Παρακολούθηση Μ.Μ.Ε.

-

ΜΑΡΤΙΟΣ 1998

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

* Συνέχεια του θέματος της Συμβουλευτικής Επιτροπής Τούρκων της Θράκης, μια από τις διαστάσεις του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού της μειονότητας που το ελληνικό κράτος δεν της αναγνωρίζει. * Εκπαιδευτικά ζητήματα * Και γενικότεροι περιορισμοί θρησκευτικής ελευθερίας. * Αλβανοφοβία και Αλβανοφαγία, Αλβανοί μετανάστες εξιλαστήρια θύματα ρατσιστικής συμπεριφοράς από τα μέσα ενημέρωσης και ορισμένους φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης. * Αλβανία, Βουλγαρία, Ρουμανία, ελάχιστες αναφορές και περισσότερο επί οικονομικών θεμάτων. * Μακεδονία και διαστάσεις πολιτικές του ζητήματος της ονομασίας. * Σερβία και Κοσσυφοπέδιο, επιφανειακή ουδετερότητα, μάλλον φιλο-Σερβική στην ουσία. * Τουρκία, η προσωποποίηση του κακού και βάρβαρου.

Εσωτερικές μειονότητες.

Σε ένα πρώτο επίπεδο μελέτης του αθηναϊκού τύπου, μπορεί κανείς να διαπιστώσει μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με το παρελθόν και σε ό,τι αφορά το εθνικά ευαίσθητο ζήτημα της μειονότητας στη Θράκη: με ολοένα μεγαλύτερο θάρρος επισημαίνονται σφάλματα του παρελθόντος σχετικά με τον πολιτικό χειρισμό του εν λόγω ζητήματος, όχι μόνο απέναντι στην Τουρκία και τη Διεθνή Κοινότητα αλλά και απέναντι στην ίδια τη μειονότητα. Ωστόσο, σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, αυτή η επίδειξη θάρρους, όχι μόνο εξαντλείται σε επουσιώδεις διαστάσεις του θέματος αλλά απεναντίας, παρεμποδίζει τη σωστή προσέγγιση όλων αυτών των παραμέτρων που θεωρούνται ουσιώδεις για την υπόσταση και το σεβασμό των δικαιωμάτων μιας μειονότητας με βάση τα διεθνή πρότυπα: (δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού, αιρετών θρησκευτικών αρχηγών, πολιτικής εκπροσώπησης, εκπαιδευτικών ελευθεριών). Ο ανυποψίαστος αναγνώστης σχηματίζει την εντύπωση ότι, πράγματι, έγιναν κάποιοι λανθασμένοι χειρισμοί (και οι οποίοι πλέον αποτελούν παρελθόν) μη συνειδητοποιώντας ότι θα πρέπει να γίνουν πολλά ακόμη, για να κατοχυρωθούν πλήρως τα δικαιώματα της μειονότητας. Με κάθε ευκαιρία που η μειονότητα παρουσιάζεται να διεκδικεί έννομα δικαιώματα που το Ελληνικό Κράτος της αρνείται, οι αντιδράσεις του τύπου δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνεύσεων: η μειονότητα διεκδικεί για να διεκδικεί και όχι επειδή συντρέχουν σοβαροί λόγοι που δικαιολογούν κάτι τέτοιο. Υποκινούμενη από την Τουρκία, η μειονότητα υπάρχει για να δημιουργεί προβλήματα στη διεθνή εικόνα της Ελλάδας, προσφέροντας άλλοθι στην κατάφωρη καταπάτηση της Ελληνικής μειονότητας (και όχι μόνο) στην Τουρκία, αποπροσανατολίζοντας τη διεθνή κοινή γνώμη. Κατά τα άλλα, η ελληνική στάση απέναντι στη μειονότητα εμφανίζεται άμεμπτη. “Τουλάχιστον θρασύτατη πρέπει να χαρακτηριστεί η έκθεση της ‘Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων’ της τουρκικής βουλής για τη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης”. (…) “Έχουν παρέλθει πολλά έτη από τον παραμερισμό ορισμένων γραφειοκρατικών δυσχερειών - οι οποίες ουδέποτε έλαβαν τον χαρακτήρα απαγορεύσεων - που πράγματι δημιουργούσαν καθυστερήσεις στην απόκτηση ακινήτων περιουσιακών στοιχείων από κάποια μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας.”. (…) Επί της ουσίας εκείνο που προφανώς ενόχλησε τους ‘υπέρμαχους των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων’ εκ Τουρκίας είναι η έστω και καθυστερημένη βοήθεια του ελληνικού κράτους προς τις διάφορες συνιστώσες της μουσουλμανικής μειονότητας, ώστε να αναπτύξουν τα επιμέρους πολιτιστικά ή εθνολογικά στοιχεία της ταυτότητάς τους. Η βοήθεια καλλιέργειας πχ της Πομακικής γλώσσας ή της Ρομ των Τσιγγάνων σαφώς δυσχεραίνει την προσπάθεια της Άγκυρας να ιδιοποιείται πολιτικά το σύνολο των Ελλήνων μουσουλμάνων, χαρακτηρίζοντάς τους συλλήβδην και εν πλήρει διαστάσει με την πραγματικότητα, ως ‘Τούρκους’. Εθισμένοι στη μακροχρόνια αδράνεια των Αθηνών στο θέμα αυτό, οι Τούρκοι δυσανασχετούν για την απώλεια ενός προπαγανδιστικού πλεονεκτήματος” (Κύριο άρθρο, Κ. 5/3). “Η Τουρκική προπαγάνδα (παραπληροφόρηση) εις βάρος της Ελλάδας δεν σταματά ποτέ. Σύμφωνα με δημοσιεύματα τουρκικών εφημερίδων (Τζουμχουριέτ) με κρατικά χρήματα γυρίστηκε ένα ντοκιμαντέρ για τη μειονότητα στη Δυτική Θράκη. Όπου διατυπώνονται ισχυρισμοί περί ‘καταπίεσης’ και παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων’ από το ελληνικό κράτος, ισχυρισμοί που έχουν διεθνώς καταπέσει. Ωστόσο, οι γείτονες με τις διασυνδέσεις και τα τεράστια ποσά που ξοδεύουν για την προπαγάνδα τους διεθνώς, κατάφεραν ώστε το φιλμ (ντοκιμαντέρ) να προβληθεί σε πολλά ευρωπαϊκά - αλλά όχι μόνο - κανάλια και κινηματογραφικά φεστιβάλ” (Ε.Τ. 4/3). Οι εξαιρέσεις ιδιαίτερα λιγοστές, προερχόμενες, κατά κανόνα από συγκεκριμένους συντάκτες του προοδευτικού χώρου: “Τη δεύτερη απόδειξη περί διαχωρισμού των Ελλήνων σε γνήσιους και νόθους την οφείλουμε στο υπουργείο Παιδείας. Σύμφωνα με μια εγκύκλιο που προκάλεσε την οργή των μουσουλμάνων βουλευτών, όπως ενημέρωνε η χθεσινή ‘ΕΛ’, τα παιδιά της μουσουλμανικής μειονότητας δεν έχουν δικαίωμα επιλογής για αρκετές σχολές. Αν οι θεσμικοί αποκλεισμοί από τη Θεολογία και την Ποιμαντική ηχεί εύλογος (χωρίς οπωσδήποτε να είναι), ο αποκλεισμός τους από την Αστυνομική και Πυροσβεστική Ακαδημία φανερώνει ότι δεν τους υπολογίζουμε σαν ίσους και δικούς μας. Όσο για την απαγόρευση να φοιτούν στις Σχολές Τουριστικών Επαγγελμάτων της Ρόδου και της Κρήτης, υποθέτω ότι εδώ εισάγεται νομιμοποιητικά το τέχνασμα ‘των ευαίσθητων ακριτικών περιοχών’. Και από ποιους θέλουμε τάχα να τις προστατεύσουμε; Μα από Έλληνες πολίτες τους οποίους, απλούστατα, δεν τους θεωρούμε και τόσο Έλληνες” [Π. Μπουκάλας, Κ. (5/3)].

