|
AIM
(Εναλλακτικό Δίκτυο Πληροφόρησης) -
Γραφείο Αθηνών
4/10/99
ΜΗ
ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Παναγιώτης
Δημητράς
Ελληνικό
Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του
Ελσίνκι
«Αν
φωνάξεις ‘κύριε Πρόεδρε’ στη μέση
της Πλατείας Συντάγματος, θα γυρίσουν
οι μισοί» σύμφωνα με μια λαϊκή ρήση
στην Ελλάδα, που σατιρίζει το γεγονός
ότι η Ελλάδα έχει χιλιάδες σωματεία.
Όμως, όπως είπε κάποτε ο ηγέτης της
αντιπολίτευσης των αρχών της
δεκαετίας του 1960, Γεώργιος Παπανδρέου,
παππούς του σημερινού Υπουργού
Εξωτερικών, «στην Ελλάδα οι αριθμοί
ευημερούν αλλά η κοινωνία υποφέρει». Η
συντριπτική πλειονότητα των
σωματείων είναι ελάχιστα ενεργά και
πράγματι η κύρια λειτουργία τους
είναι να μοιράζουν προεδρικούς
τίτλους σε Έλληνες που διψούν για
αναγνώριση. Ορισμένα μπορεί κατά
καιρούς, ανάλογα με τα διοικητικά τους
συμβούλια, να εμφανίζουν κάποια
δραστηριότητα, αλλά συνήθως
επιστρέφουν στην αδράνεια όταν
αλλάζει η ηγεσία.
Το
1974, μετά την αποκατάσταση της
δημοκρατίας, (επαν-)εμφανίστηκε
σημαντικός αριθμός τέτοιων σωματείων.
Τα πλέον εξέχοντα ήταν εκείνα του
ειρηνιστικού κινήματος. Σύντομα, όμως,
αυτό διασπάστηκε, όπως τόσα άλλα
κινήματα πολιτικού προσανατολισμού,
σύμφωνα με τις κομματικές διαιρέσεις.
Το ειρηνιστικό σωματείο, στο οποίο
κυριαρχούσαν οι δογματικοί
κομμουνιστές (ΚΚΕ), είδε τους
συμπαθούντες το ΠΑΣΟΚ και τους
Ευρωκομμουνιστές να αποσχίζονται για
να δημιουργήσουν τις δικές τους
ειρηνιστικές οργανώσεις, ενώ ακόμα
και το συντηρητικό κόμμα της Νέας
Δημοκρατίας ένιωσε υποχρεωμένο να
δημιουργήσει τη δική του ομάδα. Μετά
την κατάρευση των κομμουνιστικών
χωρών, αυτές οι οργανώσεις απώλεσαν το
λόγο ύπαρξής τους και έσβησαν.
Προϊόν
εν μέρει του ειρηνιστικού κινήματος
ήταν ένας σημαντικός αριθμός,
αριστερών, οργανώσεων, στόχος των
οποίων ήταν η βοήθεια και τα
εκπαιδευτικά προγράμματα σε
αναπτυσσόμενες, «τριτοκοσμικές»
χώρες, συνήθως εκείνες που είχαν «προοδευτικό»
καθεστώς. Αυτές οι ΜΚΟ έχουν
ευδοκιμήσει μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ
στην εξουσία το 1981, χάρη σε σημαντικές
χρηματοδοτήσεις από το ελληνικό
κράτος και, αργότερα, από την
Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι περισσότερες
έχουν προσαρμοστεί στη νέα βαλκανική
πραγματικότητα και, μαζί με
νεοϊδρυθείσες ομάδες, υλοποιούν
προγράμματα και σε αυτήν την περιοχή.
Την
ίδια στιγμή, το κράτος έχει
υποστηρίξει πολλές ΜΚΟ του κοινωνικού
τομέα, οι οποίες καταπολεμούν τη
φτώχεια ή εξυπηρετούν τις ανάγκες
ατόμων με ειδικές ανάγκες. Στα τέλη
της δεκαετίας του 1990 θεσπίστηκαν
μάλιστα δύο νόμοι για τη ρύθμιση αυτής
της σχέσης κράτους-ΜΚΟ, ένας για τις
κοινωνικές ΜΚΟ και ένας για τις
αναπτυξιακές ΜΚΟ. Οι ΜΚΟ που
προσανατολίζονται στα δικαιώματα δεν
έχουν ακόμα αναγνωριστεί με παρόμοιο
τρόπο από το κράτος, το οποίο μέχρι
πολύ πρόσφατα παρέμενε εχθρικό
τουλάχιστον απέναντι στις γνήσιες
ομάδες για τα ανθρώπινα δικαιώματα
και τα μειονοτικά δικαιώματα.
