ΙΟΥΝΙΟΣ 1998
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
*Οι δραστηριότητες των Τούρκων μειονοτικών
βουλευτών, για μια ακόμη φορά, αιχμή του δόρατος.
*Η σημασία και ο ρόλος των μέσων στην πράξη:
παράδειγμα το περιστατικό στο Γιαννιτσοχώρι.
*Αλβανία, Κόσοβο και παραλληλισμοί με την
Ελληνική μειονότητα στο νότο της χώρας.
*Βουλγαρία, συνειρμοί του παρελθόντος και του
παρόντος. *Μακεδονία, μήλον της Έριδος το όνομα
και η μειονότητα. *Ρουμανία: σε μεγάλη απόσταση
από την Ελλάδα. *Τουρκία, πάντα η ίδια.
Εσωτερικές μειονότητες.
Η Τουρκική μειονότητα της Θράκης βρίσκεται
για μια ακόμη φορά στο προσκήνιο. Αφορμή οι
πρωτοβουλίες των μειονοτικών βουλευτών να
γνωστοποιήσουν διεθνώς τα προβλήματα της
μειονότητας σε μια προσπάθεια να ασκήσουν πίεση
προς το εσωτερικό και να διεκδικήσουν (ενόψει
μάλιστα και των επικείμενων δημοτικών και
νομαρχιακών εκλογών) καλύτερη μεταχείριση των
μελών της. Οι προσπάθειες αυτές περιγράφονται
(ιδίως από το συντηρητικό τύπο) ως μια
συντονισμένη προσπάθεια από πλευράς του
Προξενείου και της Άγκυρας να δημιουργήσουν
προβλήματα, εκ των ουκ άνευ, στις διεθνείς
σχέσεις της Ελλάδας αλλά και στις σχέσεις της με
την ίδια τη μειονότητα. Οι θέσεις των μειονοτικών
βουλευτών παρουσιάζονται ως τελείως αβάσιμες
και ανυπόστατες, γεγονός που δημιουργεί την
εσφαλμένη εντύπωση στον αναγνώστη ότι η Ελλάδα
είναι απολύτως συνεπής ως προς τις υποχρεώσεις
της απέναντι στη μειονότητα.‘‘(…) ο κ. Γκαλίπ
αναπτύσσει τώρα δράση ‘εντός έδρας’,
συνυπογράφοντας με τα εξτρεμιστικά στοιχεία της
μειονότητας ‘ανοικτή καταγγελία’ της Ελλάδας,
την οποία ούτε λίγο ούτε πολύ παρομοιάζει με
‘πρωτόγονη χώρα της Αφρικής’. Η ‘καταγγελία’
το κείμενο της οποίας κυκλοφόρησε στην τουρκική
γλώσσα και δημοσιεύει σήμερα ο ‘Ε.Τ.’, αφορά το
ζήτημα της εκπαίδευσης του μειονοτικού
στοιχείου, που αποτελεί τους τελευταίους μήνες
‘αιχμή του δόρατος’ της προπαγάνδας της
Άγκυρας, στα πρότυπα των Αλβανικών διεκδικήσεων
στο Κοσσυφοπέδιο’’ (Ε.Τ. 2/6). ‘‘Σε ανακοίνωσή
της η ΠΟΛ.ΑΝ. χαρακτηρίζει τη στάση του Γκαλίπ
‘βαριά προσβολή για το Σύνταγμα, τη Βουλή και
τους ελληνικούς νόμους και στηλιτεύει την ένοχη
σιωπή του πρωθυπουργού και προέδρου του ΠΑ.ΣΟΚ.,
καθώς και των υπολοίπων αρχηγών κομμάτων’’’
(Ε.Τ. 3/6). ‘‘Μυστήρια πράγματα συμβαίνουν αυτή
την περίοδο στη Θράκη. Οι μουσουλμάνοι βουλευτές
των δυο μεγάλων κομμάτων έχουν στην κυριολεξία
ξεσαλώσει, βάλλοντας ανενόχλητοι εναντίον του
Ελληνικού κράτους, ενώ ο συνάδελφός τους (του ΣΥΝ)
προτιμά να κατευθύνει τα πυρά εναντίον του…
Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου! Την ίδια στιγμή,
ωστόσο, που βγάζουν τις μάσκες τα ενεργούμενα της
Άγκυρας κάποιοι τοπικοί λειτουργοί του κράτους,
χριστιανοί στο θρήσκευμα αλλά αδιευκρίνιστης
εθνικής συνειδήσεως, στην κυριολεξία …
διαγωνίζονται για το ποιος θα φανεί πλέον
αρεστός στους εξτρεμιστές της μειονότητας. Γιατί
πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς την ιδέα κάποιων
υπαλλήλων του υπουργείου Πολιτισμού που
επέλεξαν στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του
‘Κέντρου Δρώμενων Θράκης’, να προσκαλέσουν
‘Τουρκικό θρησκευτικό συγκρότημα δερβίσηδων’
(sic) για να εμφανιστεί στην Κομοτηνή ανήμερα της 29ης
Μαΐου’’ (Ε.Τ. 8/6).
Υπάρχει, ωστόσο, ένα μέρος του προοδευτικού
πολιτικού και δημοσιογραφικού χώρου που
αποφεύγει να προσδώσει ‘‘εθνικ(ιστικ)ή’’ χροιά
στο όλο ζήτημα, αναγνωρίζοντας εμμέσως ότι η
επίσημη πολιτική μειονοτική πρακτική που
ακολουθήθηκε στο παρελθόν (και εξακολουθεί, εν
μέρει να ακολουθείται και σήμερα) δεν ήταν η
καλύτερη δυνατή. ‘‘Εθνικιστική και
αντιδημοκρατική χαρακτηρίζει με δηλώσεις του ο
Ν. Μπίστης, μέλος της Π.Γ. του Συνασπισμού, την
επίθεση που δέχθηκε ο μουσουλμάνος βουλευτής του
κόμματος Μ. Μουσταφά και οι άλλοι δυο ομόθρησκοί
του, από τους Α. Ανδρεουλάκο και Χ. Κηπουρό. Την
έκπληξή του διατυπώνει για τη σιωπή των
αντιπροέδρων της Βουλής όσο και για την
εναντίωση του Δ. Τσοβόλα και Α. Πεπονή στην
κατάργηση του άρθρου 19 του Κώδικα περί Ελληνικής
Ιθαγένειας’’ (ΕΛ. 13/6). Η ίδια η απόφαση
κατάργησης του άρθρου 19 του Κώδικα Ελληνικής
Ιθαγένειας, έστω και με μη αναδρομική ισχύ, αλλά
και η τοποθέτηση του κυβερνητικού εκπροσώπου, Δ.
Ρέππα, σχετικά με τις δραστηριότητες του κ.
Γκαλίπ [‘‘Είναι εκπρόσωπος του Ελληνικού λαού
και συμμετέχει στο Κοινοβούλιο’’ (Ε.Τ. 3/6)]
φανερώνουν μια προσπάθεια από μέρους της
κυβέρνησης Σημίτη να κατεβάσει τους τόνους και
να αποφύγει να προσδώσει εθνική διάσταση στο
θέμα.
Οι δραστηριότητες του νέου Αρχιεπισκόπου
Αθηνών και πάσης Ελλάδας, Χριστόδουλου, όπως
άλλωστε και οι δηλώσεις του στα ελληνικά μέσα,
εξακολουθούν να πυροδοτούν το δημόσιο διάλογο
για την αναγκαιότητα χωρισμού της Εκκλησίας από
το Κράτος. Οι θιασώτες υπέρ του χωρισμού
υποστηρίζουν ότι ο νέος Αρχιεπίσκοπος έχει
ξεπεράσει, κατά πολύ, τα όρια των αρμοδιοτήτων
του. Ο συντηρητικός τύπος, από τον ακροδεξιό
‘‘Στόχο’’ μέχρι τον Ε.Τ. αναγνωρίζουν στο
πρόσωπο του νέου Αρχιεπισκόπου ένα νέο ηγέτη που
θα αναστήσει το πατριωτικό φρόνημα του Ελληνικού
έθνους. Ενδεικτικός είναι και ο τρόπος που ο Ε.Τ.