Το αναφαίρετο δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της μειονότητας παραγνωρίζεται, κατά τρόπο προκλητικό, από την πλειοψηφία των ελληνικών μέσων, έντυπων και ηλεκτρονικών. Μπροστά στη συμπλεγματική ελληνική φοβία που συνδέει την ύπαρξη μειονοτήτων με την υποχρεωτική αποσταθεροποίηση της χώρας και την αλλοίωση της εθνικής συνοχής, (εθνολογικής, γλωσσικής και θρησκευτικής) τα ανθρώπινα δικαιώματα παραμερίζονται, κατά τρόπο προκλητικό. Η πολυπολιτισμική προσέγγιση του “άλλου”, του “διαφορετικού” και η ομορφιά της διαφορετικότητας, κατά κανόνα, εξυμνούνται πέρα από τα σύνορα της Ελληνικής Επικράτειας. “Πλήρη πολιτική κάλυψη προσφέρουν τα δυο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας στους μουσουλμάνους βουλευτές τους, που όχι μόνο δηλώνουν πλέον απροκάλυπτα ‘Τούρκοι’, αλλά ηγούνται και επισήμως του κυριότερου οργάνου προπαγάνδας της Άγκυρας στην ευαίσθητη περιοχή της Θράκης. Το γεγονός έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, αφού οι ηγεσίες τόσο του ΠΑ.ΣΟΚ. όσο και της Νέας Δημοκρατίας έχουν προχωρήσει σε διαγραφές βουλευτών με διάφορες αφορμές πλην όμως επιμένουν να διατηρούν στις τάξεις τους μουσουλμάνους, οι οποίοι όχι μόνο παραβιάζουν τις καταστατικές αρχές των κομμάτων αλλά και το ίδιο το Ελληνικό Σύνταγμα” Ε.Τ. (4/3). “Αν είναι δυνατόν να συνδέουμε τη Θράκη με τον Ελληνισμό! Πού οι Έλληνες; Εκεί δεν είναι Ελλάδα είναι… Θρακιστάν. Γι αυτό χαιρετίζουμε τον υπερκομματικό θίασο, που συνέπηξαν 3 Τούρκοι, κατά δήλωσή τους, μέλη του Ελληνικού κοινοβουλίου, μισθοδοτούμενοι επισήμως από τον Ελληνικό κορβανά. Οι άξιοι αυτοί πατέρες του Έθνους ύψωσαν τη σημαία του τουρκισμού και εντός της βουλής. Άξιος ο μισθός τους, απ’ όπου κι αν προέρχεται. Οφείλει ο πρόεδρος της Βουλής να αναρτήσει στον εξώστη, μαζί με την Ελληνική και την τουρκική σημαία ως αύριο - Θεού θέλοντος - και τη Σκοπιανή… Τι ευχή! Πολυφασματικό κράτος είμαστε… (…) Αύριο - μεθαύριο. Το ηφαίστειο του Κοσσυφοπεδίου θα ξεσπάσει. Η λάβα του θα φτάσει μέχρι τα δικά μας εδάφη. Και τότε θα δούμε να ξεσπάει στην Ελληνική και τη Βουλγαρική Θράκη κίνημα αυτονομίας. Ήδη στην πρωτοπορία βρίσκονται οι 3 βουλευτές…” [Σ. Καργάκος, (Ε.Τ. 5/3)].

Πολύ λίγη συζήτηση επί της ουσίας γίνεται και σε ό,τι αφορά εκπαιδευτικά ζητήματα της μειονότητας. Η ΕΛ. (4/3) παραθέτει, χωρίς περαιτέρω σχολιασμούς, την είδηση που ακολουθεί: “Έτοιμοι για κατάθεση ερώτησης ή αναφοράς είναι οι τρεις μουσουλμάνοι βουλευτές της Θράκης, επειδή όπως υποστηρίζουν δεν επιτρέπεται στα μουσουλμανόπαιδα η κατάθεση δικαιολογητικών για ορισμένες σχολές, (Θεολογίας, Κοινωνικής Θεολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Θεσσαλονίκης, τμήματα Πανεπιστημίου Κύπρου, στρατιωτικές σχολές, Σχολές Αστυνομικής ή Πυροσβεστικής Ακαδημίας και στις Σχολές Τουριστικών Επαγγελμάτων Ρόδου και Αγίου Νικολάου Κρήτης) παρά την υπουργική απόφαση για την είσοδο μουσουλμάνων μαθητών κατά 0.5% στο σύνολο των εισακτέων με ποσόστωση. Να σημειωθεί ότι η ΕΛ. είναι η μόνη εφημερίδα που εκείνη την ημέρα αναφέρει τη σχετική είδηση και η μόνη που, δυο ημέρες αργότερα σχολιάζει αρνητικά το κλείσιμο ενός μειονοτικού σταθμού στη Θράκη. “Δίωξη κατά του μειονοτικού ραδιοσταθμού της Θράκης ‘ΙΣΙΚ FM’ ιδιοκτησίας του δημοσιογράφου Αμπντουλχαλήμ Δέδε, άσκησε ο εισαγγελέας Ροδόπης με την κατηγορία ότι ‘εγκατέστησε και έθεσε σε λειτουργία ραδιοφωνικό σταθμό χωρίς να εφοδιαστεί με την προβλεπόμενη άδεια’. Οι υπόλοιποι ραδιοσταθμοί της Θράκης οι οποίοι επίσης δεν έχουν άδεια γιατί δεν διώκονται;” (ΕΛ. 6/3).

Στα ουσιώδη προβλήματα της τουρκικής μειονότητας, που ακροθιγώς και ευκαιριακά απασχολούν τον αθηναϊκό τύπο, συγκαταλέγονται και οι περιορισμοί που τίθενται στην ανέγερση τζαμιών (και εν γένει, ευκτηρίων οίκων) από την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία και μερίδα του πολιτικού κόσμου. “Τζαμί στην Αθήνα έπρεπε εδώ και καιρό να έχει φτιαχτεί αν δεν υπήρχε ο φόβος των (υπερτιμημένων) ακροδεξιών, αλλά και των πολύ περισσότερων (είναι η αλήθεια) εθνικιστών όλου του πολιτικού φάσματος” (Ν. 5/3).

