|
|
Αν
και το 2000 δεν έχει φτάσει ακόμα στο
τέλος του, θα μπορούσε κανείς
δικαιολογημένα να το αποκαλέσει “το
έτος που η δημοκρατία επέστρεψε στα
Βαλκάνια”. Οι πρόσφατες εκλογές στην
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της
Γιουγκοσλαβίας (ΟΔΓ) και οι προεδρικές
εκλογές στην Κροατία, που προηγήθηκαν,
είχαν ως αποτέλεσμα μια λίγο-πολύ
ομαλή μετάβαση από τα τελευταία
καταπιεστικά καθεστώτα σε
δημοκρατικά. Και στις δύο περιπτώσεις,
η κοινωνία των πολιτών και ο
ακτιβισμός των ΜΚΟ έπαιξαν οργανικό
ρόλο στην τόνωση της πολιτικής
επίγνωσης των πολιτών. Εντούτοις,
φαίνεται ότι στα περισσότερα
Βαλκανικά κράτη και ιδίως στην
Τουρκία, οι υπερασπιστές των
ανθρώπινων δικαιωμάτων και οι ΜΚΟ
συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν
παρενοχλήσεις. Μία δυσοίωνη εξέλιξη,
αντίρροπη στην άνοδο της δημοκρατίας
στην περιοχή, ήταν η αυξημένη
υποστήριξη που έδειξαν οι Σέρβοι και
οι Κροάτες προς στα αντίστοιχα
εθνικιστικά τους κόμματα στις τοπικές
εκλογές της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, με το
μη εθνικιστικό Σοσιαλδημοκρατικό
Κόμμα να προσελκύει κυρίως τους
Βόσνιους Μουσουλμάνους ψηφοφόρους.
Αυτά είναι μερικά από τα κυριότερα
σημεία των φετινών εκθέσεων της
Διεθνούς Ομοσπονδίας του Ελσίνκι προς
τη Συνάντηση Υλοποίησης του ΟΑΣΕ, που
πραγματοποιήθηκε μεταξύ 17-27 Οκτωβρίου:
η μία κάλυπτε την περιοχή του ΟΑΣΕ (είναι
διαθέσιμη στο Διαδίκτυο στη διεύθυνση:
http://www.greekhelsinki.gr/english/reports/IHF-OSCE-2000-b.html)
και η άλλη μόνο την Ελλάδα (http://www.greekhelsinki.gr/pdf/IHF-OSCE-2000-Report-Greece.PDF).
Στον
τομέα του κράτους δικαίου, η Ρουμανία
βελτίωσε τη νομοθεσία της για την
ποινική δικονομία και την εκτέλεση
των ποινών, αλλά το ζωτικό δικαίωμα
στην εμπιστευτικότητα μεταξύ
κρατουμένου και συνηγόρου δεν γίνεται
σεβαστό ευρέως, ενώ στην Αλβανία και
τη Μακεδονία, οι κρατούμενοι συχνά δεν
πληροφορούνται τα δικαιώματά τους
ούτε έχουν πρόσβαση σε νομικό
σύμβουλο. Η χώρα που αντιμετωπίζει τις
σοβαρότερες προκλήσεις σε αυτόν τον
τομέα είναι πιθανότατα η ΟΔΓ, αφού
κατά τη διάρκεια της εποχής
Μιλόσεβιτς ολόκληρο το δικαστικό
σύστημα και ο αστυνομικός μηχανισμός
είχαν ‘αναμορφωθεί’ έτσι ώστε να
διεκπεραιώνουν τις επιθυμίες του
καθεστώτος. Πουθενά δεν είναι
εμφανέστερο αυτό απ’ ό,τι στο
Μαυροβούνιο, το οποίο από το 1992 είναι
Ομόσπονδο κράτος μόνο κατ’ όνομα. Οι
συνεχείς παρεμβάσεις του Βελιγραδίου,
που είχαν στόχο να φιμώσουν κάθε
διιστάμενη φωνή, είτε θεσπίζοντας
δρακόντειους νόμους, είτε φέρνοντας “ειδικές”
αστυνομικές και στρατιωτικές μονάδες,
έχουν μετατρέψει πρακτικά σε σερβική
επαρχία την κατ’ όνομα αυτόνομη
δημοκρατία. Η κατάσταση είναι πολύ
χειρότερη στο Κοσσυφοπέδιο, όπου το
δικαστικό σύστημα έχει κυριολεκτικά
καταρρεύσει, αφού οι τοπικοί δικαστές
υποβάλλονται όλο και περισσότερο σε
εκφοβισμό, σε συνδυασμό με τη
γενικευμένη ανομία λόγω της έλλειψης
αποτελεσματικού φορέα επιβολής του
νόμου. Οι προσπάθειες της διεθνούς
κοινότητας να συντάξει νέους
δικονομικούς και ποινικούς κώδικες,
να στείλει διεθνείς δικαστές στην
περιοχή, να ενισχύσει την ελλιπώς
στελεχωμένη CIVPOL, καθώς και να συστήσει
Αστυνομική Δύναμη Κοσσυφοπεδίου
αποτελούμενη από ντόπιους, είναι
σίγουρα βήματα προς τη σωστή
κατεύθυνση.
