|
AIM
(Εναλλακτικό Δίκτυο Πληροφόρησης) -
Γραφείο Αθηνών
19/8/00
ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗ
ΦΙΛΙΑ ''ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ''
Ναυσικά
Παπανικολάτου
Τον
Ιανουάριο και το Φεβρουάριο 2000, η
Ελλάδα και η Τουρκία βρέθηκαν στο
χείλος του πολέμου για μία
μικροσκοπική άγονη ακατοίκητη νησίδα
(που ονομάζεται Ίμια στα ελληνικά
και Καρντάκ στα τουρκικά). Τη
σύγκρουση προκάλεσαν και στη συνέχεια
επιδείνωσαν τα ΜΜΕ των δύο χωρών μέσα
από μια αποθέωση γλώσσας μίσους και
πολεμοκαπηλείας. Ελληνικά και
τουρκικά ΜΜΕ απηύθυναν εκκλήσεις για
επιθετικές αν όχι ηρωικές πράξεις.
Χρησιμοποίησαν προκαταλήψεις και
μειωτικούς χαρακτηρισμούς για να
περιγράψουν τους γείτονές τους. Τα
ελληνικά ΜΜΕ διέκριναν μεροληψία της
Δύσης, ιδίως των Αμερικανών, υπέρ της
Τουρκίας. Αντιθέτως, στην Τουρκία η
Δύση θεωρήθηκε ότι τάχθηκε υπέρ της
Ελλάδας, αφού τα περισσότερα τουρκικά
ΜΜΕ παρουσιάζουν την Ελλάδα ως το
χαϊδεμένο παιδί της Δύσης. Αν και στη
γενική εικόνα κυριάρχησε η μερίδα του
τύπου που υιοθέτησε μια «ετοιμοπόλεμη»
στάση χωρίς πολλή «ταπείνωση»
απέναντι στον «άλλο», ωστόσο λίγες
εφημερίδες και δημοσιογράφοι και στις
δύο χώρες προσπάθησαν να πορευτούν
αντίθετα στο «πολεμοχαρές» ρεύμα.
Φαινόταν ότι στις δύο πλευρές του
Αιγαίου αλληλοενισχύονταν δύο
συναισθήματα. Όσο ισχυρότερος ο
ελληνικός «φόβος της Τουρκίας», τόσο
οξύτερη η τουρκική «επιθυμία να
τιμωρήσει». Αυτά είναι σημάδια
έλλειψης αυτοπεποίθησης και έλλειψης
εμπιστοσύνης στην άλλη χώρα. Τα ΜΜΕ
δεν λειτουργούν εν κενώ. Αυτή η κρίση
σκιαγράφησε το ρόλο των ΜΜΕ στην
κλιμάκωση των προκαταλήψεων και το
πώς οι δύο κοινωνίες είναι επιρρεπείς
να παρασυρθούν σε τέτοιους
επικίνδυνους δρόμους. Ωστόσο, το «περιστατικό»
γρήγορα ξεχάστηκε και δεν υπήρξαν
μακρόχρονες, αποδοτικές και
εποικοδομητικές προσπάθειες ώστε να
βοηθηθούν να αλλάξουν αυτές οι
στάσεις των ΜΜΕ, οι οποίες μπορούν ανά
πάσα στιγμή να φέρουν τις δύο χώρες
στα πρόθυρα σοβαρής σύγκρουσης. (βλ.
άρθρα των P. Dimitras και F. Kentel, στο «Hate
Speech in the Balkans», M. Lenkova, ed., IHF/ETEPE, Αθήνα,
1998)
Όταν
η Ελλάδα και η Τουρκία βίωσαν τα
τραγικά αποτελέσματα από τους
σεισμούς το περασμένο φθινόπωρο, η
αρνητική εμπειρία φάνηκε να
προετοιμάζει στους δύο λαούς το δρόμο
για θετικές εμπειρίες. Αέρας φιλίας
άρχισε να πνέει στο Αιγαίο, και παρά
τις πολλές πάγιες διενέξεις για τα
χωρικά ύδατα, την υφαλοκρηπίδα και τις
βραχονησίδες, για τις ευθύνες για το
Κυπριακό ζήτημα και τις λύσεις του,
για δύο διαφορετικές και
αλληλοαποκλειόμενες ιστορίες και
μύθους, οι κοινωνίες των πολιτών και
οι πολιτικές κοινωνίες των δύο χωρών
άρχισαν να επικοινωνούν και να
ξεκινούν κοινά προγράμματα. Πρόκειται
για επικοινωνία που βασίζεται σε «πολιτικά
ορθές» συζητήσεις προκειμένου να
ενθαρρυνθούν, να καλλιεργηθούν και να
διατηρηθούν οι συνθήκες για διάλογο.