Οι περιορισμοί της θρησκευτικής ελευθερίας δεν αφορούν μόνο τη μειονότητα στη Θράκη (όπου θα περίμενε κανείς να μην υπάρχουν τέτοιου είδους προβλήματα μια και επισήμως, η μειονότητα αναγνωρίζεται ως τέτοια, στη βάση της θρησκευτικής και όχι της εθνικής διαφοροποίησης) αλλά ένα ευρύτερο φάσμα που περιλαμβάνει από Μάρτυρες του Ιεχωβά έως και Καθολικούς. “Το Υπουργείο Παιδείας νομιμοποιεί ουσιαστικά την αίρεση των χιλιαστών, αναγορεύοντας μάλιστα για πρώτη φορά τις απόψεις τους σε δόγμα. Ο κ. Γιακουμάτος καταγγέλλει την έμμεση αυτή βεβιασμένη και απαράδεκτη γραφειοκρατική αναγνώριση γιατί α) επιτρέπει σε δύσκολους για την πατρίδα μας καιρούς να δηλητηριάζονται παιδικές ψυχές με απόψεις που αποδυναμώνουν την εθνική συνείδηση (π.χ. άρνηση στράτευσης) και ενδυναμώνει τον αγώνα όσων τις εκφράζουν β) υπονομεύει τις αρχές και την οντότητα του επίσημου και συνταγματικά κατοχυρωμένου θρησκευτικού δόγματος, όπως η Ορθοδοξία, που είναι ταυτισμένη ιστορικά με το έθνος μας γ) μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον προσχηματικά για τη νομιμοποίηση πολλών άλλων αιρέσεων ή παραθρησκευτικών οργανώσεων ‘΄φιλοσοφικών οργανώσεων με ποικίλες δραστηριότητες’ ως δόγμα” (Ε.Τ. 11/3). Ο Α. Καρκαγιάννης, (χρόνια) συντάκτης και (κατά καιρούς) διευθυντής σύνταξης πολλών αθηναϊκών εφημερίδων, θίγει το ζήτημα των Καθολικών κοινοτήτων στις Κυκλάδες και εισπράττει την έντονη αντίδραση επίσημων εκκλησιαστικών παραγόντων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο εν λόγω συντάκτης, στο άρθρο του, αναφέρεται στις Καθολικές κοινότητες της Σύρου και της Τήνου, υποστηρίζοντας ότι δρούν και υπάρχουν, χρόνια τώρα, χαμένες στην ψευδαίσθηση μιας θρησκευτικά ομοιόμορφης Ελλάδας, όπου η Ορθοδοξία αποτελεί συνώνυμο του Ελληνισμού, αγνοημένες από την πλειοψηφία των πολιτών και των μέσων. Προτείνει δε, στα πλαίσια της ελάχιστης αναγνώρισης της προσφοράς αυτών των κοινοτήτων, να πραγματοποιηθεί επίσημη επίσκεψη του Πάπα με την συμπαράσταση και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το επίμαχο δημοσίευμα (5/3) προκαλεί, ελάχιστες θετικές [“Ναι μεν το 97% των κατοίκων της χώρας μας είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μόνο οι χριστιανοί και μάλιστα οι Ορθόδοξοι είναι Έλληνες” επιστολή Δ. Χριστοφίδη, (Κ. 12/3)] και πλείστες αρνητικές αντιδράσεις: Οι επιστολές αναγνωστών της Κ. [κ. Λαγουρός, Κ. (10/3)] αλλά και οι επίσημες παρεμβάσεις/τοποθετήσεις του μητροπολίτη Σύρου Τήνου, Δωρόθεου και του μητροπολίτη Παντελεήμονα (δημοσιευμένες αντιστοίχως στις 18/3 και 19/3) προκαλούν την αγανάκτηση του Α. Καρκαγιάννη, ο οποίος αναγκάζεται να επανέλθει στο θέμα, με άρθρο του στις 12/3 με τίτλο: “Ήμαρτον” σημειώνοντας: “Το ελάχιστο και προφανές συμφέρον μας είναι να σεβαστούμε όλες αυτές τις ετερογένειες. Το μέγιστο θα ήταν να τις φροντίσουμε και να τις συντηρήσουμε ως αναπόσπαστα στοιχεία της μεγάλης, πράγματι, ιστορίας μας. Πολύτιμο ιστορικό κατάλοιπο που δεν πρέπει να βουλιάξει στο πέλαγος της πλειοψηφίας, είναι οι Καθολικές κοινότητες των Κυκλάδων”.

Οι αποφάσεις δυο κοινοταρχών να πάρουν δραστικά μέτρα κατά των Αλβανών μεταναστών που ζούν και εργάζονται στην ευρύτερη περιφέρεια της κοινότητάς τους, πυροδοτούν το ήδη “Αλβανόφοβο” και “Αλβανόφαγο” κλίμα των ελληνικών μέσων, έντυπων και ηλεκτρονικών, με αφορμή πλείστα περιστατικά βίας από Αλβανούς και μη. [Ενδεικτικό παράδειγμα αυτού του κλίματος, αποτελεί το ρεπορτάζ που δημοσιεύουν τα Ν. (18/3) με τίτλο: “Οικογένειες στα νύχια επικίνδυνης συμμορίας” όπου όλες οι αναφορές αφορούν κρούσματα ληστειών που συνέβησαν το 1993, 1996, 1997, αλλά και το απόσπασμα που ακολουθεί: “Με πρόχειρους υπολογισμούς σε κάθε Αλβανό λαθρομετανάστη αντιστοιχούν 20 Έλληνες… υποψήφιοι μετανάστες, φάτε τον πριν σας φάει!” Ε.Τ. (14/3).

Ωστόσο, δεν απουσιάζει και ο αντίλογος: “Αποτελεί, μεν, γενικευμένη πεποίθηση πως και η εγκληματικότητα επηρεάζεται από την ανεξέλεγκτη λαθρομετανάστευση. Θα ήταν όμως υπεραπλούστευση να υποστηριχτεί πως αποτελεί και τη μόνη πηγή ή εξήγηση του φαινομένου” (Ν. 10/3). “Ο λόγος είναι απλός. Οι δείκτες δείχνουν άνοδο σε εγκλήματα που εκτελούν ‘ξένοι’ γιατί είναι εκείνα τα οποία εξιχνιάζονται στην συντριπτική τους πλειοψηφία. Ενώ τα άλλα, τα οποία έχουν ως δράστες Έλληνες, ή δεν εξιχνιάζονται ποτέ ή καθυστερούν απελπιστικά” (ΕΘ. 12/3). “Ωστόσο, η θεμιτή ανησυχία δεν δικαιολογεί την υστερία εναντίον των ξένων. Τα υπάρχοντα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η συμμετοχή των ξένων στο έγκλημα είναι ελάχιστη, κι ας λένε συνεχώς για Αλβανούς τα δελτία και η προπαγάνδα της Ασφάλειας. Και πάντως δεν είναι αυτός ο λόγος για αντιδράσεις εναντίον των αλλοδαπών/μεταναστών, επειδή ένα κομμάτι τους, σπρωγμένο και από την ανεργία, εγκληματεί” (ΕΛ. 11/3). “Γιατί επιμένουν οι ρεπόρτερ ορισμένων (ουκ ολίγων) ραδιοτηλεοπτικών μέσων στη διατύπωση ‘οι δράστες, πιθανότατα Αλβανοί…’ όταν αναφέρονται σε διαρρήξεις, κλοπές και λοιπά; Γιατί υιοθετούν αυτή την εκδοχή, που αρέσει βεβαίως στις αστυνομικές αρχές για προφανείς λόγους. Αυτό το ‘΄πιθανότατα’ από τι προκύπτει; Και τέλος πάντων, οι Έλληνες διαρρήκτες εξαφανίστηκαν αιφνιδίως από τη χώρα μας; Οι σχετικές στατιστικές μόνον αυτό δεν δείχνουν. Έτσι δεν είναι;” (ΕΛ. 12/3). “Είναι άδικο να φορτώνονται όλα τα εγκλήματα στους ξένους που βρίσκονται στην Ελλάδα και να τις χρησιμοποιούμε ως άλλοθι για να βγούμε αθώοι. Υπάρχει, βέβαια και συμμετοχή των ξένων στην εγκληματικότητα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που επεξεργάζεται το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης” [κύριο άρθρο, ΕΛ. (13/3)]. “Κι εμείς όμως δεν είμαστε ίδιοι… Σκιαμαχήσαμε με ονοματοθεσίες και μακεδονικά φαντάσματα, ταμπουρωθήκαμε στην αναδελφοσύνη μας όταν τα σύνορα έσπαγαν και κατέβαιναν νέοι. Δωριείς, ακαριαία τους εκμεταλλευτήκαμε για να χτίσουμε με πέτρα εξοχικές κατοικίες… Κι ύστερα ανακαλύψαμε ότι η φτηνή εργατική δύναμη ζητάει και σχολείο για τα παιδιά της και ΙΚΑ και κάποια συνταγματικά (του δικού μας Συντάγματος) δικαιώματα. Κι εδώ ξανασκαλώσαμε” [“Η πόλις των άλλων” Ν. Ξυδάκης, Κ. (4/3)]. "Ο σεβασμός των δικαιωμάτων των αλλοδαπών εργαζομένων στη χώρα μας δεν είναι μόνο θέμα ανθρωπιάς και ευαισθησίας, αλλά και συμφέροντος με όποια έννοια. Διότι είναι γεγονός ότι οι αλλοδαποί εργαζόμενοι πολλά προσέφεραν στη χώρα που τους φιλοξενεί και όχι μόνο επειδή κάνουν δουλειές που τις έχουν εγκαταλείψει οι Έλληνες. Δικαιούνται λοιπόν όπως κάθε εργαζόμενος, προστασίας και νόμιμης αμοιβής” (ΕΛ. 8/3).