Στον
τομέα ης ελευθερίας της έκφρασης, ο
βουλγαρικός νόμος και το βοσνιακό
σχέδιο νόμου περί δυσφήμησης
προβλέπουν βαριά πρόστιμα που θα
μπορούσαν να ‘παγώσουν’ τη δημόσια
συζήτηση. Στην Κροατία, οι κατηγορίες
που είχαν απαγγελθεί εις βάρος
δημοσιογράφων για άρθρα που επέκριναν
την κυβέρνηση αποσύρθηκαν και οι
διατάξεις περί προσβολής δημοσίων
αξιωματούχων (βάσει των οποίων ήταν
δυνατή η δίωξη κάποιου επειδή
προσέβαλε την τιμή και την
αξιοπρέπεια κορυφαίων δημοσίων
αξιωματούχων) αποσύρθηκαν μετά τις
Προεδρικές Εκλογές του 2000. Η κυβέρνηση
της Ρουμανίας υποσχέθηκε να
καταργήσει τις διατάξεις αυτού του
είδους, φαίνεται όμως ότι αυτό δεν
αποτελεί μία από τις υψηλότερες
προτεραιότητες στην ημερήσια διάταξη.
Το μακεδονικό Σχέδιο Νόμου περί
Δημόσιας Πληροφόρησης είναι εν γένει
προοδευτικό, όμως ορισμένες από τις
διατάξεις του προκαλούν ανησυχίες,
καθώς θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν
από το κράτος για να επιβληθούν
περιορισμοί στους δημοσιογράφους.
Στην Ελλάδα, η συκοφαντία και η
δυσφήμηση συνεχίζουν να
κατατάσσονται στα ποινικά αδικήματα,
ενώ στην Τουρκία καμία ελεύθερη
συζήτηση δεν μπορεί να διεξαχθεί για
ευαίσθητα θέματα, όπως είναι ο ρόλος
του στρατού ή της θρησκείας.
Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι και
στις δύο χώρες, υπάρχει ανησυχητικός
βαθμός αυτολογοκρισίας, καθώς τα ΜΜΕ
έχουν την τάση να αναπαράγουν άκριτα
τις γνώμες των αντίστοιχων
κυβερνήσεων, ιδίως σε σχέση με θέματα
εξωτερικής πολιτικής και εθνικών
μειονοτήτων. Το προηγούμενο καθεστώς
στην ΟΔΓ χρησιμοποιούσε κάθε μέσο που
είχε στη διάθεσή του για να αποτρέψει
και να φιμώσει κάθε κριτική για τις
ενέργειές του, κλείνοντας πολλούς
τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς
σταθμούς, ενώ πολλοί δημοσιογράφοι
χαρακτηρίστηκαν ως ‘προδότες’ ή ‘μισθοφόροι
των δυνάμεων της Δύσης’. Προσπάθησε
ακόμα και να επεκτείνει την εξουσία
του στη Ρεπούμπλικα Σέρπσκα [τη
σερβική οντότητα της Βοσνίας],
ζητώντας την έκδοση δύο δημοσιογράφων
που είχαν γράψει άρθρα επικριτικά για
το Μιλόσεβιτς. Στο Κοσσυφοπέδιο, το
κύριο πρόβλημα είναι ο αυξανόμενος
αριθμός άρθρων ‘μίσους’, που
κατευθύνονται εναντίον όσων μελών της
σερβικής εθνότητας έχουν απομείνει,
πιθανώς για τους εκφοβίσουν
προκειμένου να εγκαταλείψουν το
Κοσσυφοπέδιο. Παρόμοια περιστατικά,
που αυτή τη φορά κατευθύνονται
εναντίον των Σέρβων που επιστρέφουν,
συμβαίνουν στην Κροατία, κατηγορώντας
συλλογικά τους Σέρβους για διάπραξη
αγριοτήτων κατά τη διάρκεια του
Εμφυλίου πολέμου, κάτι που κάνει την
ένταξή τους δύσκολη, αν όχι αδύνατη.
