|
Η
εθνική και κυρίως εθνικιστική χρήση
του ποδοσφαίρου δεν είναι μια υπόθεση
αποκλειστικά βαλκανική. Για να
ασχοληθούμε με την ιστορία
περισσότερο παρά με την κοινωνιολογία,
ας θυμηθούμε πως στην Σερβία π.χ. το
γήπεδο έγινε δεξαμενή εθνικού μίσους
και χουλιγκανο-πατριωτισμού, για να
καταλήξει μετά δεξαμενή μελών
παραστρατιωτικών ομάδων που
φρόντισαν να εφαρμόσουν το χουλιγκανο-πατριωτισμό
όχι πια με συνθήματα και χειρονομίες
αλλά με όπλα και επί εδάφους του «εθνικού
αντιπάλου» καθαρίζοντάς τον συχνά από
προσώπου γης…
Το
ποδοσφαιρικό ματς Αλβανίας – Ελλάδος
(12/10/2000 που κατέληξε με την νίκη της
πρώτης σε βάρος της δεύτερης με 2-0,
έπαιξαν καλύτερα οι έλληνες είχαν
περισσότερη τύχη οι αλβανοί) δεν
προμηνύει ευτυχώς κάτι τέτοιο.
Αποτελεί όμως πρότυπο «εθνικής»
χρήσης του ποδοσφαίρου. Αποτελεί και
πρότυπο του πατριωτικού μάρκετινγκ.
Πρότυπο χρήσης των απωθημένων της «λαϊκής
ψυχής» από τα ΜΜΕ. Πρότυπο λαικισμού
και, γιατί όχι, αλληλο–δαιμονοποίησης.
Για πολλά από αυτά που ειπώθηκαν και
γράφτηκαν μετά το ματς αποτελεί και
σοβαρή αφορμή για χιούμορ. Αλλά το
πατριωτικό μάρκετινγκ ενέχει πάντα
και αυτό το στοιχείο.
Η
πρώτη εικόνα από την ιστορία του ματς
επιβάλλεται να είναι εκείνη του
πρωθυπουργού της Αλβανίας κ. Ιλίρ Μέτα
ο οποίος, αφού έταξε στην εθνική ομάδα
το υψηλότερο πριμ της ιστορίας του
ποδοσφαίρου στην Αλβανία ($ 10.000)
κυκλοφορούσε «όλη την ημέρα ντυμένος
με τη φόρμα της ποδοσφαιρικής εθνικής
ομάδας της Αλβανίας». Βέβαια ο
πρωθυπουργός έχει τους καλούς του
λόγους. Πρώτα, είναι πατριώτης.
Δεύτερον, καθώς ξέρουμε, δεν φθάνει να
είσαι πατριώτης, πρέπει και να
φαίνεσαι… Τρίτον, εκλογές γίνονται
στην Αλβανία και το έθνος δεν είναι
και τίποτε το φοβερό παρά μια «φαντασιακή
κοινότητα» (καθώς λέει ο Anderson)
μπολιασμένη με σύμβολα… Και η φόρμα
της ποδοσφαιρικής εθνικής ομάδας
ειδικά όταν εκείνη παίζει με έναν
αντίπαλο που θέλει να τον εκδικηθεί η
«λαϊκή ψυχή» είναι το πιο κατάλληλο
μέσον για το πατριωτικό μάρκετινγκ… Ο
«πατριωτισμός» είναι η καλύτερη
απάντηση και στις κατηγορίες για
διαφθορά και κακή διακυβέρνηση…
Εκτός αυτού, ο ίδιος ανήκει σ’ ένα
κόμμα, η ηγεσία του οποίου
κατηγορείται από την ηγεσία του
αντίπαλου κόμματος (του Δημοκρατικού
κόμματος) ότι είναι «προδότες» και «πράκτορες
των Ελλήνων» και ότι «έχουν
ξεπουλήσει την Αλβανία στην Ελλάδα»:
από το 1997 και μετά, στην Αλβανία