Αλβανία και Αλβανοί.

Ελάχιστες οι αναφορές στην Αλβανία και αυτό το μήνα. Ανάμεσά τους η επικριτική τοποθέτηση του Ε.Τ. (27/3) με αφορμή την επίσημη Αλβανική αντίδραση, για το κλίμα “Αλβανοφαγίας” των ελληνικών μέσων και μερίδας της Ελληνικής κοινωνίας. “Ποιο κράτος, βρε κιοτήδες; αυτό που επιτρέπει στον πρεσβευτή της Σκιπιταρίας, η οποία έλαβε δυο φορές παχυλή βοήθεια από την Ελλάδα, να κραυγάζει για δήθεν διωγμό των Αλβανών κακοποιών αντί να τον πιάσει από το αφτί και να τον στείλει πίσω;” (Ε.Τ. 27/3).

Βουλγαρία και Βούλγαροι.

Ανάλογη και η παρουσίαση της Βουλγαρίας που περιορίζεται, τον τελευταίο καιρό, στις οικονομικές σελίδες των αθηναϊκών εφημερίδων.

Μακεδονία και Μακεδόνες.

Το ζήτημα της ονομασίας, αν και υποβαθμισμένο, επανέρχεται με κάθε πρόσφορη ευκαιρία. Αιχμή του δόρατος, πίσω από το όνομα, η μακεδονική μειονότητα που η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει επισήμως. Η αναφορά, εν είδει φραστικού λάθους, του Έλληνα κυβερνητικού εκπροσώπου στη “Μακεδονία των Σκοπίων” εκτιμάται ως το πρώτο ανοιχτό βήμα της κυβέρνησης Σημίτη να συμφιλιώσει τους Έλληνες με την ιδέα μιας συμβιβαστικής λύσης στο επίμαχο, ακανθώδες θέμα του ονόματος της γειτονικής Δημοκρατίας. “Την έντονη αντίδραση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, πυροδότησε το δήθεν… συμπτωματικό φραστικό ολίσθημα του κυβερνητικού εκπροσώπου, Δ. Ρέππα, ο οποίος μίλησε χθες για ‘Μακεδονία των Σκοπίων’! Αντίθετα όμως, τη δήλωση Ρέππα έσπευσε να ‘χαιρετήσει’ αργά χθες το κρατικό ραδιόφωνο των Σκοπίων σχολιάζοντας ότι για πρώτη φορά Έλληνας κυβερνητικός εκπρόσωπος αποκάλεσε τη ‘Μακεδονία’ με το κανονικό της όνομα, στέλνοντας μήνυμα για αλλαγή στη στάση της Αθήνας” (Ε.Τ. 5/3). Αρκετές φορές φαίνεται πως δεν λείπει και το χιούμορ. Το απόσπασμα που ακολουθεί εμμέσως διακωμωδεί την απροθυμία να λυθεί και τυπικά το ζήτημα μια και ουσιαστικά δεν φαίνεται να αποτελεί εμπόδιο στην απρόσκοπτη συνεργασία των δυο χωρών. “Η διαπραγμάτευση για την ονομασία των Σκοπίων δεν προχωράει, αλλά προσέξτε κι αυτό: οι απόψεις των γειτόνων για τα συμβαίνοντα στο Κοσσυφοπέδιο γνωστοποιήθηκαν - κατόπιν αιτήματος των Σκοπίων - στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω ημών! Και έρχεται αύριο ο υφυπουργός τους των Εξωτερικών για διαβουλεύσεις” (Ν. 4/3).

Υπάρχουν ωστόσο και ηπιότερες τοποθετήσεις υπέρ ενός ανοικτού συμβιβασμού και των δυο μερών, εκτιμώντας ότι το καλύτερο για την Ελλάδα θα ήταν να κλείσει η υπόθεση με το μικρότερο δυνατό κόστος. “Ένα αγκάθι (Σκοπιανό), που μπορεί τώρα να μην δημιουργεί ιδιαίτερες εντάσεις, αλλά σίγουρα η εκκρεμότητά του διευκολύνει όσους έχουν στο μυαλό τους αποσταθεροποιητικά σχέδια για την περιοχή. Ένα αγκάθι, επίσης που η ύπαρξή του λειτουργεί ως ένα βαθμό ανασταλτικά στον όποιο μεσολαβητικό και σταθεροποιητικό ρόλο της Ελλάδας στην περιοχή. Με τη λογική αυτή συμφωνεί το μεγαλύτερο τμήμα της πολιτικής μας ηγεσίας αλλά φοβάται να αποδεχτεί το κόστος ενός αναπόφευκτου συμβιβασμού κι αυτό είναι το χειρότερο” (ΕΛ. 5/3).