(4/6) σχολιάζει την επίσημη αντίδραση της
Ορθόδοξης Εκκλησίας για την επίσκεψη του
Αρχιεπισκόπου των Παλαιοημερολογιτών στο
Προεδρικό Μέγαρο. ‘‘Πάντως γενική είναι η
εντύπωση ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, εν
ονόματι της Ισοπολιτείας, έπεσε σε χονδρό λάθος.
Όπως μας είπε ο εκπρόσωπος τύπου της
Αρχιεπισκοπής, αρχιμανδρίτης Ιγνάτιος, αν αύριο
ζητήσει ακρόαση ο προωθούμενος από την Άγκυρα
Μουφτής της Ξάνθης λ.χ. αντί του νομίμου θα τον
δεχθεί με την ιδιότητα που η Ελληνική Πολιτεία
δεν αναγνωρίζει; Και αν οι Σκοπιανοί έρθουν να
μείνουν στην Ελλάδα και ζητήσουν αύριο να δουν
τον Πρόεδρο ως ‘Μακεδόνες’ θα τους δεχθεί; Κι
ακόμη αν μια ιδιωτική αστυνομία ονομαστεί ΕΛ.ΑΣ.
και ο αρχηγός της ζητήσει από τον Πρόεδρο να τον
δεχθεί θα ικανοποιήσει την επιθυμία του αυτή;’’
(Ε.Τ. 4/6).
Το ‘‘θρίλερ’’ της προσωρινής απαγόρευσης του
Νέου Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας του Γ.
Μπαμπινιώτη συνεχίζεται και αυτό το μήνα. Τα
περιορισμένα ‘‘αντανακλαστικά’’ του
ελληνικού πνευματικού κόσμου επισημαίνονται στο
απόσπασμα που ακολουθεί: ‘‘Σοβαρότερη όμως
και ασφαλώς θλιβερότερη ήταν η ‘αιδήμων σιωπή’
– σε ποια άλλη χώρα θα μπορούσε τάχα να συμβεί…-
και εκείνων ακριβώς που ανεξαρτήτως φυσικών
αντιθέσεων, απόψεων ή πολύ ανθρώπινων
επαγγελματικών αντιζηλιών – στοιχειώδη
υποχρέωση έχουν να υπερασπίζονται την ελευθερία
της πνευματικής εργασίας και δημιουργίας… Αλλά
και εκείνων που η νομική τους κατάρτιση – και οι
ιδιαίτερες συνταγματικές γνώσεις – θα επέβαλαν
να είχαν πάραυτα αντιδράσει. Και αν η ακαδημαϊκή
κοινότητα δεν θεωρεί πως τέτοια λογοκριτικά
φαινόμενα είναι – αμέσως και ευθέως
αποκρουστέα’’ (Ν. 3/6). Φαίνεται, ωστόσο, πως η
ελληνική κοινή γνώμη ενδιαφέρεται περισσότερο
για την ‘‘εθνική’’ διάσταση του όλου ζητήματος
και λιγότερο για το δικαίωμα στη ελεύθερη
έκφραση και απρόσκοπτη επιστημονική έρευνα. ‘‘Δεν
θα μπορούσαν άραγε να εκμεταλλευτούν κάποιοι από
τους Βόρειους γείτονές μας την καταγραφή της
συγκεκριμένης έννοιας στο επίμαχο λήμμα σ’ ένα
έγκυρο Ελληνικό λεξικό, έστω και με την ένδειξη
καταχρηστικά – υβριστικά, ως δήθεν γραπτή
τεκμηρίωση των ισχυρισμών τους;’’ [επιστολή Σ.
Αναγνωστοπούλου (Κ. 4/6)]. ‘‘Σκέφτηκε κανένας
απ’ όλους αυτούς τους κυρίους αν με αφορμή το
λεξικό του κ. Μπαμπινιώτη ανοίξει πάλι η όρεξη
της Βουλγαρίας και πει ‘ορίστε, οι ίδιοι οι
Έλληνες των Αθηνών δηλώνουν ότι οι
Βορειοελλαδίτες είναι Βούλγαροι και επομένως
καλώς τους διεκδικούμε’. Τι απάντηση θα
δώσουν;’’ [επιστολή Ε. Αγγέλου (ΕΛ. 4/6)].
‘‘Εθνική’’, όμως, διάσταση προσδόθηκε και σε
ένα συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στη Λάρισα,
στα πλαίσια Ευρωπαϊκού προγράμματος για τις
μειονοτικές γλώσσες. Αιχμή του δόρατος, η Βλάχικη
γλώσσα. Το συνέδριο χαρακτηρίστηκε ‘‘ύποπτο’’
(Ε.Τ. 9/6) με το αιτιολογικό ότι δεν προσκλήθηκαν
τα μέσα ενημέρωσης και οι τοπικοί παράγοντες.
Φαίνεται πως ακόμη και αυτή η επιστημονική
ενασχόληση με τις μειονοτικές γλώσσες και το
ενδιαφέρον για τη διάσωση και πολιτισμική
αξιοποίησή τους αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερο
σκεπτικισμό και καχυποψία στην Ελλάδα. ‘‘Η
Ελλάδα υπέφερε πολλά και περισσότερα οι Βλάχοι.
Μήπως πιστεύετε ότι το κράτος φέρεται τυραννικά,
ότι περιορίζει την ελευθερία των Βλάχων;
Ασχοληθείτε με την έρευνα της γλώσσας, αλλά μη
μιλάτε για μειονότητες και Βλάχικα σχολεία.
Τέτοιο θέμα δεν υπάρχει’’ [Σ. Φλώρος, νομάρχης
Λάρισας, (Ε.Τ. 976)]. ‘‘Σκοπός δεν είναι καμία
προαγωγή. Σκοπός είναι ο διχασμός, η διάσπαση, ο
τεμαχισμός του λαού μας. Να γίνει και η Ελλάδα
Βοσνία. Να βουτηχτεί ξανά στο αίμα. Οι Αλβανοί θα
εξελιχθούν σε Κούρδους της Ελλάδας’‘ (…)
‘‘Όπου αναγνωρίζεται μειονοτική γλώσσα,
αναγνωρίζεται και μειονοτική εθνότητα!’’ [Σ.
Καργάκος, (Ε.Τ. 19/6)].
Για ‘‘επίθεση 20 Αλβανών κατά αγρότη’’
κάνει λόγο ο Ε.Τ. (3/6). Ο τίτλος και το ρεπορτάζ που
ακολουθεί δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών.
Σύμφωνα πάντως με την ΕΛ. (5/6) η αλήθεια είναι
μάλλον διαφορετική, γεγονός που αποδεικνύει τη
σημασία των μέσων ενημέρωσης στη διαμόρφωση του
κοινού αισθήματος και την καλλιέργεια
ξενοφοβικών τάσεων και αντιλήψεων. ‘‘Προχθές,
όσες εφημερίδες φιλοξένησαν ρεπορτάζ για
ξυλοδαρμό κατοίκου του χωριού Γιαννιτσοχώρι από
Αλβανούς, παρέλειψαν μια… λεπτομέρεια: ότι ο
κύριος που καταγγέλλει ότι ξυλοκοπήθηκε, όχι
μόνο πρωταγωνιστή επί μήνες σε ποικίλες
βαρβαρότητες εναντίον των Αλβανών, αλλά πριν από
λίγες ημέρες χαστούκισε αναίτια ένα νεαρό Αλβανό
ο οποίος είχε πάει να αγοράσει ένα σουβλάκι. (Τη
‘λεπτομέρεια αυτή είχε μόνο το ρεπορτάζ της
‘ΕΛ.’). Στο χθεσινό της φύλλο η ‘Βραδυνή’
θεώρησε σκόπιμο να δώσει έκταση στο προχθεσινό
γεγονός. Αναφέρεται, λοιπόν στους φοβισμένους
και αγανακτισμένους κατοίκους, φιλοξενώντας
δηλώσεις του Προέδρου της κοινότητας (‘Θα μας
σφάξουν οι Αλβανοί’), καθώς και του Αλβανοφάγου,
ο οποίος ξυλοκοπήθηκε. (‘Δεν είμαστε ρατσιστές.