Θα την αποκαλούσαμε «ώρα μηδέν» της
ελληνοτουρκικής φιλίας, επειδή έδωσε
τη δυνατότητα να μιλά κανείς για ένα
μέλλον χωρίς να οικειοποιείται το
παρελθόν, εν μέσω ενός έντρομου
παρόντος που δεν μπορεί να
αντιμετωπίσει τις αντιφάσεις του.
Ο
άνεμος φιλίας που διαπνέει το Αιγαίο
ίσως είναι καλή ευκαιρία για μια
πραγματικά σημαντική αλλαγή στις
στάσεις και τις αντιλήψεις, έτσι ώστε
το παρελθόν να μην βαραίνει πάνω στο
ζωντανό παρόν. Ωστόσο, μέχρι στιγμής, «Σε
αρκετές βέβαια περιπτώσεις έχει
κανείς την αίσθηση ότι οι επαφές που
πραγματοποιούνται είναι μάλλον
επιφανειακές και ότι η δυναμική της
συνεργασίας εξαντλείται σε ρητορικές
και λυρικές εξάρσεις, με τις οποίες
επιδιώκεται ο τονισμός των καλών
προθέσεων και των αμοιβαίων φιλικών
συναισθημάτων. Αυτές οι επαφές μπορεί
βέβαια να είναι χρήσιμες, αλλά δεν
στηρίζονται σε διαδικασίες που θα
αντέξουν στον χρόνο.» (Σ. Βιρβιδάκης
& Κ. Γαβρόγλου, «Οι ελληνοτουρκικές
συζητήσεις στο Βόσπορο», Το Βήμα
23-7-00)
Βασίζονται
στην απουσία αναδρομικής και κριτικής
αντιπαράθεσης της κοινωνίας των
πολιτών και της πολιτικής κοινωνίας
σε αμφότερες τις χώρες. Όμως, οι
στέρεες και όχι διφορούμενες σχέσεις
μεταξύ λαών και κυβερνήσεων δεν
οικοδομούνται επάνω στην «ώρα μηδέν»,
αλλά επάνω στην αμοιβαία τους
ικανότητα, όπως συνόψισε ένας
απόμαχος Έλληνας διπλωμάτης, “να
κοιτάξουμε προς τα πίσω κοιτώντας
προς τα μπρος”. Όπως εξήγησε, “η
ιστορία των περασμένων χρόνων μπορεί
να είναι θετική μόνο αν την δούμε ως
κριτική ιστορία” (Β. Θεοδωρόπουλος,
διάσκεψη Αττάλειας, βλ. παρακάτω, 21-6-00).
Εν
μέσω καύσωνα και στο άνετο περιβάλλον
ενός ξενοδοχείου κοντά στις ακτές τις
Αττάλειας, στην Τουρκία, συναντήθηκαν
μερικοί Έλληνες, Τούρκοι και Γερμανοί
δημοσιογράφοι, μαζί με ορισμένους
διπλωμάτες και πανεπιστημιακούς στις
22-23 Ιουνίου, σε μία διάσκεψη την οποία
διοργάνωσαν το Ίδρυμα Κόνραντ
Αντενάουερ, το Γερμανο-Τουρκικό
Ίδρυμα και η Ένωση Τούρκων
Δημοσιογράφων για να συζητήσουν «Το
Ρόλο των ΜΜΕ στη Μείωση των Διεθνών
Συγκρούσεων». Το Ίδρυμα Κόνραντ
Αντενάουερ εργάζεται στην Τουρκία εδώ
και αρκετά χρόνια προσπαθώντας να
οργανώσει για την τουρκική κοινωνία
των πολιτών, με τρόπο αθόρυβο αλλά
επίμονο, προγράμματα που στοχεύουν
στην ανάπτυξη δημοκρατικής
κουλτούρας. Ωστόσο, από αυτήν τη
διάσκεψη απουσίαζαν οι μειονότητες,
από αμφότερες τις πλευρές, που
αποτελούν μέρος του γρίφου. Αυτό
δείχνει την επιθυμία των διοργανωτών
να έχουν μόνο «πολιτικά ορθές»
συζητήσεις. Αυτές οι μειονότητες δεν
παρίσταντο, προκειμένου να
αποφευχθούν οι έντονες συζητήσεις και
οι εκρηκτικές αντιπαραθέσεις. Επίσης,
απουσίαζαν εκπρόσωποι οργανώσεων
ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις δύο
χώρες, οι οποίοι μπορούν σε τέτοιες
συναντήσεις να λειτουργήσουν ως οι
ανεξάρτητοι παρατηρητές που θα
εξετάσουν αντικειμενικά τη συζήτηση
και θα βοηθήσουν τις δύο πλευρές να
προσεγγίσουν η μία την άλλη στο όνομα
των αρχών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
και των διεθνών προτύπων.