Με το ζήτημα της ονομασίας σχετίζεται άμεσα και η υπόθεση για την εκλογή προέδρου του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού. Ο υποψήφιος που προτάθηκε από τον πρωθυπουργό, κ. Οικονομίδης, καταψηφίστηκε και από 4 βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος. Ο λόγος; Παλαιότερο άρθρο του στην εφημερίδα “Βήμα” όπου υποστήριζε το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των γειτόνων. Ο αντιπολιτευόμενος τύπος χρησιμοποιεί το θέμα για να "χτυπήσει" διπλά την κυβέρνηση. Επικρίνονται οι κυβερνητικοί χειρισμοί ως μη αρκούντως πατριωτικοί, ενώ από την άλλη το κυβερνών κόμμα εμφανίζεται διχασμένο πολιτικά και ιδεολογικά. “Κάποιοι από τους πατέρες του έθνους θυμήθηκαν ευτυχώς το περιβόητο άρθρο του στο ‘Βήμα’, μέσω του οποίου υπερθεμάτιζε του δικαιώματος των Βορείων γειτόνων μας να ‘αυτοπροσδιορίζονται’ με τον τρόπο που επιθυμούν. Δηλαδή ως ‘Μακεδόνες’” (Ε.Τ. 6/3). Ο συμπολιτευόμενος τύπος εμφανίζεται διαλλακτικότερος: “Όποιος καλόπιστος διαβάσει ολόκληρο το άρθρο του καθηγητή Οικονομίδη θα παραδεχτεί, έστω κι αν διαφωνεί, ότι τεκμηριώνει με στοιχεία και επιχειρήματα την επιστημονική άποψή του, την οποία καλό θα ήταν από χρόνια να είχε λάβει υπόψη της όλη η πολιτική ηγεσία” (ΕΛ. 6/3). “Ο κ. Οικονομίδης, όπως του επέβαλε και η επιστημονική αρμοδιότητά του έγραψε άρθρο περί σκοπίων και ονομασίας και είπε, φυσικά, αυτό που παντού θεωρείται αυτονόητο: ότι μόνο διά της βίας οι Σκοπιανοί (και οποιοιδήποτε) θα αλλάξουν το όνομά τους. Γιατί αν το όνομα είναι η δική μας ψυχή, είναι και των άλλων” (Κ. 6/3).

Με ιδιαίτερα θετικά σχόλια χαιρετίζει ο ελληνικός τύπος, στην πλειοψηφία του, το ανέβασμα, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, θεατρικού έργου γραμμένο από Μακεδόνα συγγραφέα. “Για πρώτη φορά ανεβαίνει σε αθηναϊκό θέατρο έργο δημιουργού από τα Σκόπια. Τηρουμένων των αναλογιών, η παράσταση της ‘πυριτιδαποθήκης’ μαζί με την ταινία των Γ. Κόρρα και Χ. Βούπουρα ‘Μιρουπάφσιμ’ είναι δυο συγκλονιστικές ματιές πάνω στα σημερινά Βαλκάνια που αξίζει τον κόπο να μοιραστούμε με τους δημιουργούς τους” (ΕΛ. 4/3).

Ρουμανία και Ρουμάνοι.

Ελάχιστες οι αναφορές (κατά παράδοση) και για τη Ρουμανία. Νύξεις για την πορεία της οικονομικής κατάστασης στα ένθετα για την διεθνή και ευρωπαϊκή αγορά.

Σερβία και Σέρβοι.

Η επιφυλακτικότητα που δείχνει η Ελλάδα απέναντι στα ζητήματα των εθνικών μειονοτήτων δεν εξαντλείται αποκλειστικά και μόνο, στα όρια της ελληνικής Επικράτειας. Αντιθέτως, πρόκειται για μια πολιτική που εφαρμόζεται και στο εξωτερικό, πάντα με το φόβο να μην δημιουργηθεί, με υπαιτιότητα της Ελλάδας, προηγούμενο που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την σταθερότητα της χώρας, αλλά και της, εν γένει, πολυτάραχης περιοχής των Βαλκανίων. Πίσω από αυτό το σκεπτικό κρύβεται η μειονότητα στη Θράκη και τα σενάρια, που κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότητας, για μια μελλοντική πιθανή εστία ανάφλεξης της Βαλκανικής στην Ελληνική ακριτική περιοχή. Μέσα λοιπόν από αυτό το πρίσμα μπορεί κανείς να ερμηνεύσει και την επιφυλακτικότητα που επέδειξε στο παρελθόν και συνεχίζει να επιδεικνύει μεγάλη μερίδα του ελληνικού δημοσιογραφικού και πολιτικού χώρου απέναντι στην κατάσταση του Κοσσυφοπεδίου και τα νέα δεδομένα που προέκυψαν ύστερα από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Τα αισθήματα φιλίας και αλληλεγγύης της ελληνικής κοινής γνώμης απέναντι στη Σερβία παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτα και σε αυτό έχουν συντελέσει και τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, έντυπα και ηλεκτρονικά. “Ένα ντοκιμαντέρ με θέμα τον πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία προκάλεσε την οργή των τηλεθεατών της Ε.Τ. 1. Το εν λόγω ντοκιμαντέρ παρουσίαζε τους Σέρβους ως αδίστακτους δολοφόνους και ως μοναδικούς υπεύθυνους γι αυτό τον πόλεμο. Οι τηλεφωνήτριες της κρατικής τηλεόρασης μάταια προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα” (ΕΘ. 7/3). Οπωσδήποτε στον ελληνικό τύπο υπάρχει ένα διαφορετικό κλίμα σε σχέση με το άμεσο παρελθόν της γιουγκοσλαβικής κρίσης: τα σφάλματα από πλευράς Σερβίας και τα ατοπήματα του Σ. Μιλόσεβιτς σχολιάζονται πλέον, επικριτικά και οι φωνές που επιμερίζουν τις ευθύνες για τον πρόσφατο πόλεμο, έχουν σημαντικά ενισχυθεί. Οι ευθύνες της Σερβικής πλευράς δεν αποκρύπτονται πίσω από τα κοινά συμφέροντα που συνδέουν δυο παραδοσιακούς και ομόδοξους συμμάχους. Ολοένα και περισσότερο γίνεται λόγος για τα ανθρώπινα δικαιώματα της Αλβανικής κοινότητας του Κοσσυφοπεδίου και ασκείται κριτική στο καθεστώς Μιλόσεβιτς. Ωστόσο, στον ελληνικό τύπο, αποφεύγεται συστηματικά η χρήση του όρου “Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου” (που υπονοεί διαφορετική εθνική ταυτότητα) και αντί αυτού, χρησιμοποιείται ο όρος “Αλβανόφωνοι” (που υπονοεί απλά διαφορετική γλώσσα και όχι κατ’ ανάγκη διαφορετική εθνική συνείδηση). Από τις λιγοστές πράγματι εξαιρέσεις τα αποσπάσματα που ακολουθούν: “Οι Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου - και όχι βέβαια οι ‘αλβανόφωνοι’ γιατί εκτός από φωνή έχουν και καταγωγή Αλβανική και συνείδηση Αλβανική” [Ν. Βουλέλης, ΕΛ. (22/3)]. “Μόνο που τα τελευταία 50 χρόνια άλλαξαν και πολλά άλλα. Στο Βελιγράδι δεν θέλησαν να το καταλάβουν. Το αποτέλεσμα είναι να βλέπεις σε κάθε γειτονιά σκληροπυρηνικούς Σέρβους αστυνομικούς με αλεξίσφαιρα γιλέκα να σε κοιτούν βλοσυρά ώσπου να αποφασίσουν σε ποια κατηγορία ανθρώπων ανήκεις: στους ‘δικούς’ τους ή στους ‘άλλους’. Το πρόβλημα είναι ότι οι ‘άλλοι’ είναι πάρα πολλοί: οι 9 στους 10 πολίτες που ζούν στο Κόσοβο ανήκουν στους ‘άλλους’, είναι Αλβανοί” (ΕΛ. 8/3).