Τις γυναίκες και τα παιδιά μας προσπαθούμε να
προστατεύσουμε’). Δυστυχώς από το ρεπορτάζ
λείπει το στοιχειώδες. Δηλαδή, η ερώτηση προς τον
παθόντα, αν ευσταθούν οι καταγγελίες των Αλβανών
ότι χαστούκισε αναίτια το νεαρό. Και αν την
καταγγελία αυτή τη γνωρίζει η Αστυνομία… Για τον
Αλβανοφάγο βίο του κ. Μπαντούκα δεν χρειαζόταν να
ρωτήσει ο συνάδελφος της ‘Βραδυνής’. Είναι
νωπές οι τηλεοπτικές εικόνες που έδειχναν
κάποιον κύριο να γρονθοκοπεί εν ψυχρώ μπροστά
στις κάμερες δυο σαστισμένους Αλβανούς. Ήταν ο κ.
Μπαντούκας…’’ .
Και είναι η ίδια εφημερίδα (ΕΛ. 18/6) η οποία, με
ιδιαίτερα επικριτικό και ειρωνικό ύφος,
σχολιάζει τις αποφάσεις δικαστηρίων για
υποθέσεις με Αλβανούς μετανάστες θύματα Ελλήνων
‘‘Αλβανοφάγων’’: ‘‘Τα κρεμμύδια ή τα
καρπούζια είναι πολυτιμότερα ως ιδιοκτησιακό
αγαθό; Τα καρπούζια, ασφαλώς- αφού απεφάνθη έπ’
αυτού αυθεντικά η Ελληνική Δικαιοσύνη. Πέρυσι,
δικαστήριο της Λάρισας απήλλαξε έναν αγροφύλακα
κατηγορούμενο ότι πυροβόλησε και σκότωσε νεαρό
Αλβανό λαθρομετανάστη, όταν τον αντελήφθη να
κλέβει ένα καρπούζι. Προχθές, το
Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης καταδίκασε σε
φυλάκιση 6 μηνών και χρηματική ποινή 200. 000
δραχμών, 76χρονο αγρότη, που πυροβόλησε νεαρό
Αλβανό, όταν τον είδε να κλέβει από το μποστάνι
του… κρεμμύδια και απλώς (!) τον τραυμάτισε…Το
ότι στο ζυγό της Δικαιοσύνης δεν γίνεται να
μπαίνουν από τη μι ένα υλικό αγαθό, όποιας αξίας,
κι από τη άλλη η αυταξία της ανθρώπινης ζωής
φαίνεται ότι δυστυχώς είναι ψιλά γράμματα – αν
πρόκειται για τη ζωή Αλβανού. Και αναρωτιόμαστε
μετά πώς ενθαρρύνονται και πώς γεννιούνται στην
παραδοσιακά φιλόξενη Ελληνική κοινωνία
αποτρόπαιες πράξεις αντιδικίας και κτηνώδους
ρατσιστικής βίας, με θύματα εξαθλιωμένους
λαθρομετανάστες’’ .
Πρακτικά, ο ρόλος του τύπου και η σημασία του
για την καλλιέργεια και ενδυνάμωση των όποιων
θετικών ή αρνητικών στερεοτύπων καταδεικνύεται
με τον καλύτερο δυνατό τρόπο με τις παρακάτω δυο
ερωτήσεις. Τις απαντήσεις, τις δίνει ο ίδιος ο
τύπος: Ποια θα μπορούσε να είναι σήμερα η
περισσότερο αρνητική στερεοτυπική εικόνα των
Ελλήνων για τους Βαλκάνιους γείτονές τους; ‘‘Η
Τουρκία έχει έναν καλά προγραμματισμένο επίσημο
εθνικισμό. Η Αλβανία πλησιάζει στην
πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας, αναδεικνύεται
στον τυχερό της Βαλκανικής νέας τάξης. Τα Σκόπια
επιμένουν στις προκλήσεις, έχουν πάρει από την
Ελλάδα αυτά που ήθελαν χωρίς να δώσουν τίποτε σε
αντάλλαγμα. Η Ευρώπη ενισχύει τις ευρωπαϊκές
φιλοδοξίες, οι Η.Π.Α. εργάζονται για την επέκταση
και ενίσχυση της Αλβανίας, όλοι επιβραβεύουν την
αδιαλλαξία των Σκοπίων και αναφέρονται συνεχώς
σε αυτά με την ονομασία ‘Μακεδονία’’’ (Ε.Τ.
17/6). Υπάρχουν άραγε εξαιρέσεις; ‘‘Για
παράδειγμα, όλοι οι γείτονές μας φοβούνται πως η
Ελλάδα θέλει να επεκτείνει τα σύνορά της, εις
βάρος τους κι εμείς, από την πλευρά μας, φοβόμαστε
ότι οι γείτονες θέλουν να συρρικνώσουν τα δικά
μας. Και υπάρχουν πράγματι ομάδες σε όλες αυτές
τις χώρες που θέλουν έτσι τα πράγματα. Οι
πλειοψηφίες, όμως μου φαίνεται (εκτός και αν
απλώς το ελπίζω) δεν θέλουν τέτοια πράγματα – ενώ
το αντίθετο ακριβώς συνέβαινε πριν από 100 χρόνια.
Εμείς όμως εδώ, στην περιοχή, λειτουργούμε σα να
βρισκόμαστε ακόμη στην παραμονή των Βαλκανικών
πολέμων. Δυστυχώς’’ (Β. 14/6).
Αλβανία και Αλβανοί
Με αφορμή την πρόσφατη κρίση στο
Κοσσυφοπέδιο, το ζήτημα της Ελληνικής
μειονότητας στη Νότια Αλβανία επανέρχεται στο
προσκήνιο. Ο συντηρητικός αντιπολιτευόμενος
(κυρίως) τύπος βρίσκει την ευκαιρία, από τη μια να
ψέξει την ελληνική κυβέρνηση για τη, χωρίς
ανταλλάγματα προς την Ελληνική μειονότητα,
σύσφιξη των σχέσεων των δυο χωρών και, από την
άλλη, την Αλβανική πλευρά για μονομέρεια και
επιλεκτική αντιμετώπιση του ζητήματος των
ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα αιτήματα των Αλβανών
για παραχώρηση καθεστώτος διευρυμένης
αυτονομίας στο Κόσοβο παραλληλίζονται με αυτά
της Ελληνικής μειονότητας. Στην περίπτωση των
Ελλήνων της Αλβανίας δεν είναι μόνο πληθυσμιακά
τα αίτια που οδηγούν στον παραλληλισμό με τους
Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου αλλά και ιστορικά. ‘‘Η
επίκληση της προστασίας των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων είναι προφανώς το άλλοθι της
πολιτικής που επιδιώκει να επιβάλλει στην Ευρώπη
το σύνδρομο της Αφρικής. Αν πράγματι ο στόχος
ήταν η προστασία της εθνικής ταυτότητας και των
ανθρωπίνων δικαιωμάτων των λαών, τότε η νέα τάξη
θα φρόντιζε γι την ανεξαρτησία των
καταπιεζόμενων εθνοτήτων με άλλα κριτήρια και
την τιμωρία κάθε εισβολέα, όπως των Τούρκων στην
Κύπρο. Την υποκρισία και την επιλεκτική
προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, άλλωστε
εμείς οι Έλληνες τη γνωρίζουμε και από άλλες
περιπτώσεις. Μια από αυτές επεσήμανε με δήλωσή
του ο Κ. Μητσοτάκης. ‘Αν η Αλβανία διεκδικεί την
αυτονομία των Αλβανόφωνων του Κοσσυφοπεδίου,
γιατί να την αρνείται προς τους Έλληνες της Β.