κυκλοφορεί η θεωρία της συνομωσίας
από πλευράς εκείνων που έχασαν την
εξουσία’ ότι η εξέγερση δηλαδή που
προκλήθηκε από την κατάρρευση των
πυραμίδων ήταν προϊόν της συνεργασίας
του εξωτερικού εχθρού (Έλληνες) με τον
εσωτερικό εχθρό (πρώην κομμουνιστές,
σήμερα σοσιαλιστές που επέστρεψαν
στην εξουσία μετά την εξέγερση)…
Όσο
για τους φιλάθλους, υπήρχαν ανάμεσά
τους πολλοί ενδεχομένως που είχαν
δοκιμάσει την περιπέτεια της
μετανάστευσης στην Ελλάδα. Μια
περιπέτεια που καθώς φαίνεται έχει
σημαδέψει βαθύτατα τους Αλβανούς,
λόγω της μεταχείρισης που τους
επεφύλαξαν οι «επιχειρήσεις σκούπα»
της αστυνομίας, όπως και οι «επιχειρήσεις
δαιμονοποίησης» της εικόνας του
Αλβανού μετανάστη και του Αλβανού
γενικότερα που ανέλαβαν με ζήλο τα
ελληνικά ΜΜΕ (ιδιαίτερα τα ιδιωτικά).
Αυτή η δαιμονοποίηση της εικόνας του
Αλβανού στην Ελλάδα και τα βάσανα των
αλβανών μεταναστών χρησιμοποιούνται
ως εφαλτήριο από τα αλβανικά ΜΜΕ για
να επιτευχθεί το αντίστροφο: η
δαιμονοποίηση της εικόνας του Έλληνα.
Και στις δύο περιπτώσεις η μέθοδος
είναι γνωστή: η μέθοδος που ο Taguieff
αποκαλεί «καταχρηστική γενίκευση».
Στην περίπτωση μας θα μπορούσαμε να
μιλάμε για την μέθοδο «οφθαλμός αντί
οφθαλμού», που στο τέλος δεν επιτρέπει
σε κανέναν οφθαλμό να μην δει τον
Άλλον μέσα σε ασπρόμαυρο φόντο. Παρ’
όλο που, η αγαπημένη μέθοδος που
ακολουθείται κάθε τόσο στα ΜΜΕ των δύο
χωρών, με εξαιρετικές επιδόσεις, είναι
: «ο Άλλος είτε πρέπει να υπάρξει ως
απόλυτα κακός, είτε δεν πρέπει να
υπάρξει καν». «Την Τετάρτη η Αλβανία
κήρυξε, κάτω από τα φώτα των τεσσάρων
προβολέων (ο αγώνας γινόταν βράδυ)
δυτικοευρωπαϊκής τεχνολογίας, το
διαζύγιό της με την ταπείνωση… Οχτώ
χρόνια υπομονής για την εκδίκηση της
μιας ημέρας…», γράφει το περιοδικό «Κλαν».
Συνεχίζοντας τον μακρύ κατάλογο των
βάσανων των Αλβανών μεταναστών στην
Ελλάδα, το περιοδικό συμπεραίνει ότι «η
νίκη σ’ ένα ποδοσφαιρικό αγώνα
ισορρόπησε τον ανταγωνισμό ανάμεσα
στα δύο έθνη…, γιατί τώρα έπεσε ο
μύθος της ανωτερότητας της Ελλάδας
ενάντια στην Αλβανία». Τόσο εύκολα,
τόσο απλά, τόσο καλά…
Ο
τύπος δεν ξεχνάει να προβάλλει και το
σύνθημα που απευθυνόταν στον Έλληνα
Ολυμπιονίκη Πύρρο Δήμα που έπαιζε
κάποτε με την εθνική Αλβανίας της
άρσης βαρών αλλά από τότε που ήρθε
στην Ελλάδα όχι μόνο ξέχασε την
προηγούμενη ζωή του αλλά φλερτάρει
βαρέως με τα πρότυπα του εθνικισμού.