Τα
σωματεία που προσανατολίζονται στα
δικαιώματα είναι ακόμα ελάχιστα στην
Ελλάδα. Το παλαιότερο είναι η Ελληνική
Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
και του Πολίτη (μέλος της Διεθνούς
Ομοσπονδίας Ενώσεων Ανθρώπινων
Δικαιωμάτων – FIDH), που ιδρύθηκε τη
δεκαετία του 1950. Με κατάλογο μελών που
περιλαμβάνει πολλούς επιφανείς
καθηγητές νομικής, έχει επιδείξει
ελάχιστη δραστηριότητα. Η Διεθνής
Αμνηστία δημιούργησε ελληνικό τμήμα
μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974
και, όπως συνήθως, έχει επικεντρώσει
το έργο της στην υπεράσπιση των
θυμάτων παραβιάσεων ανθρώπινων
δικαιωμάτων στο εξωτερικό: μέχρι
πρόσφατα ήταν μάλιστα απρόθυμη να
δημοσιεύει στην Ελλάδα τις
ανακοινώσεις της Διεθνούς
Γραμματείας (AI-IS) όταν αυτές
σχετίζονταν με «ευαίσθητα» ζητήματα
μειονοτήτων. Είναι μακράν η
γνωστότερη και πλέον σεβαστή [οργάνωση
δικαιωμάτων] στην Ελλάδα και η
ασυμβίβαστη και συστηματική διανομή
δηλώσεων της AI-IS για το Κοσσυφοπέδιο
και την Ελλάδα κατά τους τελευταίους 12
μήνες οδήγησε ακόμα και σε
δυσφημιστικές επιθέσεις εναντίον της
από παραδοσιακά (φιλοσερβικά και
αντιμειονοτικά) ΜΜΕ.
Επίσης
γνωστά και σεβαστά είναι τα ελληνικά
τμήματα της Greenpeace, των Γιατρών του
Κόσμου, και των Γιατρών Χωρίς Σύνορα,
το έργο των οποίων συνήθως δεν
επικεντρώνεται στα ατομικά
δικαιώματα καθαυτά. Η SOS-Ρατσισμός
Ελλάδας ήταν πιθανότατα η πλέον
δραστήρια ΜΚΟ στις αρχές της
δεκαετίας του 1990 και έχει διατηρήσει
μεγάλο μέρος του κύρους της παρ’ όλο
που έχει γίνει πιο επικριτική για την
ελληνική πολιτική σε «ευαίσθητα
ζητήματα». Αντιθέτως, οι περισσότερες
από τις υπόλοιπες ΜΚΟ που
ισχυρίζονται ότι υπερασπίζονται τα
ανθρώπινα δικαιώματα τείνουν να
επικεντρώνονται σε «μαλακά» ζητήματα:
δικαιώματα των γυναικών, αντίρηση
συνείδησης, πρόσφυγες, και μερικές
φορές ρατσισμό, δικαιώματα μεταναστών
και θρησκευτική ελευθερία. Από την
άλλη πλευρά, οι ΜΚΟ που περιλαμβάνουν
στο έργο τους την υπεράσπιση των
δικαιωμάτων όλων των μειονοτήτων
δέχονται συχνά επιθέσεις αν όχι
δυσφημήσεις από ΜΜΕ, πολιτικούς και
μερικές φορές ακόμα και από άλλες ΜΚΟ
και, όπως και οι ίδιες οι μειονότητες,
συνήθως αγνοούνται. Για παράδειγμα,
όταν η κυβέρνηση δημιούργησε μια
Εθνική Επιτροπή Ανθρώπινων
Δικαιωμάτων το 1998, επέλεξε η ίδια τις
ΜΚΟ που θα συμμετείχαν σε αυτό, αντί να
ζητήσει από τις ΜΚΟ να επιλέξουν τους
εκπροσώπους τους. Οι τέσσερις ΜΚΟ που,
δυστυχώς, αποδέχτηκαν έναν τέτοιο
ρόλο, είναι οι προαναφερθείσες
Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του
Ανθρώπου και του Πολίτη και Διεθνής
Αμνηστία, το Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για
τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και το
Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες.
