|
ΔΗΛΩΣΗ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΣΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ 2000 ΤΟΥ ΟΑΣΕ
18
Οκτωβρίου 2000
Ελευθερία της Έκφρασης
Από
τις χώρες με μακρόχρονη δημοκρατική
παράδοση, η Ελλάδα είναι δυστυχώς
εκείνη με το λιγότερο σεβασμό της
ελευθερίας του τύπου, όπως φαίνεται
και από έκθεση του 2000 της διεθνούς
οργάνωσης Freedom House. Στην κλίμακα 0 [πλήρης
ελευθερία] – 100 [καμιά ελευθερία], η
Ελλάδα βαθμολογείται με 30 που είναι η
χειρότερη βαθμολογία για ελεύθερη
χώρα: από το 31 αρχίζουν οι μερικά
ελεύθερες χώρες (και από το 61 οι
ανελεύθερες). Καλύτερη επίδοση από
την Ελλάδα έχουν ακόμα και σχεδόν
όλες οι νέες δημοκρατίες της
Κεντρικής Ευρώπης και της Βαλτικής.
Στο χώρο του ΟΑΣΕ, μόνο οι
περισσότερες (αλλά όχι όλες)
βαλκανικές και πρώην σοβιετικές
χώρες είναι σε χειρότερη μοίρα. Η
πλήρης περιγραφή για την Ελλάδα που
εξηγεί την αξιολόγηση αυτή είναι: «Αν
και τα δικαστήρια καταδικάζουν συχνά
δημοσιογράφους για δυσφήμιση επειδή
εξυβρίζουν στελέχη της διοίκησης, ο
τύπος είναι γενικά ελεύθερος από
κυβερνητικό έλεγχο. Πολλοί
δημοσιογράφοι διώχτηκαν και
καταδικάστηκαν αυτή τη χρονιά [το 1999]
για δυσφήμιση. Η αυτολογοκρισία ήταν
συνήθης, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια
των νατοϊκών βομβαρδισμών στη
Γιουγκοσλαβία. Η αστυνομία έκανε
επιδρομή σε ένα ραδιοσταθμό και τον
έκλεισε».[2]
Στην
έκθεσή του για την Ελλάδα, τμήμα της 1999
World
Press
Freedom
Review
(Παγκόσμια Επισκόπηση της Ελευθερίας
του Τύπου το 1999)[3],
το Διεθνές Ινστιτούτο Τύπου (International
Press Institute, IPI) σημειώνει:
«Το
κλίμα για τον τύπο στην Ελλάδα
συνεχίζει να σκιάζεται από ποινικές
διώξεις εναντίον δημοσιογράφων και
εφημερίδων σε υποθέσεις
συκοφαντικής δυσφήμησης. Η
δημοσίευση επίσημων εγγράφων που
διέρρευσαν φέρνει επίσης τα ΜΜΕ σε
ευθεία αντιπαράθεση με τις αρχές. Ο
Υπουργός Δικαιοσύνης, Ευάγγελος
Γιαννόπουλος, έχει επανειλημμένα
πραγματοποιήσει επιθέσεις και
προσβολές εναντίον δημοσιογράφων ή
άλλων πολιτικών, που τον επέκριναν
έντονα, μεταξύ άλλων υποβάλλοντας
μηνύσεις εναντίον τους.
Όπως
επισημαίνουν τακτικά το IPI
και άλλες οργανώσεις, η άσκηση
ποινικής δίωξης σε βάρος
δημοσιογράφων συνιστά την κύρια
απειλή για την ελευθερία του τύπου
στην Ελλάδα. Θεωρείται ουσιώδες για
μία λειτουργούσα δημοκρατία να έχει
ελεύθερο και έντονα εκφραζόμενο τύπο.
Η έκδοση αποφάσεων καταδίκης σε
φυλάκιση για υποθέσεις συκοφαντικής
δυσφήμησης, με αναστολή ή όχι,
παρεμποδίζει την ελεύθερη ροή γνώμης
και ιδεών. Κάθε πρόσωπο που
αισθάνεται εκτεθειμένο σε ψευδή,
επιζήμια δημοσιεύματα θα πρέπει να
έχει το δικαίωμα να προσφύγει σε
αστικό δικαστήριο και, αν αποδειχθεί
ότι έχει δίκιο, να έχει τη δυνατότητα
να απαιτήσει δημόσια συγνώμη ή
επανόρθωση, καθώς και χρηματική
αποζημίωση για βλάβη που μπορεί να
αποδειχθεί. Αυτό δεν συμβαίνει ακόμα
στην Ελλάδα. Όπως δείχνει ο κατάλογος
επιλεγμένων υποθέσεων που
παρατέθηκε παραπάνω, οι Έλληνες
δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν
καταιγισμό δικαστικών διώξεων, που
μπορούν εν τέλει να εξυπηρετήσουν
μόνο την κατάπνιξη της ελευθερίας
της έκφρασης.