Στο γήπεδο αναρτήθηκε πανό (που
προβλήθηκε επιμελώς από τα ΜΜΕ) το
οποίο έγραφε “Πύρρο προδότη, εμείς
είμαστε Αλβανοί”. Ο αρθρογράφος της
Koha Jone πάει παραπέρα και προσπαθεί να
δώσει βιολογικά ερείσματα στο σύνθημα
δίνοντας και την χαριστική βολή στον
ελληνικό εθνικισμό:«αυτός μπορεί να
λέει ότι είναι έλληνας αλλά το DNA του
δεν αποδεικνύει κάτι τέτοιο»…
Στην
εφημερίδα Shekulli ο αρθρογράφος
αναγνωρίζει ότι για πρώτη φορά οι
Αλβανοί φίλαθλοι σφυρίζουν ενάντια
στον εθνικό ύμνο μιας φιλοξενούμενης
ομάδας, αλλά εκτιμά ότι η θεωρία του
οφθαλμού αντί οφθαλμού θα συμβάλει
στην ανοχή «γιατί αυτό θα βοηθήσει
ώστε να βελτιώσουν τη συμπεριφορά
τους οι Έλληνες προς τους Αλβανούς
μετανάστες» και γενικά θα βοηθήσει
στη βελτίωση των σχέσεων ανάμεσα στις
δύο χώρες… Την θεωρία του οφθαλμού
αντί οφθαλμού όμως, δίνει καλύτερα και
με «ποιητική διάθεση» ο αρθρογράφος
της Κoha Jone: «Σφυρίξαμε ενάντια στον
εθνικό τους ύμνο όπως έκαναν εκείνοι
ένα χρόνο πριν, δεν τους
μεταχειριστήκαμε ως φίλοι γιατί
είχαμε ένα σημαντικό λόγο: στο γήπεδο
βρισκόντουσαν δύο λαοί, ο ένας από
τους οποίους οργανώνει ‘σκούπες’ και
ο άλλος προσπαθεί από χρόνια να
συμπεριφέρεται ομαλά. Γι’
αυτό και ευχαριστηθήκαμε που έφυγαν
με σκυμμένο το κεφάλι. Γιατί πήρε τη
σημασία που έπρεπε η ‘σκούπα’. Για
μας σήμαινε εκδίκηση».
Το
μάρκετινγκ πατριωτισμού και
στερεοτύπων συνεχίστηκε στην άλλη
πλευρά των συνόρων. Εάν στην Αλβανία
το ματς ερμηνεύτηκε ως “εκδίκηση”
και “αποκατάσταση της εθνικής
υπερηφάνειας”, στην Ελλάδα από μέρος
του τύπου και κάποιων πολιτικών (ανάμεσα
στους οποίους και ο Υπουργός
αθλητισμού) βιώθηκε ως εθνική
τραγωδία. Πολλοί τίτλοι των
εφημερίδων μιλάνε για “ταπεινωτική
ήττα” και “ντροπή”. Παρ’ όλο που η
ποδοσφαιρική ιστορία δείχνει ότι η
ποδοσφαιρική ομάδα της Αλβανίας ήταν
πάντα ένας πολύ δύσκολος αντίπαλος
για την ποδοσφαιρική ομάδα της
Ελλάδας και παρ’ όλο που πολλοί από
τους Αλβανούς παίκτες έχουν παίξει η
παίζουν στο ελληνικό πρωτάθλημα με
σημαντικές ομάδες, η εφημερίδα “Τα
Νέα” απευθυνόταν στους παίκτες με τα
λόγια “μας κάνατε ρεζίλι” ενώ η “Καθημερινή”
χαρακτήρισε την ήττα “μία από τις πιο
πικρές και ντροπιαστικές ήττες στη
σύγχρονη ιστορία μας”. Παραπέρα, η
εφημερίδα “Αδέσμευτος Τύπος” σε
άρθρο της έκανε τα πράγματα πιο σαφή:
πρότεινε τον ισόβιο αποκλεισμό των
παικτών που μετείχαν στην ελληνική
ποδοσφαιρική αποστολή γιατί είχε
εξατμιστεί η εθνική τους συνείδηση
