|
Καλούμαστε,
για άλλη μια φορά, να συζητήσουμε για
το παλιό δίλημμα: κοσμοπολιτισμός και
εξευρωπαϊσμός ή εντοπιότητα; Δεν μου
αρέσει κανένας από τους τρεις όρους
που περιγράφουν το θέμα αυτής της
συζήτησης. Νομίζω, μάλιστα, πως
ακριβώς επειδή η συζήτηση διεξάγεται
εδώ και χρόνια με τέτοιους όρους δεν
οδηγεί πουθενά.
Ο
«εξευρωπαϊσμός» φαίνεται να σημαίνει
για άλλους εκπολιτισμό και για άλλους
γραικυλισμό, απώλεια ταυτότητας, αλλά
και στις δύο περιπτώσεις ένα είδος
βιασμού της φύσης μας. Αυτή η
μεταμόρφωση εξαρτάται, υποτίθεται,
από την έκβαση της αναμέτρησης
ανάμεσα σε δύο τάσεις ή διαθέσεις:
ανάμεσα στην «εντοπιότητα» ή «αυτοχθονισμό»,
όρους ιδεολογικά φορτισμένους, που
ακούγονται σαν όρκος υπεράσπισης του
εθνικού pedigree από κάθε επιμειξία, και
στον «κοσμοπολιτισμό», έννοια που,
όπως χρησιμοποιείται συνήθως,
προκαλεί δυσάρεστους συνειρμούς,
γιατί μοιάζει να υποδηλώνει
αρνησιπατρία και ανεύθυνο
σουλατσάρισμα ανά την υφήλιο.
Αναρωτιέμαι
πόσοι από τους νεότερους συγγραφείς
μας θεωρούν ότι έχουν ανάγκη «εξευρωπαϊσμού»
και ότι το δίλημμα «εντοπιότητα» ή «κοσμοπολιτισμός»
τους αφορά. Εγώ δεν ξέρω κανέναν. Όλοι
όσους έχω υπόψη αισθάνονται, όπως
δείχνουν τα έργα τους, αρκετά Έλληνες,
αρκετά Ευρωπαίοι και αρκετά
κοσμοπολίτες, χωρίς να βρίσκουν καμιά
αντίφαση σ’αυτή την τριαδικότητα. Δεν
πρόκειται για ιδεολογική στάση, αλλά
για έκφραση της πραγματικότητας που
βιώνουν. Δεν «πηγαίνουν στην Ευρώπη»,
όπως οι παλιότερες γενιές, γιατί δεν
βλέπουν την Ελλάδα σαν κάτι ριζικά
διαφορετικό από την Ευρώπη, και δεν
νιώθουν πως απεμπολούν την
ελληνικότητά τους όταν τοποθετούν
τους ήρωές τους μέσα σ’ένα
κοσμοπολίτικο περιβάλλον.
Υπήρχαν
ανέκαθεν Έλληνες συγγραφείς που
έδιναν έμφαση στις ιδιαιτερότητες της
ελληνικής ζωής και άλλοι που τις
σχετικοποιούσαν. Υπήρχε ο
Παπαδιαμάντης, αλλά υπήρχε και ο
Ροΐδης. Υπήρχε ο Μυριβήλης, αλλά
υπήρχε και ο Κοσμάς Πολίτης (Κοσμοπολίτης).
Υπήρχε ο Ιωάννου, αλλά υπήρχε και ο
Αλεξάνδρου. Δεν είναι πρόβλημα αυτό.
Και οι δύο κατηγορίες ανήκουν στη
λογοτεχνική μας παράδοση κι εκφράζουν
όψεις της «ελληνικότητας».
Το
πρόβλημα ανακύπτει από τη στιγμή που
οι δύο αυτές επιλογές
ιδεολογοποιούνται και η μία ή η άλλη
πλευρά (συνήθως η πλευρά των «αυτοχθονιστών»)
αναγορεύει εαυτήν σε μόνο αυθεντικό
εκφραστή της ελληνικής ταυτότητας.