Ηπείρου;’ είχε πει ευρισκόμενος στα Τίρανα.
Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι ο Ελληνισμός της Β.
Ηπείρου είναι ο αρχαιότερος στη Β. Ήπειρο όπως
και οι Σέρβοι στο Κόσοβο. Η ιστορική παράδοση,
όμως, δεν είναι φαίνεται από τους αποφασιστικούς
παράγοντες της διαμόρφωσης της πολιτικής της
νέας τάξης. Το ερώτημα είναι πια αν η ίδια η
Ευρώπη μπορεί να προστατεύσει την ιστορία της’’
(Ε.Τ. 21/6). Ο συντηρητικός τύπος θεωρεί τους
Αλβανούς ως τους μεγάλους κερδισμένους στο
Βαλκανικό παιχνίδι. Με την αμερικανική αρωγή,
εκμεταλλευόμενοι τα αντισερβικά αισθήματα της
Δύσης και την επιλεκτική άποψη για τα ανθρώπινα
δικαιώματα που τη διακρίνει, οι Αλβανοί έφεραν τη
Σερβία αντιμέτωπη με μια ακόμη απόσχιση,
διεθνοποιώντας ένα εσωτερικό της ζήτημα και
καθιστώντας την υπόλογη απέναντι στη διεθνή
κοινότητα, τη στιγμή μάλιστα που η Τουρκία,
ανενόχλητα καταπιέζει τους Κούρδους,
προχωρώντας σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο
νότιο τμήμα της. Με βάση αυτό το σκεπτικό
εκτιμάται ότι η Μεγάλη Αλβανία δεν απέχει πολύ
από την πραγματικότητα. Οι θιασώτες μάλιστα μιας
ακόμα ‘‘Μεγαλύτερης’’ Αλβανίας μπορούν, με
αξιώσεις, να ελπίζουν μετά την παρείσφρηση στην
Ελληνική επικράτεια χιλιάδων Αλβανών
μεταναστών. ‘‘Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, τα
Βαλκάνια ζουν το θρίαμβο του Αλβανικού
εθνικισμού. Οι Αλβανοί εκμεταλλεύονται τις
ευκαιρίες που τους προσφέρει η νέα τάξη
πραγμάτων και τα λάθη άλλων λαών και
επιτυγχάνουν, σε μεγάλο βαθμό, τους στρατηγικούς
στόχους τους. Πρώτον, κατάφεραν να εξαφανίσουν
σαν εθνική και πολιτική δύναμη τους
Βορειοηπειρώτες. Δεύτερον, οι Αλβανοί κατάφεραν
να βάλουν μισό εκατομμύριο συμπατριώτες τους
στην Ελληνική αγορά εργασίας δημιουργώντας
σταδιακά και τις προϋποθέσεις αναγνώριση
μειονοτικών δικαιωμάτων. Τρίτον, πέτυχαν τη
διεθνοποίηση του προβλήματος του Κοσσυφοπεδίου,
αφού εξασφάλισαν, ύστερα από δεκαετίες πιέσεων,
την αλλαγή της σύνθεσης του πληθυσμού της
περιοχής εις βάρος των Σέρβων και υπέρ των
Αλβανοφώνων’’ (Ε.Τ. 9/6). ‘‘Οι Αλβανοί
εξουδετέρωσαν, με τη βοήθεια των πολιτικών μας,
τους Βορειοηπειρώτες που άντεξαν μισό αιώνα
σταλινικής καταπίεσης, απέκτησαν μια σημαντική
μειονότητα στην Ελλάδα, είναι πολύ κοντά στη
διάλυση της Σερβίας και είναι βέβαιο ότι θα
παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο και στα Σκόπια. Με τη
βοήθεια των πολιτικών μας που έχουν παραιτηθεί
από τη διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής, οι
Αλβανοί αναδείχθηκαν στους μεγάλους
κερδισμένους της Βαλκανικής νέας τάξης!’’
(Ε.Τ. 15/6).
Οπωσδήποτε η καχυποψία του συντηρητικού τύπου
απέναντι στους Αλβανούς και την Αλβανία δεν
σταματά εκεί. Αν το Κοσσυφοπέδιο συγκεντρώνει
δέκα φορές την προσοχή λόγω του ‘‘στενού
μαρκαρίσματος’’ των παραδοσιακών φίλων της
Ελλάδας, των Σέρβων, το ‘‘εσωτερικό μέτωπο’’
των Αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα αποσπά τα
βλέμματα εκατό φορές. Οι φόβοι για τη δημιουργία
μιας Αλβανικής μειονότητας στην Ελλάδα είναι
παραπάνω από έκδηλοι: ‘‘Βρήκα την είδηση στο
‘Μακεδονικό Πρακτορείο’ και την αναμεταδίδουν
αυτούσια: ‘Αθλητικός όμιλος με την επωνυμία
‘Αλβανικός Αθλητισμός στην Ελλάδα’
δημιουργήθηκε στην Αθήνα με πρωτοβουλία μιας
ομάδας Αλβανών μεταναστών. Στόχος του οργανισμού
είναι να καταστήσει ευρέως γνωστή την ιστορία
και τη συμβολή των Αλβανών αθλητών και
προπονητών στην Ελλάδα και να καλλιεργήσει στη
νέα γενιά που μένει μακριά από την Αλβανία, τα
καλύτερα στοιχεία του αθλητισμού και την αγάπη
για την πατρίδα’. Μόνο που δεν κατάλαβα ποιους
εννοεί ‘Αλβανούς αθλητές και προπονητές’ και σε
ποια ‘πατρίδα’ αναφέρεται;’’ (Ε.Τ. 14/6). ‘‘Είναι
ρατσιστές οι διαμαρτυρόμενοι για την είσοδο και
παραμονή στη φτωχή Ελλάδα ενός εκατομμυρίου
αλλοδαπών, πολλοί των οποίων διαπράττουν φόνους,
ληστείες και λοιπά και έχουν επιβάλλει πρωτοφανή
τρομοκρατία στο φιλήσυχο λαό μας απ’ άκρον εις
άκρον της Ελλάδας – και δεν είναι γραικύλοι όσοι
θέλουν την παραμονή των με τον προφανή (μάλλον
όσοι είναι τυφλοί δεν το βλέπουν) κίνδυνο να
δημιουργηθούν στα καλά καθούμενα μειονοτικά
προβλήματα στο μέλλον ή τη δημιουργία Ελληνικού
Κόσοβο ή με την ελπίδα να αποκτήσουν θέση στον
παράδεισο κατά το σοφό λαϊκό γνωμικό ‘σφάξε με …
Αλβανέ μου να αγιάσω;’’’ [επιστολή του
Αρεοπαγίτου κ. Π. Παπανικολόπουλου στην Κ. (26/6)].
Στον αντίποδα όλων των παραπάνω, ο περισσότερο
προοδευτικός τύπος επιδοκιμάζει το ήπιο κλίμα
στις σχέσεις των δυο χωρών και χαιρετίζει
πρωτοβουλίες που αποσκοπούν στην ενδυνάμωση των
σχέσεων των δυο λαών και τον ‘‘εξοστρακισμό’’
των όποιων αρνητικών στερεοτύπων. Ενδεικτικό
παράδειγμα η έκθεση 19 Αλβανών κεραμιστών που
οργανώθηκε στην Αθήνα με τη συμβολή, μάλιστα και
της ΕΛ. ‘‘Αυτή η έκθεση – επεσήμανε ο κ.
