«Φθίνουσα,
Γερασμένη και Τρομαγμένη;»
Ξανακοιτώντας την
ελληνική μειονότητα στην Τουρκία
του Παναγιώτη Δημητρά,
Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του
Ελσίνκι [AIM (Εναλλακτικό Δίκτυο
Πληροφόρησης) - Γραφείο Αθηνών, 31/1/2000]
«‘Η ελληνική κοινότητα
πεθαίνει, και δεν πρόκειται για φυσικό θάνατο’,
είπε στην Helsinki Watch ένας μεσήλικας Έλληνας στην
Ισταμπούλ τον Οκτώβριο του 1991. Οι συναντήσεις της
Helsinki Watch με άλλους Έλληνες στην Ισταμπούλ, καθώς
και με Έλληνες στην Αθήνα, επιβεβαίωσαν αυτή τη
δήλωση. Ο φόβος τους σχετίζεται με το φρικτό
ιστορικό των πογκρόμ και των απελάσεων που
υπέστησαν από την τουρκική κυβέρνηση. Αυτές οι
ενέργειες είχαν ως αποτέλεσμα ο ελληνικός
πληθυσμός στην Τουρκία να μειωθεί από περίπου
110.000, όταν υπογράφηκε η Συνθήκη της Λωζάννης το
1923, σε περίπου 2.500 [το 1991].
(…) Η Helsinki Watch έχει συντάξει
εκθέσεις για διάφορες όψεις των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων στην Τουρκία μετά το 1982. Από την
πρώτη μας έκθεση είχαμε να συναντήσουμε τόσο
πολλούς ανθρώπους που φοβούνταν να μας μιλήσουν,
ή που θα μιλούσαν μόνο ανωνύμως. Αυτή είναι η
πρώτη έκθεση που εκδώσαμε για την Τουρκία μετά
από πολλά χρόνια, στην οποία υποχρεωθήκαμε να
συγκαλύψουμε την ταυτότητα σχεδόν όλων των
ατόμων που μίλησαν με την Helsinki Watch. Ακόμα και στην
Ελλάδα, μέλη της κοινότητας των Ελλήνων που είχαν
μεταναστεύσει από την Τουρκία στην Αθήνα δεν
ήθελαν να χρησιμοποιηθούν τα ονόματά τους από
φόβο αντιποίνων από την τουρκική κυβέρνηση εις
βάρος των ιδίων ή των οικογενειών τους.
Οι Έλληνες στην Ισταμπούλ που
συναντήθηκαν με την Helsinki Watch κοιτούσαν ανήσυχοι
πίσω τους, φοβούμενοι ότι οι συζητήσεις τους
γίνονταν αντικείμενο παρατήρησης. Ο διευθυντής
ενός ελληνικού σχολείου ζητούσε συνεχώς από μία
δασκάλα να χαμηλώσει τη φωνή της καθώς αυτή
περιέγραφε τα προβλήματα των ελληνόπουλων. Ένας
καλοντυμένος, μεσήλικας επιχειρηματίας έτρεμε
από φόβο καθώς αφηγείτο τις δυσκολίες και τους
φόβους του. Μερικοί Έλληνες, που μεσολαβητές τους
ζήτησαν να συναντηθούν μαζί μας, αρνήθηκαν. Οι
συνεντεύξεις με Έλληνες πρόθυμους να μιλήσουν
κανονίστηκαν με τρόπο μυστικοπαθή, συνωμοτικό.
Στελέχη του παραρτήματος
Ισταμπούλ της Τουρκικής Ένωσης Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων αναφέρουν ότι, σύμφωνα με την
εμπειρία τους, η ελληνική κοινότητα φοβάται
περισσότερο απ’ ό,τι οι Κούρδοι ή οι Αρμένιοι.
Αυτά τα στελέχη λένε ότι προσπάθησαν να
στηρίξουν τα δικαιώματα της ελληνικής
κοινότητας, αλλά βρίσκουν τους Έλληνες
απρόθυμους να διαμαρτυρηθούν δημοσίως.
Αναφέρουν επίσης ότι, όταν ακτιβιστές των
ανθρωπίνων δικαιωμάτων προσπάθησαν να
επισκεφθούν σπίτια Ελλήνων, οι Έλληνες ήταν
απρόθυμοι να τους δεχτούν στα σπίτια τους για να
συζητήσουν προβλήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων,
και μίλησαν μαζί τους μόνο σύντομα και πίσω από
κλειστές πόρτες.»