Η
θρησκευτική ομοιογένεια των
Χριστιανικών Ορθόδοξων χωρών της
περιοχής είναι μάλλον επιζήμια για
την προαγωγή της θρησκευτικής
ανεκτικότητας. Το βουλγαρικό σχέδιο
νόμου περί θρησκευμάτων καθιστά
δυσκολότατη τη νόμιμη και ελεύθερη
λειτουργία οποιουδήποτε θρησκευτικού
σωματείου δεν είναι Βουλγαρικό
Ορθόδοξο, ενώ η Ελληνική Ορθόδοξη
Εκκλησία και η πλειονότητα του
πληθυσμού συνεχίζουν να αντιδρούν στη
μη αναγραφή του θρησκεύματος στα
δελτία ταυτότητας. Αυτό σαφώς αφορά
όσους ανήκουν σε μειονοτικά
θρησκεύματα, καθώς αντιλαμβάνονται
πλέον ότι ακόμα και η αλλαγή της
πολιτικής του ελληνικού κράτους (που
έχει παραβιάσει το δικαίωμα στη
θρησκευτική ελευθερία κάθε κύριας
θρησκευτικής και εθνοτικής-εθνικής
μειονότητας, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό
Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων)
δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι θα γίνουν
αποδεκτοί από την ελληνική κοινωνία
εν γένει. Η Μακεδονική Ορθόδοξη
Εκκλησία, ζηλεύοντας ίσως την ισχύ που
έχουν οι Ορθόδοξες Εκκλησίες στα
γειτονικά κράτη, φιλοδοξεί να γίνει η
εθνική/κυρίαρχη εκκλησία του κράτους
και ζητά την παραχώρηση προνομίων,
όπως φοροαπαλλαγών. Υπό το
προηγούμενο καθεστώς στην ΟΔΓ, η (παράνομη
αλλά υπό καθεστώς ανοχής) Ορθόδοξη
Εκκλησία του Μαυροβουνίου δεχόταν
αυξανόμενες πιέσεις από την
ισχυρότερη (και ελεγχόμενη από το
κράτος) Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία.
Επιπλέον, άλλες θρησκευτικές
μειονότητες και ιδίως οι Μάρτυρες του
Ιεχωβά αντιμετώπιζαν εντεινόμενες
παρενοχλήσεις, ενώ πολλοί
Μαυροβούνιοι αρνήθηκαν την
επιστράτευση για τον Πόλεμο του
Κοσσυφοπεδίου.
Η
έλλειψη κουλτούρας ανεκτικότητας
είναι επίσης έκδηλη στο ζήτημα των
εθνικών / εθνοτικών μειονοτήτων. Η
Ελλάδα συνεχίζει να αρνείται να
αναγνωρίσει τη μακεδονική και την
τουρκική της μειονότητα (η τελευταία
θεωρείται ως θρησκευτική και όχι
εθνική ή εθνοτική μειονότητα) και
μόλις πρόσφατα τερματίστηκε η
πρακτική της ανάκλησης της ελληνικής
ιθαγένειας μελών αυτών των δύο
μειονοτήτων. Δυστυχώς, όμως, αυτό το
μέτρο δεν έχει αναδρομική ισχύ και
πολλά άτομα δεν έχουν ακόμα ανακτήσει
την ιθαγένειά τους και ζουν αυτή τη
στιγμή σε μια ‘νεκρή ζώνη’ από
πλευράς νομικής θέσης. Σε παρόμοιο
τόνο, τα ονόματα 130.000 πολιτών, που δεν
ανήκουν στη σλοβενική εθνότητα (μεταξύ
των οποίων και πολλοί Ρομά),
διαγράφηκαν από τους καταλόγους των
μόνιμων κατοίκων στη Σλοβενία το 1992,
στερούμενοι έτσι το δικαίωμα να
ψηφίζουν, να βρουν απασχόληση και να
λαμβάνουν κοινωνικές παροχές. Οι Ρομά
της Μακεδονίας υφίστανται επίσης
δυσμενείς διακρίσεις ενώ, δεδομένου
ότι δεν έχουν συγγενές κράτος να τους
υποστηρίζει, είναι ιδιαιτέρως
ευάλωτοι από ρατσιστικές επιθέσεις
στο Κοσσυφοπέδιο, όπου είναι
διαδεδομένη η άποψη ότι συνεργάστηκαν
με τους Σέρβους. Στη Βουλγαρία, το
κόμμα της μακεδονικής εθνότητας
κηρύχτηκε αντισυνταγματικό, ενώ στην
Τουρκία, παρά τον τερματισμό των
εχθροπραξιών μεταξύ του στρατού και
του PKK, δεν έχει αρθεί το καθεστώς
έκτακτης ανάγκης στις
νοτιοανατολικές περιοχές της χώρας
και όσοι δημοσιογράφοι ασχολούνται με
κουρδικά θέματα συνεχίζουν να
αντιμετωπίζουν παρενοχλήσεις.