Φυντανίδης [διευθυντής της ΕΛ.] – είναι μια
μικρή απόδειξη ότι στην ταλαιπωρημένη γειτονική
μας χώρα, που επί αιώνες γνωρίζει την καταπίεση
και τη δυστυχία, η καλλιέργεια της τέχνης και η
αίσθηση του ωραίου δεν έλειψαν ποτέ. Στην Αλβανία
ακόμα και ο πηλός σπανίζει. Οι άνθρωποι αυτοί
δημιουργούν θαυμάσια έργα απ’ ό,τι βρίσκουν
διαθέσιμο, ακόμα και από απόβλητα εργοστασίων,
όπως μου είπαν. Αυτό δείχνει το μεγαλείο την
ανθρώπινης ψυχής που επιδιώκει πάντα να
ξεπεράσει τις δυσκολίες για να επιδοθεί στην
τέχνη του ακραίου’’ (ΕΛ. 26/6). ‘‘Πολύ θα
παραξένεψε η είδηση κάποιας αμετανόητους
ρατσιστές, που κατοικοεδρεύουν στις σφαίρες της
μισαλλοδοξίας. Ούτε στο πιο εφιαλτικό τους
όνειρο δεν θα φαντάζονταν να δουν Αλβανό
καλλιτέχνη. (…) Αξίζουν συγχαρητήρια στους
εμπνευστές-διοργανωτές της έκθεσης. Είναι καιρός
ν’ αλλάξουν οι νοοτροπίες, οι ματιές να στραφούν
με ανθρωπιά στη βασανισμένη χώρα και στους
κατοίκους της που δεν διαφέρουν σε τίποτα στον
ψυχισμό από τους ‘πολιτισμένους’ εμάς’’ (Ν.
30/6).
Βουλγαρία και Βούλγαροι
Η επίκληση του ‘‘από Βορρά κινδύνου’’ και
οι συνειρμοί από το, μέχρι προσφάτως,
ψυχροπολεμικό κλίμα στις σχέσεις Ελλάδας –
Βουλγαρίας δεν έχουν τελείως εκλείψει από τον
Ελληνικό τύπο. Ενδεικτικό παράδειγμα το
απόσπασμα που ακολουθεί: ‘‘Το νέο τεύχος του
περιοδικού ‘Νέμεσις’ της κ. Λιάνας Κανέλλη
(κυκλοφορεί την προσεχή Τρίτη) φέρνει στο φως της
δημοσιότητας σημαντικό ντοκουμέντο που δείχνει
την αναβίωση του Βουλγαρικού εθνικισμού και, για
τη χώρα μας, την επανεμφάνιση του από ‘Βορρά
κινδύνου’. Το ντοκουμέντο είναι πόνημα πολλών
δακτυλογραφημένων σελίδων, φέρει τον τίτλο
‘Εθνικό Δόγμα της Βουλγαρίας’ και το συνέταξε,
κατόπιν κυβερνητικής εντολής, επιτροπή από
ακαδημαϊκούς (φαίνεται ότι εκεί οι ακαδημαϊκοί
με κάτι ασχολούνται), στρατιωτικούς, διπλωμάτες
και άλλους εμπειρογνώμονες. Ποιος είναι ο στόχος
του πονήματος; Ακούστε και θαυμάστε: η αυτογνωσία
του Βουλγαρικού λαού, ως έθνους ενιαίου και
συμπαγούς και του Βουλγαρικού κράτους ως
μονοεθνικού με σαφείς επεκτατικές βλέψεις προς
όλους σχεδόν τους γειτόνους, τη Γιουγκοσλαβία, τα
Σκόπια και την Ελληνική Θράκη’’ (Κ. 14/6).
Υπάρχει ωστόσο και ο αντίλογος που στηλιτεύει
τις ψυχροπολεμικές πρακτικές του παρελθόντος
βλέποντας τις σχέσεις των δυο χωρών μέσα από ένα
άλλο πρίσμα, αυτό της γειτονίας, της κοινής
ιστορίας και των παράλληλων, έστω και με κάποια
χρονική διαφορά, βιωμάτων: ‘‘Είναι
συγκινητική η ζωή σ’ αυτή τη χώρα, από πολλές
πλευρές. Από τη μια γιατί μου θυμίζει την Ελλάδα
του 50 και 60 όταν οι άνθρωποι προσπαθούσαν να
σταθούν στα πόδια τους και να βρουν τον τρόπο για
να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Υπάρχει σε αυτές τις
χώρες μια διάχυτη ευγένεια και μια κουλτούρα, η
οποία έχει παραμείνει βαθιά μέσα τους παρ’ όλες
τις δύσκολες εποχές. Και να σκεφτεί κανείς το πώς
έχουμε αναστηθεί και πώς μας έσπρωχναν να τις
αντιμετωπίσουμε. Στους κοιτώνες μας στο στρατό
διαβάζαμε τις φράσεις ‘ενώ εσύ κοιμάσαι οι
Βούλγαροι παραμονεύουν’ ή βλέπαμε σε πόστερ ένα
τσολιά να πατάει ένα Βούλγαρο. Απ’ την άλλη,
είναι τραγικό να παρακολουθείς όλη αυτή τη λύσσα
των γύρω χωρών να εισβάλλουν στη
νεοδημιουργούμενη αγορά. Τη μανία των γιάπηδων,
που με το χρήμα νομίζουν ότι μπορούν από μια χώρα
ανασυγκροτούμενη και με τόσες σοβαρές ανάγκες να
παίρνουν τα πάντα: γυναίκες, φιλίες, εμπόριο. Κι
από την άλλη πλευρά να βλέπεις τους Βούλγαρους να
παρακολουθούν και να ανέχονται τη λύσσα τους’’
(Ν. 27/6).
Μακεδονία και Μακεδόνες
Η πολιτική υποβάθμιση του ζητήματος της
ονομασίας, ιδίως από πλευράς της Ελληνικής
κυβέρνησης, δεν συνεπάγεται και την οριστική
καταχώρισή του στο ‘‘χρονοντούλαπο της
ιστορίας’’. Το θέμα επανέρχεται με κάθε αφορμή
και ευκαιρία, όχι μόνο από την αντιπολίτευση αλλά
και από το συντηρητικό τύπο που τη στηρίζει. Η
ονοματοθεσία της γειτονικής Δημοκρατίας
εξακολουθεί να αποτελεί ‘‘εθνικό’’, για την
Ελλάδα, ζήτημα που κατά καιρούς έρχεται στο
προσκήνιο, παραμένοντας ένα από τα μόνιμα πεδία
άσκησης κριτικής στην κυβέρνηση για την
εξωτερική πολιτική που εφαρμόζει. Όταν, εκτός από
την εσωκομματική και αξιωματική αντιπολίτευση, η
‘‘εθνική’’ διάσταση του Μακεδονικού
επισημαίνεται ακόμη και από τον ίδιο το
νεοεκλεγέντα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης
Ελλάδας, Χριστόδουλο [‘‘‘Όποιος ξεπουλάει την
Ιστορία του δεν είναι άξιος να λέγεται απόγονος
εκείνων των άξιων προγόνων μας’’’ (ΕΘ. 26/6)]
είναι εύκολο να εξηγήσει κανείς τη
‘‘δυσκαμψία’’ της Ελληνικής κοινής γνώμης
απέναντι στο όλο ζήτημα. Αφορμή, πολλές φορές, για
την επαναφορά του θέματος στο προσκήνιο,
αποτελούν δηλώσεις και τοποθετήσεις που
αποδίδονται στην άλλη πλευρά. Ενδεικτικό
παράδειγμα αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο η ΕΛ.
(26/6) αναφέρεται στην ομιλία του Προέδρου της
γειτονικής Δημοκρατίας στη γενέτειρά του, την
πόλη Στιπ: ‘‘Νέες αλυτρωτικές κραυγές ο
Γκλιγκόροφ’’ είναι ο χαρακτηριστικός τίτλος /
σχόλιο του εν λόγω δημοσιεύματος που υπογράφει ο
ανταποκριτής και συντάκτης Τ. Διαμαντής. Η ίδια η
ομιλία αλλά ακόμη περισσότερο η ετεροχρονισμένη
δημοσίευσή της στην εφημερίδα ‘‘Νόβα
Μακεντόνια’’ προβληματίζουν το συντάκτη ο
οποίος χαρακτηρίζει ‘‘περίεργη ’’ τη
χρονική στιγμή που επιλέχθηκε για τη
δημοσιοποίηση της ομιλίας. (Συνέπεσε με την
επίσκεψη, στην Αθήνα, του Μακεδόνα υπουργού
Εξωτερικών, κ. Χατζίνσκι και την επίσκεψη του Ρ.