Αυτή ήταν η εισαγωγή (σσ. 1-2) της
έκθεσης «Άρνηση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και
της Εθνοτικής Ταυτότητας: οι Έλληνες της
Τουρκίας», για την οποία η Helsinki Watch (HW) συγκέντρωσε
στοιχεία τον Οκτώβριο του 1991 και την οποία
δημοσίευσε τον Μάρτιο του 1992. Οκτώ χρόνια
αργότερα, το Ελληνικό Παρατηρητήριο των
Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ), κυριολεκτικά την
παραμονή της απόφασης της διάσκεψης κορυφής του
Ελσίνκι να παραχωρήσει στην Τουρκία το καθεστώς
του υποψήφιου για ένταξη κράτους, διαπίστωσε ότι
έχει υπάρξει κάποια πρόοδος, αλλά ότι η κατάσταση
των Ελλήνων της Τουρκίας είναι κάθε άλλο παρά
ικανοποιητική. Βέβαια, υπάρχει λιγότερος φόβος
απ’ ό,τι πριν, ωστόσο οι ηγέτες της μειονότητας
έχουν την κοινή πεποίθηση ότι οι κινήσεις τους
παρακολουθούνται προσεκτικά και τα τηλεφωνήματά
τους υποκλέπτονται.
Για παράδειγμα, ο «διευθυντής
ενός ελληνικού σχολείου», που αναφέρει η έκθεση
της HW, πλήρωσε τότε ένα τίμημα επειδή μίλησε στην
οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τώρα, ωστόσο,
τόλμησε να πάει σε μία μεγάλη διάσκεψη για τα
ανθρώπινα δικαιώματα, που διοργανώθηκε στην
Ισταμπούλ την Ημέρα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,
υπό την αιγίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης και της
Διεθνούς Ομοσπονδίας των Συμφωνιών του Ελσίνκι.
Εκεί, μεταξύ άλλων, ήταν ο πρώτος μειονοτικός
Έλληνας που μίλησε επί μακρόν με Τούρκους
ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ
των οποίων και με τον Ακίν Μπιρντάλ, τον Πρόεδρο
της ίδιας εκείνης Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
που είχε δηλώσει στην HW ότι οι Έλληνες ήταν
απρόθυμοι, όχι μόνο να διαμαρτυρηθούν δημοσίως,
αλλά και να τους μιλήσουν ακόμα. Μπορεί κανείς να
ελπίσει ότι [ο διευθυντής του σχολείου] δεν θα
αντιμετωπίσει συνέπειες για αυτήν του την πράξη.
Αν και οι σύλλογοι Ελλήνων της
Κωνσταντινούπολης στη διασπορά έλεγαν στην
Αθήνα ότι κανείς δεν ήταν πρόθυμος να μιλήσει στο
ΕΠΣΕ, και το Ελληνικό Προξενείο στην Ισταμπούλ
έδινε την ίδια εντύπωση, δεν φαινόταν πια να
υπάρχει τέτοιο πρόβλημα, αν και μερικά μέλη της
μειονότητας ήταν ακόμη επιφυλακτικά. Άλλωστε,
μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα, μια πολύωρη
συζήτηση σε τουρκικό ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό
είχε ασχοληθεί με τις αδικίες της Τουρκίας
απέναντι στις «θρησκευτικές» της μειονότητες
(περιλαμβανομένων των Ελλήνων). Παράλληλα, είχε
ρεκόρ θεατών η ταινία «Το Περιδέραιο της Σαλκίμ
Χανίμ», που έδειχνε πώς ο διαβόητος «Φόρος
Πλούτου» που θεσπίστηκε το 1942 «εξυπηρετούσε και
άλλο σκοπό πέρα από το να βοηθήσει απλώς στην
αποκατάσταση των εξαντλημένων αποθεμάτων του
Δημόσιου Ταμείου. Έγινε επίσης για να προωθήσει
το στόχο του ‘εκτουρκισμού’ του έθνους, ο οποίος
ξεκίνησε στη δεκαετία του 1930». Το προηγούμενο
παράθεμα ήταν από έναν εξίσου αξιοσημείωτο
φάκελο στο «Turkish Probe», το ένθετο της Κυριακής
12/12/1999 της αγγλόφωνης εφημερίδας «Turkish Daily News».