Παρά την επιφανειακή ουδετερότητα που φαίνεται, σε πρώτο επίπεδο, να τηρεί ο ελληνικός τύπος, οι εντυπώσεις που αφήνει να δημιουργηθούν είναι πολύ περισσότερο φιλο-Σερβικές απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς συνυπολογίζοντας την πραγματική κατάσταση στην περιοχή, το πρόσφατο παρελθόν της γιουγκοσλαβικής κρίσης αλλά και τις πλείστες (από Ευρώπη και Η.Π.Α.) επικριτικές αναφορές εναντίον της Ελλάδας για τη μονομέρεια που επέδειξε απέναντι στα τελευταία γεγονότα. Μάλιστα, η επισήμανση αυτή γίνεται και από ορισμένους συντάκτες που αναφέρονται επικριτικά στην υποκριτική στάση του Ελληνικού πολιτικού και δημοσιογραφικού κατεστημένου: “Τα ανεπαισθήτως φιλο-Σερβικά μας αισθήματα που εξέφραζε τις πρώτες ημέρες της κρίσης η πλειονότητα των Μ.Μ.Ε., φούντωσαν μετά την επίσκεψη στο Βελιγράδι του υπουργού Εξωτερικών, Θ. Πάγκαλου. Αν και η δράση του Γιουγκοσλαβικού στρατού στο Κόσοβο βρισκόταν στο αποκορύφωμά της, ο υπουργός μας εμφανίστηκε αισιόδοξος για την διευθέτηση του προβλήματος, σε αντίθεση με τον Βρετανό ομόλογό του, Ρόμπιν Κουκ, ο οποίος την προηγουμένη είχε φύγει από το Βελιγράδι ‘σοβαρά ανήσυχος’. Αυτό ήταν αρκετό για να εκραγεί ο φιλοσερβισμός μας. Η αποσιώπηση των ευθυνών της Σερβίας και η αθώωση της πολιτικής του Σλόμποταν Μιλόσεβιτς είναι έτσι δεδομένη. Και η επιστροφή στη γνωστή θεωρία των δολοπλοκιών των τρίτων και τον μεταξύ τους ανταγωνισμό για τη διεύρυνση της επιρροής τους στην περιοχή, επιβεβλημένη. Η διαφορά εκτίμησης με τους εταίρους και συμμάχους μας δεν θα πρέπει να αναζητηθεί μόνο στην έμφυτη καχυποψία μας και την ανακάλυψη ‘αδελφών’ μέσω της Ορθοδοξίας, αλλά και στην αδυναμία μας να προστατεύσουμε, πόσο μάλλον να προωθήσουμε, τα συμφέροντά μας” (ΕΛ. 9/3). “Κανένα τηλεοπτικό κανάλι δεν έδειξε πτώματα. Κανείς φωτογράφος δεν αποτύπωσε γυναίκες και παιδιά να καίγονται ζωντανοί. Κανείς δημοσιογράφος δεν υπήρξε μάρτυρας της εκτέλεσης όλων των ανδρών ηλικίας άνω των 15 ετών. Όλα αυτά είναι μαρτυρίες τρομοκρατημένων κατοίκων που γλίτωσαν από τη σφαγή: ανθρώπων ανωνύμων, άρα αναξιόπιστων” (Ν. 10/3).

Η μεγάλη πλειοψηφία των εντύπων αρκείται, συνήθως, στην παράθεση επιχειρημάτων και των δυο πλευρών, χωρίς περαιτέρω σχολιασμούς και, αυτό πράγματι δημιουργεί μια εντύπωση πιστής μεταφοράς των γεγονότων. Ωστόσο οι στερεοτυπικές παγίδες αποφεύγονται από ελάχιστες εφημερίδες. Οι αναφορές σε “τρομοκράτες”, “εξτρεμιστές” είναι στην ουσία τους η σερβική άποψη για ό,τι συμβαίνει στην περιοχή. “Η πολιτική διάσταση της έκρηξης στο Κοσσυφοπέδιο, είναι λίγο πολύ γνωστή. Εκείνο όμως, που ασφαλώς θα αγνοείτε είναι ότι στις παρυφές (και όχι μόνον) των εξτρεμιστικών οργανώσεων που πρωτοστατούν στα γεγονότα τόσο στο Κοσσυφοπέδιο όσο και στο Τέτοβο έχει στηθεί ένας παράξενος χορός τον οποίο σέρνουν πράκτορες μυστικών υπηρεσιών, έμποροι όπλων και λαθρέμποροι ναρκωτικών” (Β. 8/3). Η υιοθέτηση και μόνο, του σερβικού λεξιλογίου (άρα και του σερβικού ορισμού των πραγμάτων) καλλιεργεί στο ελληνικό κοινό μια εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού στη συνείδηση του απλού αναγνώστη εκλογικεύεται και νομιμοποιείται η απροκάλυπτη υιοθέτηση βίας από τους Σέρβους εναντίον των Αλβανών. “Στην περιοχή όμως αυτή, ζούν 2. 100. 000 κάτοικοι από τους οποίους το 90% είναι αλβανικής καταγωγής. Αυτό σημαίνει ότι για τη διατήρηση της τάξεως και την επιβολή του νόμου, απαιτείται η συνεχής παρουσία χιλιάδων στρατιωτών και αστυνομικών, όπως γίνεται μέχρι τώρα. Οι 6. 500 στρατιώτες και οι 13. 000 βαριά οπλισμένοι αστυνομικοί, όμως, δεν είναι αρκετοί για μια περιοχή με έκταση όση περίπου και το Ισραήλ και με πληθυσμό τόσο εχθρικά διατεθειμένο απέναντί τους. (…) Η εμφάνιση όμως του Απελευθερωτικού Στρατού του Κοσσυφοπεδίου και η δραστηριότητα που ανέπτυξε τον τελευταίο χρόνο άλλαξε τα δεδομένα. Ο ‘εναρκτήριος πυροβολισμός’ δόθηκε από τη δολοφονία 4 Σέρβων αστυνομικών” (Ε.Τ. 8/3). ‘“Οποτεδήποτε επιχειρήσαμε να εισέλθουμε στο χωριό, μας πυροβόλησαν. Οφείλαμε να τους εξολοθρεύσουμε, όπως θα έκανε οποιαδήποτε αστυνομία στον κόσμο’ έλεγε υψηλόβαθμος αξιωματικός της αστυνομίας. Πολλοί από τους μαχητές του Απελευθερωτικού Στρατού του Κοσσυφοπεδίου, σύμφωνα με την ίδια πηγή, έχουν διαφύγει στους γύρω λόφους” (Ε.Τ. 9/3). Ο αντιπολιτευόμενος, συντηρητικός τύπος είναι αυτός που, κατά κύριο λόγο, επιστρατεύει το επιχείρημα των αντι-Σερβικών αισθημάτων των Η.Π.Α., υπεραπλουστεύοντας την κατάσταση και αποπροσανατολίζοντας το κοινό από τα πραγματικά δεδομένα. “Ανησυχία προκαλεί σε ελληνικούς διπλωματικούς κύκλους η διαφαινόμενη προσπάθεια κύκλων των Η.Π.Α. να ‘εκβιάσουν’ τετελεσμένα στο Κοσσυφοπέδιο, νομιμοποιώντας αποσχιστικές τάσεις με μοναδικό γνώμονα την πληθυσμιακή υπεροχή συγκεκριμένης εθνικής ομάδας στην ομώνυμη σερβική επαρχία. (…) Αν και δηλώσεις σχετικές με την προοπτική απόσχισης της κατοικούμενης από Αλβανούς σερβικής επαρχίας δεν έγιναν, εντούτοις όλες οι πλευρές συνέστησαν ‘διάλογο μεταξύ της σερβικής κυβέρνησης και των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου’, δίνοντας την αίσθηση ότι οι τελευταίοι συνιστούν ξεχωριστή εθνική, θρησκευτική, πολιτισμική αλλά και γεωγραφική ενότητα από τον υπόλοιπο κορμό του ομόσπονδου γιουγκοσλαβικού κράτους” (Ε.Τ. 4/3). “Με πόλεμο απειλούν οι Η.Π.Α. τη Σερβία. Προκλητικές πιέσεις για άμεση αποκατάσταση της αυτονομίας στο Κόσοβο” (Ε.Τ. 5/3). “Σε άτυπο διάβημα προς τον υπουργό Τύπου, προέβη χθες ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα, Ν. Μπερνς, γιατί δεν θεώρησε αρκούντως … φιλοαλβανικές τις πρόσφατες δηλώσεις της ελληνικής κυβέρνησης! (…) Ο Αμερικανός διπλωμάτης δεν παρέλειψε να εκφράσει τη δυσφορία της κυβέρνησής του για διαφαινόμενη ‘μεροληψία’ υπέρ του Μιλόσεβιτς σε δηλώσεις Ελληνικών κυβερνητικών αξιωματούχων αναφορικά με το Κοσσυφοπέδιο” (Ε.Τ. 7/3). “Επικίνδυνα παιχνίδια των Η.Π.Α., βρίσκονται σε εξέλιξη με αφορμή την ένταση στο Κοσσυφοπέδιο. Δείχνοντας να μην έχουν διδαχθεί τίποτα από το Βοσνιακό δράμα και τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία οι Αμερικανοί με τη στάση τους υποδαυλίζουν την ένταση στο Κόσοβο, παρά τους κινδύνους που υπάρχουν να ξεφύγει η κρίση εκτός ελέγχου. Ενθαρρύνοντας τις βλέψεις των Αλβανόφωνων του Κοσσυφοπεδίου για διευρυμένη αυτονομία ‘ρίχνουν το γάντι’ στο Βελιγράδι, το οποίο θα αναγκαστεί, έτσι να αντιδράσει δυναμικά, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις από τη Δύση” (ΕΘ. 8/3). Δεν λείπουν ωστόσο και οι διαφορετικές εκτιμήσεις: “Από μια πρώτη ματιά φαίνεται ότι οι Η.Π.Α. και η Ε.Ε. Απλώς επαναλαμβάνουν την αντι -Σερβική στάση που είχαν κρατήσει από το 1991. Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι. (…) Σήμερα η κρίση στο Κόσοβο είναι καρπός σχεδόν αποκλειστικά της σερβικής πολιτικής και όχι εξωτερικής υπονομευτικής δράσης” (Κ. 8/3).