και την είχαν αντικαταστήσει με την
πολυεθνική συνείδηση του εμπορίου,
εννοώντας ότι εκείνοι παίζουν για το
χρήμα και όχι πια για το έθνος. Η
εφημερίδα “Απογευματινή” εντόπισε
την άγρια αχαριστία των Αλβανών που
εκδήλωσαν μίσος. “Κακοπέρασαν” λέει
“στην Ελλάδα, τους ενόχλησαν οι
επιχειρήσεις ‘σκούπα’ και έτσι…
Αυτοί που μας κλέβουν, μας επιτίθενται,
μας βιάζουν τις γυναίκες, μας
πετσοκόβουν με φαλτσέτες, μας
σκοτώνουν με Καλάσνικοφ”. Ο
αρθρογράφος ξέχασε να γράψει πως τα
λέει αυτά χωρίς την παραμικρή
ρατσιστική διάθεση. Θα το κάνει κάποια
άλλη στιγμή. Την ίδια στιγμή οι
τηλεοπτικές κάμερες προσέγγιζαν με
εύνοια την διαμαρτυρία κάποιων
φιλάθλων στο αεροδρόμιο (ο αριθμός
τους δεν ξεπερνούσε τους 10) οι οποίοι
προφανώς βρέθηκαν τυχαία την στιγμή
που επέστρεφαν οι έλληνες παίχτες
στην Ελλάδα και φρόντισαν να
διαμαρτυρηθούν για τον “εθνικό
διασυρμό” αφού η "πλούσια εθνική"
τόλμησε να χάσει μέχρι και από τους
αλβανούς που “τους ταΐζουμε εδώ πέρα”.
Κάποιος βουλευτής της Ν.Δ., ονόματι
Γιακουμάτος, γνωστότατος στο
πατριωτικό μάρκετινγκ, οδυρόταν σ’
ένα από τα τηλεοπτικά παράθυρα για την
αθλιότητα της εθνικής ομάδας, την
αχαριστία των αλβανών και το
τσαλάκωμα της εθνικής υπερηφάνειας.
Το μεγάλο επιχείρημά του ήταν ότι ο
προπονητής της Αλβανίας είπε πως “εμείς
οι αλβανοί είχαμε ψυχή πράγμα που
σήμαινε ότι εμείς οι Έλληνες δεν
είχαμε ψυχή”. Ο συλλογισμός αυτός
ήταν ανυπόφορος για το ελληνικό έθνος
και ειδικά, αυτό εννοούσε, όταν
παίζεις μ’ ένα έθνος όπως οι αλβανοί.
Οι προσπάθειες των συνομιλητών του
για να τον πείσουν πως επρόκειτο για
ένα ποδοσφαιρικό αγώνα απέβησαν
μάταιες.
Θα
είχε βέβαια ενδιαφέρον να αναφερθούμε
και στους διαφωνούντες με το όλο κλίμα.
Υπήρξαν, έστω και λίγοι, μονομερώς
μόνο στην Ελλάδα ενώ φαίνεται πως στην
Αλβανία η “αποκατάσταση της εθνική
υπερηφάνειας" δεν επέτρεψε κάτι
τέτοιο.
Οσο
για τους ομοφωνούντες και στις δύο
πλευρές των συνόρων ας τους
αφιερώσουμε το απόσπασμα του Danilo Kiss
που αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο
σκέφτεται ο γνήσιος εθνικόφρων εκτός
και εντός γηπέδου: «εμείς είμαστε
μπεκρήδες, εκείνοι όμως είναι
αλκοολικοί και πρεζάκια... Εμείς
είμαστε εθνικιστές, εκείνοι όμως
είναι χειρότεροι από μας...». Και ας
προσθέσουμε από την πλευρά μας «εμείς
είμαστε πάντα θύματα και ευεργέτες
εκείνοι πάντα θύτες και αχάριστοι»…
Rendez-vous, λοιπόν στο ασπρόμαυρο γήπεδο
του μέλλοντός μας.
|