Όλοι οι ηγέτες της ελληνικής
μειονότητας, περιλαμβανομένου του ίδιου του
Πατριάρχη, είχαν ταχθεί υπέρ της υποψηφιότητας
της Τουρκίας για την ΕΕ, για τους ίδιους λόγους
που την υποστήριζε και το μεγαλύτερο μέρος της
κοινωνίας των πολιτών και οι ακτιβιστές των
ανθρωπίνων δικαιωμάτων: θα υποχρέωνε την Τουρκία
να εκσυγχρονίσει το αρχαϊκό και αυταρχικό
πολιτικό της σύστημα, μια αλλαγή που μόνο
ευεργετική μπορεί να είναι για τις μειονότητες
και τους δημοκράτες. Ένας Έλληνας, μάλιστα, είπε
στο ΕΠΣΕ ότι την τελευταία φορά που η «Τουρκία»
[δηλ. η Οθωμανική Αυτοκρατορία] έγινε δεκτή κατά
παρόμοιο τρόπο ως ευρωπαϊκή χώρα, μετά τον
Κριμαϊκό Πόλεμο στα μέσα του δεκάτου ενάτου
αιώνα, πραγματοποίησε εκτεταμένες
μεταρρυθμίσεις και εγκαθίδρυσε για πρώτη φορά
κράτος δικαίου. Αν το Πατριαρχείο είχε σήμερα τα
προνόμια που είχε αποκτήσει τότε, θα ήταν πολύ
ευτυχισμένο, πρόσθεσε ο ίδιος.
Εντούτοις, δεν υπάρχει τίποτα το
ρόδινο για την Ελληνική κοινότητα στην
Ισταμπούλ. Φθίνει ολοένα: το ΕΠΣΕ υπολόγισε ότι
πρέπει να έχουν απομείνει περίπου 1.000-1.500 άτομα (η
ίδια η κοινότητα μιλά για 1.500-2.000). Τα σχολεία
έχουν περίπου 260 μαθητές και στις δώδεκα τάξεις,
από τους οποίους σχεδόν το ένα τρίτο είναι παιδιά
Χριστιανών Αράβων και όχι Χριστιανών Ελλήνων. Οι
τουρκικές αρχές θεωρούν και τις δύο κοινότητες
ως «Ρουμ», δηλ. Ελληνορθόδοξους. Πράγματι, οι
Έλληνες δεν μπορούν να αυτοαποκαλούνται απλώς
Έλληνες («Ynanli» στα τουρκικά) και να ισχυριστούν
ότι αποτελούν εθνοτική-εθνική μειονότητα, αντί
για θρησκευτική. Ακριβώς όπως οι Τούρκοι στην
ελληνική Θράκη δεν μπορούν να αυτοαποκαλούνται
απλώς Τούρκοι και να διεκδικήσουν καθεστώς
εθνοτικής-εθνικής κοινότητας, μια και πρέπει να
αποτελούν απλώς μία θρησκευτική «Μουσουλμανική»
μειονότητα.
Η κατάσταση με το Πατριαρχείο
είναι εξίσου μη ικανοποιητική. Στην
πραγματικότητα, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είναι
σεβαστός ως ο πνευματικός ηγέτης περίπου 200
εκατομμυρίων Ορθοδόξων ανά τον κόσμο, ως «πρώτος
μεταξύ ίσων» των πέντε παραδοσιακών Πατριαρχών
των Ανατολικών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Η Τουρκία,
όμως, τον αναγνωρίζει απλώς ως τον θρησκευτικό
ηγέτη της ελληνορθόδοξης κοινότητας εντός των
συνόρων της. Αυτή η διένεξη έχει ως αποτέλεσμα,
κάτι που είναι άγνωστο σχεδόν στους πάντες εκτός
Τουρκίας, το Πατριαρχείο να μην έχει νομικό
καθεστώς και επομένως και ιδιοκτησία. Ο ίδιος ο
Πατριάρχης περιέγραψε στο ΕΠΣΕ ότι είναι σαν τον
Καθολικό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών. Πράγματι, οι
ελληνικές αρχές αναγνωρίζουν μόνο την Καθολική
επισκοπή του Αγίου Διονυσίου, στο χώρο της οποίας
βρίσκεται το κτίριο της Καθολικής Αρχιεπισκοπής.