Χόλμπρουκ στη Μακεδονία με αφορμή την τελευταία
κρίση στο Κοσσυφοπέδιο). Στην ομιλία του, σε
γενικές γραμμές, ο Γκλιγκόροφ αναφέρεται στον
ξαφνικό προβληματισμό της Ελλάδας, ύστερα από 50
χρόνια, για τη συνταγματική ονομασία της χώρας
του επισημαίνοντας ότι ‘‘η χώρα του δεν θέλει
το μονοπώλιο του ονόματος ‘Μακεδονία’ διότι
υπάρχουν Μακεδονικά εδάφη και έξω από τα όρια της
‘Μακεδονίας’’. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση,
όπως άλλωστε και η ευχή του Προέδρου Γκλιγκόροφ
να αποκτήσει ο λαός του επαφή ‘‘με όλα τα
τμήματα του Μακεδονικού λαού που ζουν εκτός των
ορίων του Μακεδονικού κράτους’’ συνιστούν
για το συντάκτη της ΕΛ. ξεκάθαρη εκδήλωση
αλυτρωτισμού από μέρους της πολιτικής ηγεσίας
της γειτονικής Δημοκρατίας. Διαφορετική ωστόσο
μοιάζει να είναι η εκτίμηση μιας άλλης
εφημερίδας του προοδευτικού χώρου, αναφορικά
προς την επίμαχη ομιλία. Η εφημερίδα ‘‘Αυγή’’
προσεγγίζει με πολύ περισσότερη νηφαλιότητα τις
τοποθετήσεις του Μακεδόνα Προέδρου
χαρακτηρίζοντάς τις ‘‘μετριοπαθείς’’ .
Αυτή η διαφοροποίηση σχετίζεται λιγότερο με την
πολιτική γραμμή των δυο εφημερίδων και
περισσότερο με την προσωπικότητα των τοπικών
ανταποκριτών τους. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τ.
Διαμαντής αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό και
καχυποψία δηλώσεις, τοποθετήσεις και
πρωτοβουλίες της Μακεδονικής πλευράς,
μιμούμενος, πολλές φορές, το ύφος συντακτών του
συντηρητικού και λαϊκιστικού τύπου. Είναι
γεγονός ότι αναφορές στη Μακεδονική εθνική
ταυτότητα των γειτόνων και (ακόμη
‘‘χειρότερα’’) των δίγλωσσων κατοίκων της Β.
Ελλάδας σκανδαλίζουν, όχι μόνο τη συντριπτική
πλειοψηφία του ελληνικού τύπου, αλλά γενικότερα
την Ελληνική κοινή γνώμη. Το δικαίωμα
αυτοπροσδιορισμού (και των δυο) δεν τίθεται καν. Η
ονοματοθεσία της γειτονικής Δημοκρατίας και η
διεκδίκηση αναγνώρισης Μακεδονικής μειονότητας
στην Ελληνική Επικράτεια αποτελούν μέρος ενός
οργανωμένου σχεδίου για την κατάτμηση της
Ελλάδας και την εδαφική συρρίκνωσή της. Αυτό
είναι το μοναδικό ερμηνευτικό σχήμα που ο
Ελληνικός τύπος προσφέρει στους αναγνώστες του: ‘‘Μπορεί
οι γείτονές μας στα Σκόπια να ζητούν όλο και
περισσότερο τη συνδρομή της Ελλάδας προκειμένου
να αναπτυχθούν οικονομικά και εμπορικά, παρόλα
αυτά δεν ξεχνούν την προπαγάνδα τους για την
έκβαση και το όνομα της χώρας τους ακόμη και στις
επίσημες συναντήσεις’’ (Ε.Τ. 8/6). ‘‘Οι
εκπρόσωποι των Σκοπίων ονομάζουν τη χώρα τους
‘Μακεδονία’ και κατά τη διάρκεια των επίσημων
επαφών τους στην Ελλάδα, ενώ έχουν επιβάλλει τη
χώρα τους με αυτό ακριβώς το όνομα και σε επίπεδο
διεθνών Μ.Μ.Ε. και διεθνούς κοινής γνώμης.
Επομένως, οι Σκοπιανοί δίνουν και κερδίζουν τη
μάχη του ονόματος, ενώ η κυβέρνηση Σημίτη το μόνο
που προσπαθεί είναι να κρύψει την εθνική της
παραίτηση από την Ελληνική κοινή γνώμη’’ (Ε.Τ.
25/6). Τέλος, με τον χαρακτηριστικό τίτλο ‘‘Προς
κατάργηση ‘προπαγανδιστική φωνή’ στην ΠΓΔΜ’’
η Κ. (25/6) σημειώνει ότι ‘‘η απροκάλυπτη,
ανθελληνική προπαγάνδα που ασκείται από διάφορα,
ελεγχόμενα από την πολιτική ηγεσία της ΠΓΔΜ,
κέντρα’’ (εννοώντας την Ελληνόφωνη εκπομπή
του κρατικού ραδιοσταθμού των Σκοπίων)
ενδέχεται, σύντομα, να εκλείψει.
Υπάρχει, ωστόσο, μια μερίδα του πολιτικού,
δημοσιογραφικού και κοινωνικού χώρου που
φαίνεται να αποδέχεται την εξεύρεση μιας
συμβιβαστικής λύσης προκειμένου να κλείσει ένα
ακόμη μέτωπο της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Ορισμένοι, μάλιστα, προσπαθούν να αντιστρέψουν
τα επιχειρήματα για την ιστορική και γλωσσική
‘‘προτεραιότητα’’ της Ελλάδας στην ευρύτερη
περιοχή, θέλοντας να δείξουν και την… άλλη
πλευρά του νομίσματος. ‘‘1).Γιατί η γλώσσα να
χρησιμοποιείται ως κριτήριο εθνικότητας για
τους Αρχαίους Μακεδόνες και να μην
χρησιμοποιείται για τους Μακεδόνες της
Τουρκοκρατίας, όπου πλειοψηφούσαν οι Σλαβόφωνοι;
2). Σήμερα, στο σύγχρονο Κόσοβο, τι βαραίνει
περισσότερο, η ονομασία μιας γλώσσας ή η σωτηρία
της; Οι οικολογικές και πολιτισμικές ευαισθησίες
δεν συμβαδίζουν με το ενδιαφέρον για τις
ανθρωπολαλιές;’’ [επιστολή Γ. Πούνιου, (ΕΛ. 15/6)].
Ρουμανία και Ρουμάνοι
Ελάχιστες οι αναφορές στη Ρουμανία και αυτό
το μήνα, μετρημένες, στην κυριολεξία, στα δάκτυλα
του ενός χεριού. Μια από τις εξαιρέσεις, η αναφορά
του ΕΘ. (28/6) [‘‘Ελληνόπουλα 3. 500 παιδιά από τη
Ρουμανία’’] στη συμφωνία που υπογράφτηκε
μεταξύ Ελλάδας και Ρουμανίας. Η εν λόγω συμφωνία
προβλέπει την υιοθεσία 3.500 παιδιών Ρουμανικής
καταγωγής από Έλληνες και αναμένεται να λύσει
δυο καίρια προβλήματα: από τη μια να καλυφθεί το
‘‘ελλειμματικό ισοζύγιο’’ προσφοράς και
ζήτησης παιδιών για υιοθεσία στην Ελλάδα και, από
την άλλη να δοθεί η ευκαιρία σε κάποια, από τα
πολλά εγκαταλελειμμένα, σε Ιδρύματα, παιδιά να
ζήσουν περισσότερο ανθρώπινα μια και οι
προϋπολογισμοί αυτών των Ιδρυμάτων είναι
εξαιρετικά χαμηλοί, γεγονός που αποδίδεται στη
βαθιά οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα.