Οι
προσπάθειες συντονισμού των ΜΚΟ
ανθρώπινων δικαιωμάτων κατέληξαν
όλες σε αποτυχία κυρίως, αν όχι
αποκλειστικά, πάνω στο ζήτημα των
μειονοτήτων. Μία πρώτη Συντονιστική
Επιτροπή ΜΚΟ εμφανίστηκε το 1995, με την
ευκαιρία της εκστρατείας του
Συμβουλίου της Ευρώπης κατά του
ρατσισμού: η εγκεκριμένη από την
κυβέρνηση Εθνική Επιτροπή επρόκειτο
να αποκλείσει τις μειονότητες, αλλά η
αντίδραση ορισμένων ΜΚΟ προς το
Συμβούλιο της Ευρώπης το οδήγησε να
επιβάλει τις μειονοτικές ΜΚΟ στην
Ελληνική Επιτροπή. Όταν, ωστόσο, ένα
χρόνο αργότερα δημοσιεύθηκε έκκληση
δέκα σημείων για τα ανθρώπινα και
μειονοτικά δικαιώματα, μόνο έξι ΜΚΟ
την υπέγραψαν, επειδή ζητούσε, μεταξύ
άλλων, την αναγνώριση των εθνικών
μειονοτήτων. Το 1997, ιδρύθηκε ένα
Φόρουμ ΜΚΟ υπό την αιγίδα της Γενικής
Γραμματείας Νέας Γενιάς: όταν ήρθε
αντιμέτωπο με το ζήτημα της εισδοχής
μακεδονικών και τουρκικών οργανώσεων,
το Φόρουμ πέρασε κρίση και τελικά
αυτοδιαλύθηκε στα μέσα του 1999. Ζωτικός
για μια τέτοια εξέλιξη ήταν ο ρόλος
του Γενικού Γραμματέα Νέας Γενιάς που
εξέφρασε ανοιχτά την αποκήρυξή του
και μάλιστα κατηγόρησε ορισμένες ΜΚΟ
για υπονόμευση των συμφερόντων της
Ελλάδας και για ευθυγράμμιση με «τα
σοβινιστικά και σκοταδιστικά σχέδια
της Τουρκίας».
Έτσι,
όταν ένα μήνα αργότερα οι τρεις
Τούρκοι μειονοτικοί βουλευτές στην
Ελληνική Βουλή και δέκα μακεδονικές
και τουρκικές ομάδες υπέγραψαν
έκκληση για την αναγνώριση αυτών των
μειονοτήτων και την άνευ όρων
επικύρωση της Σύμβασης Πλαισίου για
την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων,
υπήρξαν μόνο τρεις ΜΚΟ που
συνυπέγραψαν, περιλαμβανομένων του
Ελληνικού Παρατηρητηρίου των
Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) και της
Ελληνικής Ομάδας για τα Δικαιώματα
των Μειονοτήτων (ΕΟΔΜ). Η έκκληση
οδήγησε σε αντιδράσεις και σε
εκτεταμένη χρήση ρητορικής μίσους
εναντίον όσων υπέγραψαν, αλλά σχεδόν
καμία άλλη ΜΚΟ ανθρώπινων δικαιωμάτων
δεν ύψωσε τη φωνή της έστω και μόνο για
να διαμαρτυρηθεί για αυτές τις
αντιδράσεις, ακόμα και αφού ο ίδιος ο
Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος
Παπανδρέου έκανε δηλώσεις υπέρ των
μειονοτικών δικαιωμάτων.
Μία
ομάδα που επέκρινε τις επιθέσεις
εναντίον των μειονοτικών βουλευτών (αλλά
έμεινε σιωπηλή σχετικά με τις
συνυπογράψασες ΜΚΟ) ήταν το Δίκτυο για
τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Πρόκειται για μία αριστερή οργάνωση, η
οποία μπορεί μεν να μην είναι πολύ
δραστήρια στα δικαιώματα των
μειονοτήτων, υποστηρίζει όμως ανοιχτά
το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των
Τούρκων και, με ορισμένες επιφυλάξεις
για το όνομά τους, των Μακεδόνων.
