότητα να προσφέρει στους
Αλβανούς”. (ΕΘ. 3/5).
Τουρκία και Τούρκοι
Το ζήτημα του σεβασμού των
ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε συνδυασμό με το
ιδιόμορφο πολιτικό και στρατιωτικό καθεστώς της
χώρας, βρίσκεται και πάλι στο προσκήνιο, αυτή τη
φορά, με αφορμή την απόπειρα δολοφονίας του
Τούρκου υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,
στην Τουρκία, Α. Μπιρντάλ. “Εξοργιστική η
αντίδραση των Τουρκικών αρχών στην απόπειρα
δολοφονίας του γνωστότερου υπερασπιστή των
Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη χώρα του – λες και
δεν είναι το ίδιο το καθεστώς που τον έκανε στόχο
– αφήνοντας να διαρρεύσουν οι ‘πληροφορίες’
για τις σχέσεις του με τον Οτζαλάν. Υποκριτική η
οργή των δυτικών πρωτευουσών λες και δεν είναι
εκείνες που κλείνουν τόσα χρόνια τα μάτια στις
παραβιάσεις των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων” (Ν.
14/5). Η σημασία των μέσων ενημέρωσης, ο ρόλος που
αυτά διαδραματίζουν στην καλλιέργεια και
ενδυνάμωση αρνητικών στερεοτυπικών εικόνων για
την Τουρκία και, ο τρόπος που αξιοποιούνται
εθνικιστικά, οι παραγόμενες προκαταλήψεις
επισημαίνονται, επί τη ευκαιρία αυτού του
γεγονότος. “Για την ακρίβεια δεν μάθαμε ότι
υπάρχει ο Μπιρντάλ: για μια ακόμη φορά μάθαμε ότι
υπάρχουν ακροδεξιοί, τρομοκράτες, παρακρατικοί
που τους ανέχονται (αν δεν τους χρησιμοποιούν) οι
Τουρκικές μυστικές υπηρεσίες. Δηλαδή ό,τι
χρειαζόταν για να αποδειχθεί ξανά το ζητούμενο:
το ‘σκοτεινό και βάρβαρο’ πρόσωπο της
γειτονικής χώρας. Η φωτεινή, φιλειρηνική,
δημοκρατική δραστηριότητα του Μπιρντάλ δεν είχε
ως τώρα απασχολήσει, από όσο ξέρω, τα ελληνικά
μέσα. Γιατί δεν ταιριάζει στην εικόνα που έχουμε,
στην εικόνα που καλλιεργούν για την Τουρκία. Αν
μάθουμε ότι υπάρχουν και από την άλλη πλευρά
δυνάμεις φιλειρηνικές θα αμβλυνθούν τα
αντιτουρκικά ανακλαστικά μας και αυτό θεωρείται
εθνικά επιζήμιο” (Β. 17/5).
Η Τουρκία παρουσιάζεται πάντα, τον
τελευταίο καιρό, σαν μια χώρα με έντονες
αντιφάσεις, εσωτερικά προβλήματα, ελλειμματική
ως προς το “ισοζύγιο Δημοκρατικής παράδοσης”,
σχεδόν “κομπλεξική”, όχι μόνο, απέναντι στο
παρελθόν της, αλλά και στο παρόν της, και (ίσως και
γι αυτό το λόγο) προκλητική απέναντι στην Ελλάδα. “Η
Τουρκική δημοκρατία ‘μαϊμού’, την οποία
εποπτεύει σε ρόλο ‘εγγυητή’ η στρατιωτική
ηγεσία, παραπαίει. Και οι υποστηρικτές της
Τουρκίας στη Δύση, Αμερικανοί (πρωτίστως) και
Ευρωπαίοι, βρίσκονται σε μεγάλη αμηχανία, μια και
το Τουρκικό ‘σταυρόλεξο’ δεν μπορεί να λυθεί
ούτε από τη ‘δυτικότροπη’ πολιτική τάξη της
χώρας ούτε από την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ματαίως η Δύση στηρίζει με χίλιους τρόπους την
‘ανάπηρη’ πολιτική ηγεσία της Τουρκίας και
διατηρεί στενούς δεσμούς με τον ‘αστέρα’
στρατηγό Μπιρ. Το τουρκικό ‘σύστημα’ του
λεγόμενου κεμαλισμού έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο
και μόνο με πολιτικά ή στρατιωτικά πραξικοπήματα
μπορεί να επιβιώνει, πράγμα που μόνο τους
‘ευρωπαϊκούς προσανατολισμούς’ της Άγκυρας δεν
ευνοεί” (Κ. 15/5). “Η ίδια ακριβώς η δομή της
τουρκικής κοινωνίας και το κολοβό πολιτικό
σύστημά της είναι αυτό που εγκλωβίζει τη χώρα.