Όταν
το IPI
προσέγγισε τις ελληνικές αρχές
ζητώντας τα σχόλιά τους σε αυτό το
θέμα, ένας εκπρόσωπος δήλωσε: “Η
ποινική διαδικασία για τα μέλη του
τύπου είναι πανομοιότυπη με εκείνη
που ασκείται για κάθε άλλο πολίτη που
έρχεται σε σύγκρουση με το νόμο.
Επομένως, κάθε περιστατικό ανακριβών
ή συκοφαντικών πληροφοριών που
διαδίδονται μέσω του τύπου υπόκειται
στις γενικές διατάξεις που διέπουν
τη δυσφήμηση”. Αν και το IPI είναι
μία οργάνωση που προάγει την
ελευθερία του τύπου, δεν επιδιώκει
την προνομιακή μεταχείριση των
δημοσιογράφων. Το ίδρυμα θεωρεί ότι η
συκοφαντική δυσφήμηση και η
δυσφήμηση μέσω του τύπου θα πρέπει να
καλύπτονται από τον αστικό κώδικα
και ότι κανένας πολίτης, είτε είναι
δημοσιογράφος είτε όχι, δεν θα πρέπει
να αντιμετωπίζει την προοπτική
ποινικού μητρώου και ποινής
φυλάκισης για αυτά που λέει ή γράφει.
Ο εκπρόσωπος συνέχισε δηλώνοντας ότι
“…στη νομική πρακτική, τα
δικαστήρια συχνά θεωρούνται
επιεικέστερα στις καταδικαστικές
αποφάσεις τους σε υποθέσεις που
εμπλέκουν τον τύπο, απ’ ό,τι στις
υπόλοιπες. Αυτό επιβεβαιώνει
περαιτέρω την ευαισθησία, όχι μόνο
της ελληνικής δικαιοσύνης, αλλά και
του ελληνικού δικαίου εν γένει, όταν
εφαρμόζεται στην αρχή της ελευθερίας
του τύπου”.
Αν
οι υποθέσεις που παρατίθενται [στο
παρόν], μαζί με την εντυπωσιακή
σωρεία υποθέσεων που έχουν
τεκμηριωθεί τα τελευταία χρόνια,
δείχνουν κάποιου είδους ‘ευαισθησία’,
πρόκειται σίγουρα για την ευαισθησία
των δημοσίων προσώπων, τα οποία –αντίθετα
προς τα διεθνή πρότυπα και πρακτικές–
δεν αισθάνονται ότι οφείλουν να
δέχονται περισσότερο έλεγχο ή να
ανέχονται περισσότερη κριτική απ’ ό,τι
οι ιδιώτες».
Στη
λεπτομερή έκθεση που υποβλήθηκε σε
αυτή τη σύνοδο[4],
στο αντίστοιχο κεφάλαιο, παραθέτουμε
οκτώ παραδείγματα ποινικής
καταδίκης για κατηγορίες δυσφήμησης
διά του τύπου και συκοφαντικής
δυσφήμησης. Υπάρχουν επίσης αναφορές
στην απαγόρευση ενός ραδιοφωνικού
σταθμού, σε μία περίπτωση
λογοκρισίας βιβλίου και σε μία
απαγόρευση συναυλίας αλληλεγγύης
προς τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης
στη Σερβία παραμονές των πρόσφατων
κρίσιμων εκλογών σε αυτή τη χώρα.
Επιπρόσθετα, υπάρχουν περιπτώσεις
δημοσιογράφων που παρενοχλήθηκαν
από όχλους ανενόχλητους από την
αστυνομική παρουσία, καθώς και
Μακεδόνων και Τούρκων δημοσιογράφων
και συγγραφέων στους οποίους
απαγορεύθηκε η είσοδος στην Ελλάδα ή
σε μια ορισμένη μειονοτική περιοχή
που συνεχίζει να θεωρείται «επιτηρούμενη
ζώνη».
Ελπίζουμε
ειλικρινά ότι οι ελληνικές αρχές
τελικά θα απομακρυνθούν από τις
ανελεύθερες πρακτικές των ποινικών
καταδικών για δυσφήμηση και της
ανοχής ή της διάπραξης παρενόχλησης
σε βάρος δημοσιογράφων τις απόψεις
των οποίων θεωρούν δυσάρεστες ή
επικριτικές για τις πολιτικές του
κράτους.
Για λεπτομερή έκθεση βλ: IHF/ΕΠΣΕ/ΕΟΔΜ
«Έκθεση προς τη
Συνάντηση για την Επισκόπηση της
Υλοποίησης των Συμφωνιών του ΟΑΣΕ
για Θέματα Ανθρώπινης Διάστασης:
Ελλάδα» Βαρσοβία 17-27 Οκτωβρίου 2000.
[2]
Freedom
House, “Censor Dot Gov: The Internet and Press Freedom 2000,
The Annual Survey of Press Freedom.”
|