Εντούτοις, πραγματοποιεί σημαντικό
έργο στο πεδίο των δικαιωμάτων των
μεταναστών όπου βρίσκεται πίσω από
μια επιτυχημένη Συντονιστική
Επιτροπή πολλών οργανώσεων ατομικών
δικαιωμάτων και μεταναστών. Με
δεδομένη την άκρα αδυναμία των
οργανώσεων των ίδιων των μεταναστών, η
Συντονιστική Επιτροπή υπήρξε ο
λαλίστατος εκπρόσωπός τους υπέρ της
νομιμοποίησής τους και αργότερα υπέρ
της εφαρμογής της στην Ελλάδα.
Η
κατάσταση αναφορικά με τις ΜΚΟ στην
Ελλάδα είναι σχεδόν σχιζοφρενική. Ο
Υπουργός Εξωτερικών, απ’ ό,τι
φαίνεται με την πλήρη υποστήριξη του
Πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, προσπαθεί
να οδηγήσει την Ελλάδα προς μία
σύγχρονη πολιτική ανθρώπινων
δικαιωμάτων και εξωτερικών σχέσεων,
απαλλαγμένη από τα ανασφαλή και
επομένως ξενόφοβα στοιχεία που
κυριαρχούσαν σε αυτήν μέχρι τώρα. Ο
Παπανδρέου εξαίρει την κοινωνία των
πολιτών και δηλώνει πειστικά ότι «αν
δεν ήμουν πολιτικός θα εργαζόμουν σε
ΜΚΟ». Η ελληνική αντιπροσωπεία στις
Συνόδους Ανασκόπησης του ΟΑΣΕ
καλωσορίζει δημοσίως την διεξοδική
αλλά και εποικοδομητική κριτική
ελληνικών ΜΚΟ για τις επιδόσεις της
Ελλάδας στα ανθρώπινα δικαιώματα, αν
και ευνόητο είναι ότι δεν συμφωνεί
πάντοτε με το περιεχόμενό της, και
εξαίρει αυτές τις ΜΚΟ. Αυτές, με τη
σειρά τους, έχουν αναγνωρίσει
επανειλημμένα την καλή θέληση του
Υπουργείου και του Πρωθυπουργού,
προσθέτοντας ότι όμως δεν επαρκεί για
να βοηθήσει να αλλάξει η στάση της
υπόλοιπης δημόσιας διοίκησης.
Πίσω
στην Ελλάδα, αυτού του είδους οι
δηλώσεις και οι διακηρύξεις
παραμένουν αδημοσίευτες, και το ίδιο
ισχύει για την λίαν «άβολη» για όλους
τους μισαλλόδοξους κύκλους δήλωση
έμμεσης υποστήριξης του Ύπατου
Αρμοστή του ΟΑΣΕ για τις Εθνικές
Μειονότητες Μαξ βαν ντερ Στουλ προς τη
νέα μειονοτική πολιτική του
Παπανδρέου. Από την άλλη πλευρά,
γνήσιες ΜΚΟ και ο Υπουργός Εξωτερικών,
μερικές φορές μαζί με ορισμένους
ανεξάρτητους διανοούμενους και
λίγους εκσυγχρονιστές πολιτικούς,
συνεχίζουν να υφίστανται βάναυσες,
και συχνά συκοφαντικές, επιθέσεις από
πολλούς κύκλους. Σε αυτούς
συγκαταλέγονται συντηρητικοί σαν την
Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά
επίσης ένα μεγάλο τμήμα του
κυβερνώντος κόμματος (πάνω από είκοσι
μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του
ΠΑΣΟΚ ζήτησαν τον Αύγουστο την
παραίτηση του Παπανδρέου), τα
περισσότερα κόμματα και πολιτικοί της
αντιπολίτευσης και, άμεσα ή έμμεσα, τα
περισσότερα ΜΜΕ και διανοούμενοι. «Γραικύλοι»
είναι ο όρος που αρέσκονται να
χρησιμοποιούν για να χαρακτηρίσουν
όλους αυτούς, όχι μόνο ο πασίγνωστος
εθνικιστής και μισαλλόδοξος
Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, αλλά και
ο προκάτοχος του Παπανδρέου και μέλος
ακόμα του Εκτελεστικού Γραφείου του
ΠΑΣΟΚ, Θόδωρος Πάγκαλος.
|