Οι
Έλληνες συμμετέχοντες μίλησαν από ένα
σημείο εκκίνησης ευνοϊκό για την
πολυφωνία των απόψεων. Τα
επιχειρήματα προέρχονται από μία
αναμφίβολα φιλελεύθερη δημοκρατική
κοινωνία, όποιες και αν είναι οι
αδυναμίες της. Ακόμα περισσότερο,
είχαν το πλεονέκτημα μίας κυβέρνησης
που όχι μόνο διάκειται ευνοϊκά προς
τον ελληνοτουρκικό διάλογο, αλλά και
έχει συχνά λάβει θέσεις πολύ πιο
προωθημένες από ό,τι είναι έτοιμοι καν
να αποδεχθούν οι περισσότεροι Έλληνες
δημοσιογράφοι. Απόδειξη για αυτό
αποτέλεσαν οι τρομολάγνες συζητήσεις
στα ΜΜΕ πριν και μετά την απόφαση της
κυβέρνησης Σημίτη να αποσύρει το βέτο
της στη Διάσκεψη Κορυφής της
Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Ελσίνκι και να
αποδεχθεί την Τουρκία ως κράτος
υποψήφιο για εισδοχή στην ΕΕ. Έτσι, οι
Έλληνες συμμετέχοντες μιλούσαν από
θέση ισχύος, πράγμα που τους επέτρεπε
να είναι πιο γενναιόδωροι, όχι μόνο με
το να μη θέσουν ζητήματα που συνήθως
θεωρούνται ευαίσθητα για τις δύο
πλευρές, αλλά επίσης με το να
συναινέσουν σε βαθιά αυτοκριτική και
ενδοσκόπηση. Η παραδοχή της χρήσης
στερεοτύπων, της γλώσσας του μίσους,
των συγκαλυμμένων διακρίσεων εις
βάρος της τουρκικής μειονότητας, του
εθνοκεντρισμού στην εκπαίδευση, της
επιλεκτικής διαμαρτυρίας κατά
παραβιάσεων των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων και μη δημοκρατικών
καθεστώτων, των εγκλημάτων του
ελληνικού στρατού το 1920, των πογκρόμ
εναντίον των Τουρκοκυπρίων το 1963-64,
του εθνικισμού και του ρατσισμού, δεν
αναφερόταν μόνο στο παρελθόν, αλλά
συχνά ακόμα και στο παρόν. Αν και οι
παρεμβάσεις του Καθηγητή Θάνου
Λίποβατς ή του Νικόλα Βουλέλη ίσως να
μην ήταν ευχάριστες για όλους τους
Έλληνες συμμετέχοντες, κανείς δεν
αμφισβήτησε τα επιχειρήματά τους.
Από
την άλλη πλευρά, οι Τούρκοι
συμμετέχοντες βρίσκονταν σε πολύ
δύσκολη θέση. Πέρα από εκείνους που
αναμφίβολα εκπροσωπούσαν μία
ορισμένη επίσημη θέση, οι υπόλοιποι
προσπαθούσαν να διατηρήσουν την
ισορροπία ανάμεσα στο αποδεκτό και το
απαράδεκτο. Ήταν σαφές ότι κανείς δεν
μπορούσε να προσδιορίσει με
βεβαιότητα αυτήν την ισορροπία. Ήταν
σχεδόν αναπόφευκτο να πέσουν οι
Τούρκοι συμμετέχοντες στην παγίδα των
συχνών αμυντικών επιχειρημάτων, ενώ
ελάχιστοι αξιοποίησαν την ευκαιρία
για αυτοκριτική και ενδοσκόπηση. Ο
Ναΐλ Γκουρελί, Πρόεδρος της Ένωσης
Τούρκων Δημοσιογράφων στην Ισταμπούλ,
περιέγραψε τις δυσκολίες που
δημιουργούν οι ιδιοκτήτες ΜΜΕ και η
πολιτική εξουσία. Περιορίζουν
σημαντικά την ελευθερία της έκφρασης
στη χώρα. Περιέγραψε το μεγάλο
κεφάλαιο πίσω από τα ΜΜΕ. Τα ΜΜΕ
συνεργάζονται με την πολιτική εξουσία,
και η πολιτική εξουσία προσπαθεί να
έχει καλές σχέσεις με τους ιδιοκτήτες
των ΜΜΕ. Το κεφάλαιο προσδιορίζει την
ελευθερία των εκδοτών, και η
δημοκρατία είναι το θύμα αυτού του
πολέμου συμφερόντων. Οι συνέπειες από
την αυξανόμενη συγκέντρωση των ΜΜΕ
στην Τουρκία μπορούν επίσης να
παρατηρηθούν στα περισσότερα
φιλελεύθερα κράτη, περιλαμβανομένης
της Ελλάδας. Ωστόσο, πρόσθεσε επίσης
ότι στην Τουρκία δεν υπάρχει
πολυφωνία, τα ΜΜΕ είναι σαν μια
ορχήστρα μόνο με βιολιά. Δεν υπάρχει
ελευθερία του λόγου, τα συνδικάτα
αποκλείονται από τις
διαπραγματεύσεις, τα ΜΜΕ κάνουν όλο
και περισσότερες παραχωρήσεις στην
πολιτική εξουσία. Έτσι, περιέγραφε τις
συνθήκες ενός μη φιλελεύθερου κράτους.
