ΣΥΓΧΡΟΝΟ
ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΙΣΟΝΟΜΙΑ
Ο σεβασμός των δικαιωμάτων, θεμέλιο
ευνομούμενων πολιτειών
του
Παναγιώτη Ηλία Δημητρά
Εκπροσώπου του Ελληνικού
Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι
Επισκέπτη Καθηγητή του Κεντρικού
Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου (Βουδαπέστη)
Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στις “Επτά
Ημέρες” της “Καθημερινής” (6-12-1998) με θέμα “50
Χρόνια. Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων
του Ανθρώπου.”
Υπάρχει, τουλάχιστο μερική, ασυμβατότητα
μεταξύ του πλήρους σεβασμού των ανθρώπινων
δικαιωμάτων και της εξυπηρέτησης των θεμελιωδών
συμφερόντων μιας ευνομούμενης πολιτείας; Θετικά
απαντούν πολλοί, είτε ειδικοί είτε εκπρόσωποι
κρατών. Επικαλούνται δε τη μόνιμη αναφορά στην
αρχή του σεβασμού της κρατικής κυριαρχίας και
των συνόρων παράλληλα με την εφαρμογή των
ανθρώπινων δικαιωμάτων με την οποία κλείνουν οι
περισσότερες σχετικές διεθνείς συμβάσεις. Οπως
και τους περιορισμούς που περιέχονται στην Ευρωπαϊκή
Σύμβαση Ανθρώπινων Δικαιωμάτων: για
παράδειγμα, στο άρθρο 9 για την “ελευθερία της
σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας,”
γίνονται δεκτοί “περιορισμοί αναγκαίοι σε μια
δημοκρατική κοινωνία προς το συμφέρον της
δημόσιας ασφάλειας, για την προστασία της
δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας ή των χρηστών
ηθών, ή για την προστασία των δικαιωμάτων και
ελευθεριών των άλλων.”
Ομως, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου
Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, που ελέγχει την
εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, δίνει ήδη ένα
διαφορετικό μήνυμα για το επιτρεπτό εύρος αυτών
των περιορισμών. Σε δεκάδες περιπτώσεις, έχει
απορίψει την πολλή “ευρεία” ερμηνεία τους από
ευρωπαϊκές χώρες και έχει έτσι δικαιώσει
προσφεύγοντες πολίτες των χωρών αυτών. Το
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με τις αποφάσεις του, έχει
τονίσει ότι ελάχιστοι περιορισμοί είναι “αναγκαίοι
σε μια δημοκρατική κοινωνία.” Είναι
χαρακτηριστικές δύο προσφυγές ομάδων Ελλήνων
πολιτών που έκανε δεκτές μέσα στο 1998. Δεν δέχθηκε
ως θεμιτούς περιορισμούς τους λόγους που είχαν
οδηγήσει στο παρελθόν ελληνικά δικαστήρια να
απορίψουν την ίδρυση της Στέγης Μακεδονικού
Πολιτισμού ή να καταδικάσουν Ελληνες
Προτεστάντες για προσηλυτισμό άλλων
ετερόδοξων Ελλήνων πολιτών.
Επίσης, η δεκαετία του 1990 χαρακτηρίστηκε από
σειρά επεμβάσεων της διεθνούς κοινότητας (πχ. σε
Βοσνία και Ρουάντα) ή επικλήσεων παρόμοιου
δικαιώματος (πχ. στο Κοσσυφοπέδιο), που τυπικά
παραβίαζαν την αρχή της κρατικής κυριαρχίας, ως
συνέπεια σοβαρών παραβιάσεων των ανθρώπινων
δικαιωμάτων ή/και ανθρωπιστικών καταστροφών. Οι Μη
Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ) που ασχολούνται
με την προάσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων
ή/και το σεβασμό των ανθρωπιστικών αξιών, όχι
μόνο έχουν υποστηρίξει αυτές τις ενέργειες, αλλά
και έχουν θεωρήσει μάλλον “άτολμη” τη σχετική
στάση της διεθνούς κοινότητας, αγωνιζόμενες για
έναν πιο παρεμβατικό ρόλο της σε παρόμοιες
περιπτώσεις. Η ίδρυση, κατά το 1998, του Διεθνούς
Ποινικού Δικαστηρίου με αρμοδιότητα σειρά “εγκλημάτων
κατά της ανθρωπότητας” είναι ένα αποτέλεσμα
των πιέσεων των ΜΚΟ.