Κάθε κίνηση εκδημοκρατισμού και
φιλελευθεροποίησης, απλώς θα απελευθέρωνε τις
φυγόκεντρες δυνάμεις της τουρκικής κοινωνίας
(εργατικό κίνημα, άνεργοι, άστεγοι κλπ.) που
σήμερα απλώς δεν τολμούν ν’ αντιδράσουν. Η
αντίφαση που κρύβει το Τουρκικό πολιτικό σύστημα
μοιάζει με δυναμίτη στα θεμέλιά του: Το καθεστώς
ανελευθερίας, που έχει επιβάλει το στρατιωτικό
κατεστημένο, ώστε να διαφυλάξει τον κοσμικό
χαρακτήρα του κράτους, είναι αυτό που ενισχύει το
ισλαμικό κίνημα” (ΕΘ. 22/5). “Αν πράγματι οι
‘14’ θέλουν τη σύνδεση της Τουρκίας με το
αντιδημοκρατικό στρατοκρατικό καθεστώς που
υπάρχει σήμερα στην Άγκυρα, δεν έχουν παρά να το
πουν ανοικτά και να πάψουν να υποκρίνονται. Να
ανεχθούν τις σφαγές των Κούρδων, την καταπάτηση
των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τους διωγμούς των
αντιφρονούντων, τη μονιμοποίηση του ‘Αττίλα’
στην Κύπρο, την περιφρόνηση του Διεθνούς
Δικαίου” [κύριο άρθρο (ΕΛ. 21/5)]. “Πρόκειται
για ένα κράτος που από τις αρχές του 20ου αιώνα, με
σωρεία εγκλημάτων και γενοκτονιών,
καταστρατηγεί τα ανθρώπινα δικαιώματα,
ξεπερνώντας συχνά σε θηριωδία και τη Ναζιστική
Γερμανία. Σήμερα βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο
παγκόσμιας αναξιοπιστίας και απέχθειας”
[επιστολή Π. Νάντσου Κ. (28/5)]. “Και τι θέλει να μας
πει ο κ. Γιλμάζ; Ότι οι Τούρκοι μεν δικαιούνται να
κατακτούν και να λεηλατούν και να σφάζουν; Αλλά
οι λαοί που υφίστανται την Τουρκική
‘μεταχείριση’ δεν δικαιούνται να πολεμήσουν
για την ελευθερία τους, τις εστίες τους, τις
εστίες των προγόνων τους;” (Ε.Τ. 5/5). ‘‘Θύματα
βίας στην οικογένεια το 25% των γυναικών στην
Τουρκία’’ (ΕΛ. 18/5).