Αυτό συνέβαινε όποτε η νεοελληνική
κοινωνία περνούσε κάποια φάση
δραματικών αλλαγών, που σε μια μερίδα
της διανόησης φαινόταν πως απειλούσαν
την ουσία της εθνική ιδιαιτερότητάς
μας. Συνέβη για πρώτη φορά στα τέλη του
19ου αιώνα, όταν παράλληλα με τον
ταχύ εξαστισμό της χώρας γεννήθηκε το
ρεύμα της ηθογραφίας, η συνειδητή
προσήλωση στην περιγραφή των «γνήσιων»
ηθών και εθίμων του ελληνικού λαού (τότε
συγγραφείς, όπως ο Ξενόπουλος, που
έγραφαν για τη ζωή στα αστικά κέντρα
χαρακτηρίζονταν απαξιωτικά ως
κοσμοπολίτες!). Συνέβη για δεύτερη
φορά στην περίοδο του Μεσοπολέμου,
όταν το σοκ της Μικρασιατικής
Καταστροφής και το μάντρωμα του
Ελληνισμού σ’ένα μικρό,
καθυστερημένο κράτος γέννησαν το
ιδεολόγημα της «ελληνικότητας», μια
υπεραναπλήρωση του αισθήματος
μειονεξίας απέναντι στους
προηγμένους λαούς με τη θεωρία ότι ο
ελληνικός λαϊκός πολιτισμός έχει ένα
ανώτερο ποιόν που δεν εξαρτάται από
υλικούς όρους (ο Μυριβήλης, μάλιστα,
μιλούσε για την υγιή αμορφωσιά του
ελληνικού λαού!). Και συνέβη για τρίτη
φορά τη δεκαετία του 1990, όταν οι
ραγδαίες μεταβολές που όλοι
γνωρίζουμε (η κατάρρευση των
πολιτικών ιδεολογιών, η «παγκοσμιοποίηση»,
η μαζική εισροή ξένων μεταναστών, οι
αναστατώσεις στα Βαλκάνια κ.λ.π.)
έκαναν πολλούς να αισθάνονται πως
πρέπει να υπερασπίσουν ό,τι
αντιλαμβάνονταν ως ελληνική
ιδιοπροσωπία απέναντι στις δυνάμεις
της αλλοτρίωσης και της ισοπέδωσης.
Πρόκειται,
δηλαδή, για αμυντική αντίδραση, που ως
ένα βαθμό είναι ευεξήγητη, αν και σε
καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα,
συμπεριλαμβανομένων εκείνων που
δοκιμάστηκαν τη δεκαετία του 1990
απείρως σκληρότερα απ’ό,τι η Ελλάδα,
δεν κατατρύχονται τόσοι διανοούμενοι
από φόβους για την εθνική ταυτότητα.
Με όλη την προσήκουσα νηφαλιότητα, θα
πω επίσης ότι είναι μία καθαρά
συντηρητική στάση, γιατί τάσσεται
στην υπεράσπιση μιας ιδιοπροσωπίας
που θεωρείται οριστικά διαμορφωμένη
στο παρελθόν και κάθε περαιτέρω
εξέλιξή της σημαίνει νόθευση.
Δεν
είναι καθόλου τυχαίο ότι ανάμεσα
στους ζώντες συγγραφείς μας που
δέχονται, άμεσα ή έμμεσα, τη λογική της
πόλωσης μεταξύ «εντοπιότητας» και «εκσυγχρονισμού»,
για να συσπειρωθούν γύρω από τον πρώτο
πόλο, πολύ δύσκολα θα ανακαλύψουμε
κάποιον γεννημένο μετά το 1950. Οι
νεότεροι, όπως είπα, μεγαλωμένοι σε
πολύ διαφορετική πραγματικότητα,
απορρίπτουν αυτή τη λογική και δεν
αισθάνονται πως πρέπει να δίνουν
ολοένα εξετάσεις ελληνικότητας με τα
γραφτά τους.