Τα
βασανιστήρια ή/και η απάνθρωπη ή
εξευτελιστική μεταχείριση αποτελούν
ακόμα έναν τομέα ανησυχίας. Αν και
έχουν υπάρξει ορισμένες θετικές
εξελίξεις, η κατάσταση των
κρατητηρίων και των φυλακών στην
Αλβανία μπορεί στην καλύτερη
περίπτωση να περιγραφεί ως ανεπαρκής,
ενώ η Ελλάδα και η Ρουμανία
αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα.
Στην Τουρκία, βρίσκονται σε εξέλιξη
σχέδια για την αναμόρφωση ολόκληρου
του συστήματος των φυλακών, καθώς οι
κακές συνθήκες, η σοβαρή έλλειψη
ιατρικού προσωπικού και η πρακτική
της απομόνωσης σε μικρά κελιά έχουν
οδηγήσει σε μια σειρά ταραχών.
Επιπλέον, τα βασανιστήρια και η
κακομεταχείριση παραμένουν
διαδεδομένα στην Τουρκία, χωρίς αυτό
να σημαίνει ότι οι υπόλοιπες χώρες
έχουν καταφέρει να εξαλείψουν τέτοια
φαινόμενα. Στη Ρουμανία, τη Μακεδονία,
τη Βουλγαρία και την Ελλάδα έχουν
συμβεί πολυάριθμα περιστατικά
υπερβολικής χρήσης βίας και παράνομης
χρήσης πυροβόλων όπλων, με θύματα, στη
συντριπτική τους πλειονότητα, Ρομά
και (στην περίπτωση της Ελλάδας)
Αλβανούς μετανάστες. Η εθνότητα των
θυμάτων, η συχνότητα των περιστατικών
και το γεγονός ότι σπάνια, ή και ποτέ,
δεν έχουν αποδοθεί ευθύνες σε
αξιωματούχους, καθιστούν μάλλον
ύποπτους τους ισχυρισμούς των
κυβερνήσεων ότι αυτά τα περιστατικά
αποτελούν απλώς ‘ατυχήματα’.
Πρέπει
να γίνει αναφορά στα ιδιαίτερα
προβλήματα που αντιμετωπίζει το
κατεστραμμένο Κοσσυφοπέδιο. Η βία με
εθνοτικά κίνητρα συνεχίζει να
στοιχίζει βαρύ φόρο αίματος, ενώ δεν
έχει ακόμα ολοκληρωθεί η εξέταση των
μαζικών τάφων. Επιπλέον, θα περάσουν
πολλά χρόνια μέχρι να βρεθούν και να
εξουδετερωθούν οι χιλιάδες νάρκες που
τοποθέτησε ο Σερβικός Στρατός σε
αναμονή χερσαίας επίθεσης του ΝΑΤΟ.
Συνοψίζοντας,
μπορεί κανείς να πει ότι, αν και η
δημοκρατία επιτέλους έφτασε στα
Βαλκάνια, ωστόσο η έλλειψη
δημοκρατικής κουλτούρας, καθώς και η
αδιαφορία (και, μερικές φορές, η
ανοικτή εχθρότητα) των κυβερνήσεων
για την προαγωγή τέτοιας κουλτούρας,
ίσως μετατρέπουν τη δημοκρατία σε
κενό γράμμα.
|