Όπως σχολίασε ένας συμμετέχων στη
συζήτηση που ακολούθησε: «στην
Τουρκία οι δημοσιογράφοι
φυλακίζονται, αλλά στην Ελλάδα η
αυτολογοκρισία προσλαμβάνει
ανησυχητικές διαστάσεις» (Γ. Βότσης
από την Ελευθεροτυπία, 21-6-00).
Μία
εθνικής κλίμακας έρευνα στην Ελλάδα,
την οποία διενήργησε η MRB τον Ιούνιο
1995, δείχνει ότι το 88,1% της ελληνικής
κοινής γνώμης εξέφρασε απέχθεια προς
την Τουρκία, ενώ 62,7% εξέφρασε
συμπάθεια για τη Σερβία (Καθημερινή,
11-2-95). Η Τουρκία γίνεται αντιληπτή ως ο
κυριότερος (αν όχι ο μόνος, μέχρι το 1989)
«εχθρός» της Ελλάδας. Οι Τούρκοι έχουν
πολύ αρνητική εικόνα στα ελληνικά
σχολικά βιβλία. Απεικονίζονται ως οι «παραδοσιακοί
εχθροί» με τρόπους που «καλλιεργούν
κλίμα αντιπάθειας και καχυποψίας
εναντίον τους» [συμπεράσματα από
ακαδημαϊκή έρευνα για λογαριασμό της
UNESCO, Καθημερινή, 29-5-94]. Μάλιστα,
ακόμα και οι δάσκαλοι συμφωνούν ότι οι
Τούρκοι πρέπει να απεικονίζονται κατ’
αυτόν τον τρόπο (έρευνα από την
Καθηγήτρια Α. Φραγκουδάκη, Τα Νέα,
24-6-95). Μια πιο πρόσφατη δημοσκόπηση της
ελληνικής κοινής γνώμης, που
διενήργησε η Metron Analysis στις 14
Σεπτεμβρίου 1999, δεν δείχνει
ουσιαστική αλλαγή. Μαθαίνουμε, για
παράδειγμα, ότι το 57,5% των Ελλήνων
έχουν τώρα καλύτερη γνώμη για τους
Τούρκους, ενώ το 41,6% δεν άλλαξαν γνώμη.
Το 51,1% των Ελλήνων ελπίζουν ότι θα
υπάρξει βελτίωση στις
ελληνοτουρκικές σχέσεις, ενώ το 44,2%
δεν πιστεύουν ότι θα αλλάξει κάτι.
Όπως επισήμαναν οι ερευνητές,
οποιαδήποτε βελτίωση στο ψυχολογικό
κλίμα έχει «συγκυριακά
χαρακτηριστικά» και «αρκεί μια νέα
περίοδος οξύτητας που να λειτουργούν
υπενθυμιστικά ως προς το παρελθόν των
διακρατικών σχέσεων για να ανατραπεί.»
(Τα Νέα, 14-12-99).