Τα ιστορικά δικαιώματα επιστρατεύονται και αυτά με τη σειρά τους, προκειμένου να εξασφαλιστεί ένα άλλοθι για το ποιος δικαιούται να σκοτώνει ποιον στην περιοχή. Το δικαίωμα άσκησης βίας συσχετίζεται, όχι με την ανάγκη σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά, με τον ιστορικά κατοχυρωμένο έλεγχο της περιοχής. Οι Αλβανοί υπάρχουν σήμερα στην περιοχή απλώς επειδή χρησιμοποιήθηκαν από τους Οθωμανούς ως “αντίβαρο μιας συμπαγούς μάζας, αμιγώς μουσουλμανικής, στην παρουσία των ‘άπιστων’ Σέρβων στην καρδιά της Βαλκανικής” (Ε.Τ. 8/3). Έτσι “κανείς στην Ουάσινγκτον δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει πού οφείλεται η σημερινή πλειοψηφία των Αλβανών στη σερβική επαρχία. Φαίνεται ότι η Ιστορία, ειδικότερα αν ξεπερνά το βάθος 2 αιώνων, ελάχιστη σημασία έχει στη χάραξη της σημερινής αμερικανικής πολιτικής” . (Ε.Τ. 8/3). Για ορισμένους μάλιστα συντάκτες τα “ακαδημαϊκής φύσης αιτήματα” προηγούνται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. “Η αλήθεια είναι ωστόσο ότι οι Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου δεν έχουν ‘ακαδημαϊκής φύσεως’ αιτήματα. Δεν ζητούν περισσότερο πολιτικό πλουραλισμό ή άνοδο των οικονομικών δεδομένων για να ζήσουν πιο άνετα σε μια γιουγκοσλαβική ομοσπονδία” (Ε.Τ. 8/3).

Και είναι και πάλι ο αντιπολιτευόμενος συντηρητικός τύπος, αυτός που επικαλείται τον “Αλβανικό μεγαλοϊδεατισμό” και το όραμα της “μεγάλης Αλβανίας” για να σχηματοποιήσει αφαιρετικά τις επί μέρους διαστάσεις του θέματος. “Η αναμέτρηση στο Κοσσυφοπέδιο αναδεικνύει την έλλειψη στρατηγικής που χαρακτηρίζει την ελληνική εξωτερική πολιτική. Αποδεικνύεται ότι δεν έχουμε προετοιμαστεί για την έξαρση του αλβανικού εθνικισμού ούτε για τις αλυσιδωτές αντιδράσεις που μπορεί να προκαλέσει στα Βαλκάνια”. (…) “Η Ιστορία μας εκδικείται, με την έννοια ότι η εξουσία στη χώρα μας ειρωνεύεται τον πατριωτισμό την ώρα ακριβώς που ενισχύεται ο Αλβανικός εθνικισμός στην Αλβανία, στα Σκόπια και τη Σερβία! Κι ας θεωρήσουμε ότι έχουμε την πολυτέλεια να αγνοήσουμε τον Αλβανικό εθνικισμό. Η κρίση στο Κοσσυφοπέδιο μπορεί να δώσει την ευκαιρία στην Άγκυρα για μια επίδειξη δύναμης στη Θράκη, στο Αιγαίο στην κύπρο. Ίσως κρίνει σκόπιμο να μετρήσει την αποφασιστικότητά μας και τις εθνικές μας αντιστάσεις” (Ε.Τ. 5/3).

Δεν είναι λίγες οι φορές που το όποιο ανθρωπιστικό ενδιαφέρον φαίνεται να εξαντλείται σε απλά μαθηματικά: “Κι αν μεν ξεσπάσει η από καιρό αναμενόμενη ανθρωποσφαγή στο Κόσοβο (κατά πως το θέλουν οι ανά τον κόσμο ιέρακες) μεταξύ Αλβανών, Γιουγκοσλάβων και Σκοπιανών, τότε θα έχουμε ανεξέλεγκτη μαζική εισβολή δεκάδων χιλιάδων εξαθλιωμένων προσφύγων στην Ελλάδα που, ήδη, αγκομαχά υπό το βάρος ενός εκατομμυρίου (νομίμων και παρανόμων) μεταναστών, κατά πλειοψηφίαν Αλβανών” (Ε.Τ. 4/3).