Πολλές φορές, μάλιστα, ειδήσεις που
διακωμωδούν την αμφιταλάντευση της χώρας
ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν, ανάμεσα σε Δύση
και Ανατολή, επιστρατεύονται προκειμένου να
ενδυναμωθεί η εντύπωση ενός “ψευτό”-διλήμματος,
σε ό,τι αφορά την ταυτότητα και την προοπτική της
Τουρκίας. Το μήνυμα είναι ότι με τεχνητά μέσα και
“κατεργαριές” η Τουρκία προσπαθεί να αποδείξει,
πρώτα στην ίδια και, ύστερα στον υπόλοιπο κόσμο,
ότι αποτελεί (φύσει και δυνάμει) αναπόσπαστο
μέρος της Ευρώπης. ‘‘Υπό διωγμό βρίσκονται
στην Τουρκία και τα … γυναικεία εσώρουχα!
Σύμφωνα με δημοσίευμα της ‘Χουριέτ’, μετά από
διαταγή του δημάρχου Κονάκ Σμύρνης, η Αγορανομία
άρχισε την κατάσχεση γυναικείων εσωρούχων τα
οποία πωλούσαν πλανόδιοι μικροπωλητές. Όπως
αναφέρεται στο δημοσίευμα, κατασχέθηκαν 5.000
κομμάτια, με το επιχείρημα της προσβολής της
δημοσίας αιδούς και επειδή η πώλησή τους δημόσια
είναι ανήθικη’’ (Ε.Τ. 20/5). “Ένα μέτρο της
σοβαρότητας της δικτατορίας, που κυβερνά τη
γείτονα, είναι τα μέτρα που λαμβάνει για το
μουστάκι των ανθρώπων, που εργάζονται στον
ευρύτερο δημόσιο τομέα. Επείγουσα εγκύκλιος
εστάλη προ ημερών προς άπαντες τους δημοσίους
υπαλλήλους με οδηγίες για το μήκος, το σχήμα, την
ευπρέπεια και το ομοιόμορφον του μύστακός τους.
Χρόνια μπροστά από τους Τούρκους τρέχει ο
ημέτερος εκσυγχρονισμός, ο οποίος άνευ εγκυκλίων
και άλλων γραφειοκρατικών διαδικασιών κατήργησε
το μουστάκι ως αναχρονισμό” (Κ. 15/5). Οι
αντιδράσεις της Τουρκικής κυβέρνησης για την
αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων, από τη
Γαλλική βουλή, παρουσιάζονται ως μια αγωνιώδης
προσπάθεια μιας χώρας να αποκηρύξει το παρελθόν
της, κατά τρόπο ανώριμο και ανέντιμο. Ο Ελληνικός
τύπος χαιρετίζει την απόφαση, εκτιμώντας ότι
αυτή αποτελεί μια ακόμη επίσημη αναγνώριση της
Τουρκικής βαρβαρότητας και, μια ακόμη αποτυχία
από Τουρκικής πλευράς να πετύχει άφεση αμαρτιών
για όσα έπραξε και εξακολουθεί να πράττει, σε
βάρος άλλων λαών. “Καταπέλτης για την Άγκυρα η
αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων” (Ε.Τ.
30/5). “Διαδήλωση μελών Γκρίζων λύκων κατά της
Γαλλίας” (Ν. 1/5).
Στον αντίποδα όλων των παραπάνω,
αντιπαρατάσσονται και ορισμένα σχόλια συντακτών
και πολιτικών παραγόντων που αντιμετωπίζουν
καλόπιστα το διάλογο, τη συνεργασία και την
ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Ενδεικτικό
παράδειγμα αποτελεί η είδηση από το οικονομικό
ρεπορτάζ που ακολουθεί: “Οφέλη από την Τουρκία:
Θετικά αποτελέσματα (και για την Ελλάδα) από την
τελωνιακή σύνδεση της γείτονος με την Ε.Ε.” (Ν.
27/5).
Συντομογραφίες εφημερίδων:
Β. (Βήμα), ΕΘ. (Έθνος), ΕΛ. (Ελευθεροτυπία),
Ε.Τ. (Ελεύθερος Τύπος), Κ. (Καθημερινή), Ν. (Νέα).