Τα
παιδιά στην Ελλάδα χρησιμοποιούν σε
γενικές γραμμές τα ίδια σχολικά
βιβλία. Παρά τις πρόσφατες
προσπάθειες προσέγγισης, δεν
παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές
στον τρόπο που τα ελληνικά ΜΜΕ
απεικονίζουν την Τουρκία και τους
Τούρκους. Το ελληνικό κοινό γενικά
γνωρίζει ελάχιστα ή και τίποτα για το
γείτονα. Βομβαρδίζεται μόνο με
προεπιλεγμένες πληροφορίες που
καλύπτουν «πολιτικές ειδήσεις» –
πληροφορίες οδηγούμενες από τη
σύγκρουση. (βλ. Κ. Χατζηδήμος, «Ο Ρόλος
των ΜΜΕ στις Ελληνοτουρκικές Σχέσεις»,
Robert Bosch Stiftungskolleg fuer Internationale Aufgaben,
Programmjahr 1998/99). Παρομοίως, όπως εξήγησε
στη διάσκεψη της Αττάλειας ο Ντ.
Τίλιτς από την Agencia Efe, αν και στην
Τουρκία «η γλώσσα την αγάπης μπορεί να
αντικατέστησε τη γλώσσα του μίσους»
στα περισσότερα ΜΜΕ, «όλα αυτά δεν
στηρίζονται με πληροφορίες
υποβάθρου· είναι αντίθετα μια πολύ
απλουστευμένη παρουσίαση που
ενδέχεται να αλλάξει αν δεν υπάρξουν
προσπάθειες να οικοδομηθούν πιο
στέρεες γέφυρες επικοινωνίας, επαφών
και γνώσης των Ελλήνων και της Ελλάδας».
Η
κοινή γνώμη είναι ευμετάβλητη αν δεν
υπάρξουν ουσιαστικές αλλαγές στη
στάση των ανθρώπων. Παρομοίως, οι
δημοσιογράφοι που διάκεινται ευνοϊκά
προς την προσέγγιση σήμερα χωρίς να
υιοθετούν μια νέα αντίληψη της
πραγματικότητας μπορούν εύκολα να
επιστρέψουν αύριο στις παλιές τους
προκαταλήψεις. Πρόσφατα, το 1998, σε μια
διεθνή διάσκεψη, ερευνητές από την
Ελλάδα και την Τουρκία δεν δίστασαν να
περιγράψουν με τα πιο μελανά χρώματα
τις εικόνες του «άλλου» που μπορεί
κανείς να βρει στα σχολικά βιβλία των
δύο χωρών. Όπως συνόψισε μία από
αυτούς: «Οι αλλαγές που οφείλουν να
λάβουν χώρα στο ελληνικό σχολικό
εγχειρίδιο για την εικόνα του Τούρκου
είναι (…) περίπλοκες και προϋποθέτουν
τη ριζική αναθεώρηση ενός μεγάλου
μέρους του ιστορικού παρελθόντος των
Ελλήνων.» (Λ. Κουλλάπη, «Η εικόνα των
Βουλγάρων και των Τούρκων στα σχολικά
εγχειρίδια ιστορίας της πρωτοβάθμιας
εκπαίδευσης της περιόδου 1950-1990», στο Η
Εικόνα του «Άλλου»/Γείτονα στα
Σχολικά Βιβλία των Βαλκανικών Χωρών,
Κέντρο Έρευνας Σχολικών Βιβλίων και
Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης, 2000, σ.371).
Η κυρίαρχη διδασκαλία της ιστορίας
στις δύο χώρες οδηγεί στην
αναπαραγωγή των τραυματικών
εμπειριών, εξήγησε στη διάσκεψη της
Αττάλειας ο Γιάννης Τζαννετάκος, ο
τότε Γενικός Διευθυντής της Ελληνικής
Ραδιοφωνίας. Είναι επομένως
απαραίτητο, πρόσθεσε, να ξαναγράψουμε
τα βιβλία της ιστορίας. Αυτή η πρόταση,
που ακολούθησε τις συζητήσεις του
Έλληνα και του Τούρκου Υπουργών
Εξωτερικών για το ζήτημα, είχε
αρνητική υποδοχή από τους
περισσότερους Έλληνες δημοσιογράφους.
Συμπέρανε ότι οι δημοσιογράφοι, μη
υποστηρίζοντας τέτοιες πρωτοβουλίες,
έχουν καταλήξει «να υπολείπονται
ακόμα και της ίδιας της κυβέρνησης». Ο
Γ. Τζαννετάκος ήταν ο μόνος από τους
παρόντες στη διάσκεψη Έλληνες
δημοσιογράφους που δέχτηκε να
υπογράψει τη διακήρυξη
δημοσιογραφικής δεοντολογίας για
αναφορές στις διμερείς σχέσεις που
πρότειναν οι Τούρκοι δημοσιογράφοι.
Φαίνεται πως η ελληνοτουρκική
συνεργασία, η βασισμένη στην αμοιβαία
εμπιστοσύνη, έχει πολύ δρόμο ακόμα.
|