Δεν είναι μόνο οι παραπάνω πρακτικές της
διεθνούς κοινότητας και δικαιοσύνης, πάντως, που
δείχνουν πως η επίκληση των ζωτικών συμφερόντων
ενός κράτους δεν θεωρείται πια θεμιτή για το
δραστικό περιορισμό όχι μόνο των θεμελιωδών
ελευθεριών αλλά και πολλών άλλων, ατομικών ή
συλλογικών, γενικότερα ανθρώπινων αλλά και
ειδικότερα μειονοτικών, δικαιωμάτων. Λόγοι
“σώφρονος πολιτικής” κάνουν επιτακτικό τον
εκτεταμένο σεβασμό τους ως προϋπόθεση για τη
μακροχρόνια εσωτερική αλλά και διεθνή
σταθερότητα και ευημερία. Ολοι συμφωνούν σήμερα
πως η δημοκρατία, με τις όποιες αδυναμίες της,
αποτελεί το καλύτερο σύστημα διακυβέρνησης μιας
ευνομούμενης πολιτείας. Οι μέχρι σήμερα
εμπειρίες έχουν αποδείξει δε πως η δημοκρατία
είναι τόσο ισχυρότερη όσο περισσότερο σεβαστά
γίνονται τα δικαιώματα των μειονοτικών, των
μειονεκτικών, των περιθωριακών, των
αντικαθεστωτικών κατηγοριών του πληθυσμού μια
χώρας, ακόμα και αυτών που στοχεύουν στην
ανατροπή της δημοκρατίας ή την αλλαγή των
συνόρων, με την προϋπόθεση βέβαια ότι ο στόχος
αυτός δεν επιδιώκεται με χρήση ή έκκληση για
χρήση βίας.
Οσο η έκφραση ριζικά, αν όχι ανατρεπτικά,
αντίθετης άποψης είναι ελεύθερη, οι εκφραστές
της δεν καταφεύγουν σε άλλα, συνήθως βίαια, μέσα
για τη διατύπωσή της. Οσο οι διάφορες μειονότητες
(θρησκευτικές, γλωσσικές, εθνικές) έχουν τη
δυνατότητα να απολαμβάνουν και να αναπαράγουν
ελεύθερα τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους, δεν
έχουν λόγο να καταφεύγουν αλλού για την
προάσπιση των δικαιωμάτων τους. Είτε, δηλαδή,
στην αναζήτηση της, συνήθως καιροσκοπικής και
μερικές φορές υπονομευτικής, “προστασίας”
ξένων παραγόντων (“μητέρας πατρίδας” ή άλλων
ισχυρών κρατών). Είτε, και στην περίπτωση αυτή,
στην προσφυγή σε βίαια διεκδικητικά μέσα που
μερικές φορές οδηγούν σε αποσχιστικές
επιδιώξεις.
Παρόμοιοι περιορισμοί, που τελικά οδηγούν σε
διακρίσεις, επιβάλλονται από κράτη που ταυτίζουν
το “κρατικό συμφέρον” με το “εθνικό συμφέρον.”
Το “εθνικό συμφέρον” -δηλαδή το συμφέρον μιας
επιμέρους, οσοδήποτε μεγάλης, εθνικής (ή
γλωσσικής ή θρησκευτικής) ομάδας του πληθυσμού
ενός κράτους- είναι σχεδόν αναπόφευκτο να είναι
ανταγωνιστικό με το συμφέρον μιας άλλης ομάδας
που ζει στην ίδια ή σε διπλανή χώρα. Ο δε
ανταγωνισμός αυτός δεν είναι απαραίτητα πάντα
επιζήμιος, τουλάχιστο όσο δεν παίρνει θέση σε
αυτόν η πολιτεία.
Το σωστό σύγχρονο κράτος πρέπει να είναι
ουδέτερο ως προς τις επιμέρους ομάδες του
πληθυσμού που το απαρτίζουν ή τις ιδεολογικά
διαφορετικές αντιλήψεις των πολιτών του. Αρα δεν
πρέπει να κάνει διακρίσεις μεταξύ ομάδων ή
αντιλήψεων. Τότε, το σωστό “κρατικό συμφέρον”
είναι απόλυτα συμβατό με τον πλήρη σεβασμό των
ανθρώπινων δικαιωμάτων, ο οποίος αποτελεί το
σημαντικότερο παράγοντα μακροχρόνιας
σταθερότητας και ευημερίας στο εσωτερικό του.
Ενα τέτοιο κράτος αποτελεί δε σταθεροποιητικό
παράγοντα στην περιοχή του και συμβάλλει στην
ευημερία της.