Νομίζω
πως τα εθνικοαπελευθερωτικά σύνδρομα
που χαρακτήριζαν την ελληνική
Αριστερά παλιότερα (και το σκληρό
πυρήνα της ως σήμερα) αποτέλεσαν την
ιδεολογική μαγιά γενικευμένης
ξενοφοβίας, που αργότερα πήρε σε
μερικούς διανοούμενους γκροτέσκα
μορφή. Ήδη τη δεκαετία του 1980 ο Γιώργος
Ιωάννου, ένας συγγραφέας που κατά τα
άλλα τον έχω σε μεγάλη εκτίμηση,
ανησυχούσε για την αλλοίωση της
φυλετικής μας ταυτότητας από την
εισβολή...Φιλιππινέζων οικιακών
βοηθών! Ευτυχώς, πολύ λίγοι έφτασαν ως
εκεί. Αλλά η ξενοφοβία, με την
ιδιαίτερη μορφή της δυτικοφοβίας,
εκδηλώνεται μετά το 1990 στο έργο
αρκετών, σχετικά συγκρατημένη και
εκλεπτυσμένη στη Δούκα, τον
Παπαγιώργη και άλλους, πιο επιθετική
σε συγγραφείς όπως ο Μάτεσις, Ο Άρης
Φακίνος, ο Νόλλας, ο Χαριτόπουλος, οι
οποίοι αντιπαθούν ακόμη και τις
φάτσες ή την ερωτική συμπεριφορά των
δυτικών.
Οι
νεότεροι συγγραφείς είναι
απαλλαγμένοι και από αυτά τα σύνδρομα.
Δεν θεωρούν, όπως για παράδειγμα ο
Χαριτόπουλος, ότι η Ελλάδα είναι
κατεχόμενη χώρα και δεν έχουν κόμπλεξ
απέναντι στον έξω κόσμο.
Για
μία ακόμη φορά, το δίλημμα «εντοπιότητα»
ή «κοσμοπολιτισμός» δεν έχει νόημα γι’
αυτούς. Και φαντάζομαι πως αν τους
ρωτούσε κανείς τι το ειδικά «εντόπιο»
έχουν τα έργα τους, θα σήκωναν τους
ώμους όπως κι ένας Άγγλος ή ένας
Ιταλός συγγραφέας, όχι επειδή δεν
υπάρχουν στα βιβλία τους τέτοια
στοιχεία, αλλά επειδή δεν τους
απασχολεί και τόσο το αν είναι ή όχι
ειδικά «εντόπια».
Θα
τελειώσω με την εξής παρατήρηση.
Υποστηρίζεται συχνά ότι η
παγκοσμιοποίηση ισοπεδώνει τις
τοπικές διαφορές και προωθεί μία
ομοιόμορφη κουλτούρα. Πρόκειται για
μεγάλη πλάνη. Στην πραγματικότητα οι «παγκοσμιοποιητές»
θέλουν τις πολιτισμικές διαφορές κι
επενδύουν στη διατήρηση και την
προβολή τους, γιατί τις θεωρούν
εμπορεύσιμες αξίες. Αρκεί οι διαφορές
αυτές να μη συγκρούονται με τη δική
τους οικονομική φιλοσοφία, να είναι,
δηλαδή περισσότερο συμβολικές και
γραφικές παρά ουσιαστικές και
δυναμικές. Κρίνοντας, λοιπόν, από το
πώς πραγματεύονται την εντοπιότητα οι
περισσότεροι Έλληνες συγγραφείς και
άλλοι διανοούμενοι που την
επικαλούνται, προβλέπω ότι πολύ
σύντομα θα βρουν στο πλάι τους έναν
αναπάντεχο και μάλλον δυσάρεστο
σύμμαχο...
|