Παρομοίως, η πρόσφατη άδεια ανακαίνισης για το
Πατριαρχείο το περιέγραφε ως ένα κτίριο στα
εδάφη της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, η οποία
είναι ίδρυμα («vakif») που λειτουργεί νόμιμα, δεν
ανέφερε όμως ιδιοκτήτη. Η Τουρκία μπορεί να μην
έχει πρόβλημα να παραχωρήσει στο Πατριαρχείο το
καθεστώς τουρκικού ιδρύματος. Όμως το
Πατριαρχείο απαιτεί ένα ιδιαίτερο νομικό
πρόσωπο, το οποίο να αντανακλά τη διεθνή του θέση,
και παράλληλα να το προστατεύει από τις
επιπτώσεις της εκάστοτε τουρκικής μειονοτικής
πολιτικής, που τα μειονοτικά ιδρύματα έχουν
πληρώσει ακριβά.
Η πρόθεση των τουρκικών αρχών να
περιορίσουν τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου
έγινε εμφανής το Πάσχα του 1996. Στις 14 Απριλίου, ο
Πατριαρχικός Επίσκοπος Λαοδικείας Χαράλαμπος
Σωφρονιάδης πήγε σε μία Βουλγαρική Ορθόδοξη
εκκλησία, προσκεκλημένος, όπως είχε συμβεί συχνά
στο παρελθόν, για να χοροστατήσει στη Λειτουργία
της Αγάπης. Όμως εκείνη την ημέρα ο Βούλγαρος
ιερέας της εκκλησίας (τον οποίο χειροτόνησε το 1989
ο ίδιος εκείνος Επίσκοπος) και ένας επίτροπος της
εκκλησίας είπαν στον Επίσκοπο ότι δεν ήταν
καλοδεχούμενος. Σύμφωνα με αναφορές, το
εκκλησίασμα δεν συμφωνούσε και η λειτουργία
συνεχίστηκε με τη συμμετοχή όλων των ιερωμένων.
Αργότερα, όμως, ασκήθηκε δίωξη εις βάρος του
Επισκόπου τον οποίο, στις 15 Ιανουαρίου 1997, το
Πρωτοδικείο της περιοχής Φατίχ στην Ευρύτερη
Ισταμπούλ καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης πέντε
μηνών με αναστολή και πρόστιμο 250.000 τουρκικών
λιρών. Ο Επίσκοπος κρίθηκε ένοχος «διατάραξης
θρησκευτικών καθηκόντων» (άρθρο 175.1 του Ποινικού
Κώδικα). Το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε δύο
φορές την απόφαση, απορρίπτοντας την έφεση καθώς
και την αίτηση ακυρώσεως.
Το επιχείρημα του τουρκικού
κράτους ήταν ότι η Βουλγαρική Εκκλησία είχε
αποσχισθεί το 1870 από το Πατριαρχείο, κάτι που
όντως αληθεύει. Εντούτοις, εκείνο το σχίσμα
ανατράπηκε το 1945, όταν μία διμερής συμφωνία
μεταξύ των δύο Εκκλησιών έθεσε τις Βουλγαρικές
Ορθόδοξες εκκλησίες στην Κωνσταντινούπολη (και
στην Ελλάδα) υπό τη δικαιοδοσία της Ελληνικής
Ορθόδοξης Εκκλησίας και τις Ελληνικές Ορθόδοξες
εκκλησίες στη Βουλγαρία υπό τη δικαιοδοσία της
Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η Τουρκία
επιλέγει να αγνοεί εκείνη την συμφωνία,
παρεμβαίνοντας έτσι σαφώς στις εσωτερικές
θρησκευτικές υποθέσεις αυτών των Εκκλησιών. Πέρα
από την απόφαση του δικαστηρίου, ο Πατριάρχης
κλήθηκε μία φορά να επισκεφθεί τον Νομάρχη
Ισταμπούλ για να λάβει τη συμβουλή να μην
περιλαμβάνει τους Βούλγαρους στα μελήματά του. Η
μόνη άλλη φορά που κλήθηκε ο Πατριάρχης από τότε
που ανέλαβε αυτό το αξίωμα το 1991, ήταν για να
λάβει τη συμβουλή να μην χρησιμοποιεί τον όρο
«Οικουμενικός».
Αυτή η δικαστική απόφαση δεν
προσβλήθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων, όπως δεν προσβλήθηκαν και πολλές
άλλες υποθέσεις που πιθανότατα παραβιάζουν την
Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οι
μειονοτικοί ηγέτες, όταν ρωτήθηκαν, υποστήριξαν
ότι, ακόμα και αν δικαιώνονταν στο Στρασβούργο, η
Τουρκία δεν θα σεβόταν την απόφαση «όπως κάνει
πάντα», ενώ ενδέχεται να αντιδρούσε
παρενοχλώντας τους ακόμα περισσότερο. Ξεκάθαρα,
όπως συμβαίνει με πολλούς άλλους, η μειονοτική
ηγεσία είναι παραπληροφορημένη, και συνεπώς
παραπλανημένη χωρίς στέρεη γνώση των αρχών και
των πρακτικών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα
τέλη της δεκαετίας του 1990.