Σερβία και Σέρβοι
Όπως είναι αναμενόμενο, η κρίση στο
Κοσσυφοπέδιο μονοπωλεί και αυτό το μήνα το
ενδιαφέρον του ελληνικού τύπου. Σε γενικές
γραμμές, η πλειοψηφία του ελληνικού τύπου
προσπαθεί να τηρήσει τις ισορροπίες και τα
προσχήματα, παρουσιάζοντας τις θέσεις και
εκτιμήσεις και των δυο πλευρών. ‘‘Αν η
Αλβανόφωνη μειονότητα στη Σερβία (πλειοψηφία
στην επαρχία του Κοσσυφοπεδίου) έχαιρε των
ελαχίστων ανθρώπινων δικαιωμάτων, που συνιστούν
την αξιοπρέπεια του ατόμου, δεν θα επεδίωκε
ανεξάρτητη κρατική οντότητα’’ (Ν. 6/6). Η
πρόκριση, ωστόσο, του όρου ‘‘Αλβανόφωνη’’
μειονότητα υποδηλώνει γλωσσική και όχι εθνική
διαφοροποίηση, γεγονός που δημιουργεί εσφαλμένη
εντύπωση για την κατάσταση στην περιοχή και
νομιμοποιεί περισσότερο στα μάτια ενός
‘‘παραδοσιακού Έλληνα αναγνώστη’’ τη Σερβική
πλευρά: Πώς μια γλωσσική μειονότητα απειλεί την
εσωτερική ισορροπία ενός κράτους και ολόκληρης
της Βαλκανικής; Η εντύπωση αυτή είναι πολύ πιο
έντονη στο συντηρητικό, αντιπολιτευόμενο τύπο.
Το πλαίσιο που χρησιμοποιείται για την εξήγηση
της κατάστασης είναι ιδιαιτέρως απλοϊκό: Η Δύση
και οι Η.Π.Α., ακολουθώντας την πολιτική του
‘‘διαίρει και βασίλευε’’ και τα αντισερβικά
ένστικτά τους, βάλλονται κατά της Σερβίας
αξιοποιώντας το χαρτί του Αλβανικού εθνικισμού.
Σκοπός να αποδυναμωθεί ο Μιλόσεβιτς. Η Σερβική
άποψη ότι το Κοσσυφοπέδιο αποτελεί εσωτερικό
πρόβλημα της Σερβίας υιοθετείται ανελλιπώς, ενώ
το όλο ερμηνευτικό σχήμα διανθίζεται από
κινδυνολογικές μεταφορές στην Ελληνική
πραγματικότητα και παραλληλισμούς με τη
μειονότητα της Θράκης. Η ιστορική παράδοση και
παρουσία των Σέρβων στην περιοχή αποτιμάται
περισσότερο από την ανάγκη σεβασμού των
ανθρωπίνων και μειονοτικών δικαιωμάτων. ‘‘Οι
Σέρβοι αρνούνται να παραδώσουν τον εθνικό τους
πυρήνα, το Κοσσυφοπέδιο, στους Αλβανούς που
μάχονται για την αυτονομία ή και την προσάρτηση
της επαρχίας, στην Αλβανία. Δηλαδή οι Σέρβοι
κάνουν ό,τι θα έκαναν οι Άγγλοι και οι Γάλλοι στην
περίπτωση που οι πλειοψηφούντες σε δικές τους
πόλεις αλλοδαποί, θα ζητούσαν αυτονομία. Αυτό που
βεβαίως θα κάνουμε κι εμείς αν οι
αυτοαποκαλούμενοι Τούρκοι, μουσουλμάνοι της
Θράκης, ζητήσουν αυτονομία – δυστυχώς εκεί το
πάνε με σταθερά βήματα ενισχυμένοι και από τους
Έλληνες κουλτουριαραίους! Και ό,τι θα κάνουμε
όταν οι κατά κύματα εισβάλλοντες Αλβανοί, όπως
φοβάται το Υπουργείο Εξωτερικών, καταλάβουν τα
ερημωμένα χωριά μας’’ (Ε.Τ. 15/6). Παραλληλισμοί
γίνονται και με την Τουρκία σε ό,τι αφορά την
Κουρδική μειονότητα. ‘‘Καταδικάζεται η Σερβία
για την πραγματικά απαράδεκτη πολιτική της,
αφήνεται όμως η Αλβανία ελεύθερη να στέλνει
οπλισμό και άνδρες στο Κοσσυφοπέδιο το οποίο
ελέγχεται ήδη σε ποσοστό 40% από τους
Αλβανόφωνους. Ενθαρρύνεται ο Αλβανικός
εθνικισμός σε ό,τι έχει απομείνει από την πρώην
Γιουγκοσλαβία, αποθαρρύνεται όμως στα Σκόπια που
θεωρούνται κράτος μεγάλης στρατηγικής σημασίας,
που δεν πρέπει να αποσταθεροποιηθεί.
Συγκινούνται οι ισχυροί της νέας τάξης με την
καταπίεση των Αλβανοφώνων του Κοσσυφοπεδίου,
αδιαφορούν όμως για την πολύ σκληρότερη
καταπίεση των Κούρδων από τους Τούρκους’’
(Ε.Τ. 17/6). Για τον συντηρητικό τύπο, οι Σέρβοι
παραμένουν οι μόνοι πραγματικοί σύμμαχοι των
Ελλήνων στη Βαλκανική Χερσόνησο. ‘‘Έλληνες
πολιτικοί και σχολιαστές – ‘προοδευτικοί’ –
παίρνουν ανοικτά το μέρος των ‘φονιάδων των
λαών’ και του Κίνκελ και ζητούν άμεση συντριβή
των ‘Σέρβων εθνικιστών’! Το φαινόμενο είναι
τραγικό για μια χώρα που στην επικράτειά της έχει
μια μειονότητα ‘τοπικώς πλειοψηφούσα’ και
προσανατολισμένη προς αδυσώπητο εχθρό μας. Και
έναν μόνο ‘φίλο’ στη Βαλκανική στη Βαλκανική:
τους Σέρβους! ‘Οι Σέρβοι δολοφονούν και οδηγούν
τους Αλβανούς σε ολοκληρωτική αντίσταση’ κλπ.
Ελληνικές υπογραφές! Δηλαδή; Να φύγουν οι Σέρβοι,
να έρθουν οι Αλβανοί! Κάτι μας θυμίζουν αυτές οι
αποστροφές. Μοιάζουν με ‘αντιγραφή’ ανάλογων
Τουρκικών σχολίων για τη Θράκη. Μήπως κάποιοι
σχολιαστές δεν γνωρίζουν τι ποιούν και πού
οδηγούν οι αρλούμπες τους;’’ (Ε.Τ. 24/6). Ωστόσο,
είναι φανερό ότι η επίσημη πολιτική της
Ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και ο προοδευτικός
τύπος, αντιμετωπίζουν περισσότερο
αποστασιοποιημένα το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου,
σε σχέση, μάλιστα, με το πρόσφατο παρελθόν και το
ιστορικό προηγούμενο της Βοσνίας. Οι Σέρβοι
παραμένουν σύμμαχοι και φίλοι χωρίς αυτό να
σημαίνει ότι οι Έλληνες θα δικαιολογούν τις
όποιες ‘‘παρεκτροπές’’ τους από τις αρχές του
Διεθνούς Δικαίου. Ενδεικτικό παράδειγμα οι
δηλώσεις του Έλληνα υφυπουργού Αμύνης, Δ.