Η επιλεκτική αναγνώριση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που κατά καιρούς έχει επιδείξει και συνεχίζει να επιδεικνύει η Δύση, στηλιτεύεται, χάριν μιας άλλης επιλεκτικότητας που συμπλέει με τα ελληνικά συμφέροντα. “Η Ελλάδα είχε και έχει σοβαρούς γεωστρατηγικούς, ιστορικούς, πολιτικούς και οικονομικούς λόγους να επιθυμεί τη διαφύλαξη της εδαφικής ακεραιότητας της Σερβίας και να απεύχεται την απόσχιση του Κοσσυφοπεδίου. Οι κλαθμοί και οι οιμωγές κυρίαρχων Δυτικών Μ.Μ.Ε. για τους ΄κακόμοιρους Αλβανούς’ δεν επιτρέπεται να μας παραπλανούν. Τα περί ‘ανθρωπίνων δικαιωμάτων’ και ‘καταπιεζομένων μειονοτήτων’ είναι προφάσεις εν αμαρτίαις των ηγεμονικών δυνάμεων. (…) Όλη αυτή η ‘αγάπη’ που κατά καιρούς, μετά το 1990, καταλαμβάνει τους ισχυρούς - για τους ‘αδικημένους μουσουλμάνους’ της Βοσνίας, του Κοσσυφοπεδίου ή της Θράκης, για τους ‘καταπιεζόμενους Μακεδόνες’ εν Ελλάδι και λοιπά, αποτελεί υποκρισία του αισχίστου είδους. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στο κουρδιστάν ή στην Κύπρο” [Ι. Χαλκούτσης, διεθνολόγος, Ε.Τ. (22/3)]. Υπάρχει βέβαια και ο αντίλογος που κανείς δεν δικαιούται να αγνοήσει: “Στην περίπτωση του Κοσσυφοπεδίου είναι κατάφωρη η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Αλβανών, μετά μάλιστα και την κατάργηση της αυτονομίας που είχε δοθεί στην περιοχή ως επαρχίας εντός της Σερβίας το 1945 και με το Σύνταγμα του 1974” (ΕΛ. 5/3). “Η κυβέρνηση του Βελιγραδίου, αντί να προσπαθήσει να εκτονώσει την κρίση με διάλογο και συνδιαλλαγή, προχωρεί συνειδητά σε αιματοκύλισμα του αλβανικού πληθυσμού: 25 Αλβανούς σκότωσαν το Σαββατοκύριακο οι σερβικές αρχές, άλλους 20 την Πέμπτη, κι αυτά είναι τα επίσημα στοιχεία. Ελικόπτερα, τεθωρακισμένα και βαριά πυροβόλα χρησιμοποιεί το Βελιγράδι για να βομβαρδίσει Αλβανικά χωριά που υποπτεύεται ότι κρύβουν ένοπλους αντάρτες του Απελευθερωτικού Στρατού του Κοσσυφοπεδίου” (Κ. 8/3).

Ανάμεικτα αισθήματα (ανάλογα με την πολιτική γραμμή της εφημερίδας) και για την υπογραφή από την Ελλάδα του κοινού Βαλκανικού ανακοινωθέντος, υπέρ της ευρείας αυτονομίας της περιοχής, πάντα στα πλαίσια των υφιστάμενων συνόρων. “Οι γνωρίζοντες υποστηρίζουν ότι η συνυπογραφή του κειμένου για την Ελλάδα αποτελεί ένα συμβιβασμό για τη χώρα μας, καθώς αποτελεί σαφή μετακίνηση από τις θέσεις που είχαμε για την κρίση στο Κοσσυφοπέδιο” (Ν. 10/3).

Ανάλογες και οι εκτιμήσεις για τον κυβερνητικό συνασπισμό Σοσιαλιστών με τον ακροδεξιό εθνικιστή Β. Σέσελι: “Μια τέτοια κυβέρνηση ‘Εθνικής Ενότητας’, στην οποία συμμετέχουν Αριστεροί και Δεξιοί, είναι σε θέση να λάβει ουσιαστικά αποφάσεις για το μέλλον του Κοσσυφοπεδίου χωρίς να κινδυνεύει να κατηγορηθεί για προδοσία. Έτσι τώρα και οι δυο πλευρές είναι σε θέση να μιλήσουν και να διαπραγματευτούν επί της ουσίας - αν και ο Ρουγκόβα παίζοντας ένα επικίνδυνο παιχνίδι εξακολουθεί να αναζητά την παρουσία διεθνών μεσολαβητών” (Ε.Τ. 29/3).

Πολύ συμπερασματικά να πούμε ότι από τις εφημερίδες που περιλαμβάνονται στην επισκόπηση του αθηναϊκού τύπου, η ΕΛ. είναι αυτή που ξεφεύγει από τις πάγιες στερεοτυπικές παγίδες, προσέχοντας το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί και αξιοποιώντας στις αναλύσεις της πηγές και από τις δυο πλευρές. Το Β., τα Ν. Και η Κ. , με μικρές ή μεγαλύτερες αποκλίσεις τηρούν μια κάποια ουδετερότητα, ενώ ο Ε.Τ. παρουσιάζεται ως ο πιο φιλικά διακείμενος προς τη σερβική πλευρά.

Τουρκία και Τούρκοι.

Η αντιδημοκρατικές πρακτικές της Τουρκίας αξιοποιούνται στο έπακρο προκειμένου να καταδειχτεί το βάρβαρο πρόσωπο του κακού γείτονα που επιβουλεύεται την ελληνική εθνική κυριαρχία. Επιλεκτικές και στην περίπτωση της Τουρκίας οι αναφορές στην καταπάτηση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: “Σφοδρές επικρίσεις για παραβιάσεις των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Τουρκία διατυπώνει Επιτροπή του Αμερικανικού Κογκρέσου” (ΕΛ. 5/3). Όταν κλιμάκιο της ίδιας επιτροπής, λίγο καιρό πριν, επισκέφτηκε την περιοχή της Θράκης για να διαπιστώσει από κοντά τα προβλήματα της τουρκικής μειονότητας το γεγονός χαρακτηρίστηκε επικριτικά ως “αυτοψία των Η.Π.Α.” (ΕΛ. 3/1).

Η πολιτική κατάσταση στη χώρα χρησιμοποιείται ως εναλλακτικός τρόπος απόδειξης του μη Ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας. “Η συνταγματικά κατοχυρωμένη παρουσία του τουρκικού στρατιωτικού κατεστημένου στο τιμόνι των εξελίξεων στη χώρα τους, σημαίνει ότι η Τουρκία δεν μπορεί να λειτουργήσει όπως μια κλασσική δυτική Δημοκρατία - ούτε καν ως ένα πρώην ανατολικό κράτος - αλλά ως ένα ‘ανατολίτικο’” (Ε.Τ. 29/3).

Με αφορμή την Ελληνική εθνική επέτειο της επανάστασης κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το χιουμοριστικά, επικριτικό σχόλιο για το πνευματικό επίπεδο των Τούρκων που ακολουθεί: “Οι ομπρέλες δεν ήταν και τόσο της μόδας στα Βαλκάνια, τα χρόνια πριν από την Επανάσταση. Παρ’ όλα αυτά, οι Τούρκοι μάλλον κρατούσαν καθένας κι από μια, τη μέρα που ο Αλλάχ αποφάσισε να βρέξει μυαλό. Γι αυτό και χρησιμοποιούσαν σχεδόν αποκλειστικά Ρωμιούς σε όλες τις θέσεις κλειδιά, που απαιτούσαν από 5 δράμια μυαλό και πάνω, για να βγαίνει η δουλειά. Διπλός ο καημός για τους Έλληνες: Όχι μόνον ήταν υπόδουλοι αλλά τους έλαχε η μοίρα να είναι σκλάβοι ενός έθνους ηλίθιων. Μεγάλη η προσβολή. Εξ’ ου και η Επανάσταση” (ΕΘ. 22/3).

Συντομογραφίες εφημερίδων:

Β. (Βήμα), ΕΘ. (Έθνος), ΕΛ. (Ελευθεροτυπία), Ε.Τ. (Ελεύθερος Τύπος), Κ. (Καθημερινή), Ν. (Νέα).

O?oeio

-

Δελτία Τύπου Εκθέσεις Παρακολούθηση Μ.Μ.Ε Παρουσίαση Αρθρα Links Επικοινωνία