Αποστολάκη: ‘‘Καλές σχέσεις, αλλά αυτό δεν
σημαίνει όμως ότι θα θαμπώνει το βλέμμα μας και
δεν θα βλέπουμε ότι η χρησιμοποίηση βίας για την
επίλυση του προβλήματος θα είναι καταστρεπτική
για ολόκληρη την περιοχή’’ (ΕΛ. 22/6). Ακριβώς
αυτή την αποστασιοποίηση της Ελληνικής πλευράς
εκμεταλλεύεται και ο αντιπολιτευόμενος τύπος
προκειμένου να ασκήσει κριτική στην κυβέρνηση
για τον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων της
Ελλάδας με τη Σερβία, κατηγορώντας την για
ατολμία και σύμπλευση με τα
γεωπολιτικό-οικονομικά συμφέροντα της Δύσης, εις
βάρος της Ελλάδας. Οι δε παραλληλισμοί με τη
Δυτική Θράκη απευθύνονται στη γνωστή
‘‘ευαισθησία’’ της ελληνικής κοινής γνώμης
απέναντι σε ζητήματα μειονοτήτων.
Τουρκία και Τούρκοι
Το προφίλ της Τουρκίας, όπως διαμορφώνεται
από τον ελληνικό τύπο, δεν παρουσιάζει
διαφοροποιήσεις. Παραμένει ‘‘απελπιστικά’’
γνώριμο και αναλλοίωτο. Τα ήδη υπάρχοντα
αρνητικά στερεότυπα, όχι μόνο δεν
καταρρίπτονται, αλλά, απεναντίας, ενισχύονται
ιδίως σε περιόδους όξυνσης των Ελληνοτουρκικών
σχέσεων. Η Τουρκία, ‘‘ορκισμένος εχθρός’’ της
Ελλάδας, εμφανίζεται πάντα προκλητική, πάντα
απειλητική, βάρβαρη και καθόλου αξιόπιστη. Η
διχασμένη, μεταξύ Δύσης και Ανατολής,
‘‘προσωπικότητα’’ της χώρας, η πολιτική
αστάθεια, το στρατοκρατορικό καθεστώς και η
καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
(ανα)συνθέτουν, κάθε φορά, το πορτρέτο που
‘‘φιλοτεχνούν’’ τα ελληνικά έντυπα αλλά και
ηλεκτρονικά μέσα. ‘‘Ο Πλανητάρχης γνωρίζει
εξάλλου καλά ότι οι Τουρκία έχει μέσα στα σωθικά
της αρρώστια αγιάτρευτη, ότι δεν θα γίνει ποτέ
υγιής Δημοκρατία, ότι ψάχνει να βρει την
ταυτότητά της και ότι τραβολογιέται προς τρεις
διαφορετικές κατευθύνσεις: Οι εκσυγχρονιστές
του Γιλμάζ τη θέλουν ευρωπαϊκό κράτος και
κοιτάζουν προς τη Δύση. Οι ισλαμιστές του
Ερμπακάν γέρνουν προς τη Μέση Ανατολή και
κοιτάζουν προς το νότο’’ (Ε.Τ. 19/6). Η εντύπωση
που αβίαστα σχηματίζει κανείς, μετά από κάποιο
ασφαλές διάστημα παρακολούθησης του ελληνικού
τύπου, είναι πως αν ποτέ εκλείψουν όλα αυτά τα
δομικά στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα της
χώρας, μεγάλος αριθμός συντακτών και αρθρογράφων
θα χάσουν τον κύριο λόγο ύπαρξής τους. Ενδεικτικό
παράδειγμα αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο
σχολιάζεται από συντάκτη των ‘‘Νέων’’ (18/6) η
έκθεση, για την Τουρκία, της Διεθνούς Αμνηστίας.
Οι ελάχιστες βελτιώσεις που επισημαίνονται στην
έκθεση αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό και
καχυποψία, αφήνοντας αιχμές ακόμη και για την
αξιοπιστία της ίδιας της έκθεσης και της
οργάνωσης που τη συντάσσει. ‘‘‘Οι
μεταρρυθμίσεις δεν έχουν καταφέρει ακόμη να
φτάσουν τα διεθνή πρότυπα, εφόσον επιτρέπουν τη
συνέχιση της πρακτικής της κράτησης χωρίς επαφή
με τον έξω κόσμο, η οποία όπως είναι γενικά
αποδεκτό, ευνοεί την εφαρμογή βασανιστηρίων’. Με
αυτή την – τουλάχιστον περίεργη διατύπωση
‘καλύπτει’ στη φετινή της έκθεση η Διεθνής
Αμνηστία τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων στην Τουρκία. Στην έκθεση αναφέρεται
ότι τα βασανιστήρια ήταν και πέρυσι ευρέως
διαδεδομένα σε τμήματα της Αστυνομίας και της
Χωροφυλακής. Προστίθεται όμως ότι ‘ένας νέος
νόμος που μείωσε από 30 σε 20 ημέρες το μέγιστο
χρόνο κράτησης σε αστυνομικά τμήματα είχε
θετικές επιπτώσεις’! Και σε ένα άλλο σημείο
υπάρχει μια αόριστη αναφορά σε 13 ‘αυθαίρετες
δολοφονίες’ (sic) πολιτών και κρατουμένων από
‘ενόπλους αυτονομιστές, αριστερούς και
ισλαμιστικές οργανώσεις’’. Η αμφισβήτηση
αυτή δεν προκύπτει από τη συγκριτική ανάλυση και
άλλων εκθέσεων διεθνών ανθρωπιστικών
οργανώσεων, ούτε από την παράθεση στοιχείων που
αποδεικνύουν ότι η Διεθνής Αμνηστία θα είχε
συμφέρον (π.χ. λόγω χρηματισμού) να ωραιοποιήσει
την κατάσταση μεροληπτώντας υπέρ της Τουρκίας.
Φτάνει λοιπόν κανείς στο σημείο να διερωτάται
κατά πόσο ορισμένοι (πολιτικοί, δημοσιογράφοι)
ενδιαφέρονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αυτά
καθαυτά, ή απλά για το άλλοθι που τους παρέχει η
καταπάτησή τους, προκειμένου, τελικά, να ασκήσουν
‘‘κριτική για την κριτική’’, συντηρώντας τον
εθνικισμό και ενδυναμώνοντας τα ήδη υπάρχοντα
στερεότυπα: ‘‘Αλλά οι Τούρκοι δεν παίρνουν
χαμπάρι από τέτοια. Θέλουν να τους βάζεις να
τρέχουν στον ανήφορο, φορτωμένοι και με στενό
παπούτσι! Μόνο αυτή τη γλώσσα καταλαβαίνουν’’
(Ν. 9/6).
Οι όποιες συγκρίσεις μεταξύ Ελλάδας και
Τουρκίας καταδεικνύουν, από τη μια την
ανωτερότητα του πνεύματος των Ελλήνων και, από
την άλλη τη συμπλεγματική, κομπλεξική
συμπεριφορά μιας χώρας που θα ήθελε πολύ να γίνει
‘‘χαλίφης στη θέση του χαλίφη’’. ‘‘Θα μπούμε
σήμερα στον πειρασμό να σταχυολογήσουμε μερικές
μνημειώδεις φράσεις περί Ελλάδος που είπαν κατά
καιρούς οι διάσημοι άνδρες της Δύσης, ενώ ουδείς
έχει πει την παραμικρή επαινετική κουβέντα για
ους Τούρκους. Και τι να πει όταν η ιστορία της
είναι γραμμένη με ο αίμα εκατομμυρίων Ελλήνων,
Αρμενίων, Κούρδων και παντός φιλελεύθερου λαού
και όταν χθες ακόμη βγήκαν σο φως οι αποκαλύψεις
για τη βοήθεια που προσέφερε στον Χίτλερ’’
(Ε.Τ. 22/6).
Συντομογραφίες εφημερίδων:
Β. (Βήμα), ΕΘ. (Έθνος), ΕΛ. (Ελευθεροτυπία),
Ε.Τ. (Ελεύθερος Τύπος), Κ. (Καθημερινή), Ν. (Νέα).