Άλλες προφανείς παραβάσεις
διεθνών κανόνων σχετίζονται με την εκτεταμένη
και πολύτιμη περιουσία που ανήκει στα μειονοτικά
ιδρύματα στην Ευρύτερη Ισταμπούλ. Μία απόφαση
του Συμβουλίου του Κράτους του 1974 επέτρεψε στις
τουρκικές αρχές να κατάσχουν όλη την περιουσία
που δεν είχαν δηλώσει τα μειονοτικά ιδρύματα σε
μία καταγραφή του 1936. Ότι έχουν αποκτήσει έκτοτε
τα ιδρύματα, μέσω δωρεών ή αγορών, έχουν θεωρηθεί
παράνομα, καθώς τα ιδρύματα των μειονοτήτων
(ελληνικής, αρμενικής, εβραϊκής) θεωρήθηκαν
«αλλοδαπά» – κάτι που είναι από μόνο του
απαράδεκτο, αν όχι προσβλητικό – και επομένως
δεν είχαν το δικαίωμα να αποκτήσουν ακίνητα στην
Τουρκία. Έτσι, αυτά τα ακίνητα έπρεπε να
επιστραφούν στον προηγούμενο ιδιοκτήτη και, αν ο
ίδιος ή οι κληρονόμοι δεν μπορούσαν να
εντοπιστούν (κάτι που συμβαίνει στις
περισσότερες περιπτώσεις) το ακίνητο κατάσχεται
από το κράτος. Από το 1974, εκατοντάδες υποθέσεις
καταλήγουν στα δικαστήρια και κάθε λίγους μήνες
κάποιο ακίνητο μιας από αυτές τις «θρησκευτικές»
κοινότητες κατάσχεται. Για να γίνουν τα πράγματα
χειρότερα, οι αρχές της Ισταμπούλ συνήθως
αρνούνται να χορηγήσουν πιστοποιητικά
κληρονομιάς σε Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό, με
την προφανή ελπίδα ότι κάποια μέρα η συναφής
περιουσία θα μπορέσει και αυτή να κατασχεθεί.
Παράλληλα, έχουν επιτρέψει μόνο μία φορά, το 1991,
την εκλογή διοικητικών συμβουλίων των ελληνικών
ιδρυμάτων – με τρόπους που συχνά επέφεραν
αποτελέσματα ευνοϊκά για τις αρχές.
Το άλλο μείζον πρόβλημα, πέρα
από το ζήτημα των ακινήτων, έγκειται στους
περιορισμούς του κλήρου του Πατριαρχείου που
ενδέχεται να κάνουν πολύ δύσκολη τη στελέχωση
αυτού του σεβάσμιου θεσμού στην επόμενη γενιά.
Μόνο Τούρκοι υπήκοοι επιτρέπεται να γίνουν
Επίσκοποι ή Πατριάρχες, και η Τουρκία αρνείται να
παραχωρήσει την τουρκική υπηκοότητα σε
ορθόδοξους κληρικούς που θέλουν να
εγκατασταθούν στην Ισταμπούλ. Το 1995, ένας ιερέας
με γαλλική υπηκοότητα αναγκάστηκε να
εγκαταλείψει τη χώρα με τρόπο μάλλον
εξευτελιστικό, σύμφωνα με πηγές του
Πατριαρχείου. Την ίδια στιγμή, η παραδοσιακή
θεολογική σχολή που προετοιμάζει τους νέους
κληρικούς, η Θεολογική Σχολή της Χάλκης στο
Heybeliada, αναγκάστηκε να κλείσει το 1971, όταν όλα τα
μη τουρκικά πανεπιστήμια εκτουρκίστηκαν (π.χ. το
Κολέγιο Ρόμπερτς έγινε Πανεπιστήμιο Μπογάζιτσι).
Το Πατριαρχείο δεν είχε καμία εγγύηση ότι θα
μπορούσε να ελέγχει την ιερατική σχολή σε
περίπτωση που θα γινόταν τουρκικό εκπαιδευτικό
ίδρυμα. Είχε επίσης πολλές βάσιμες υποψίες
απέναντι στις τουρκικές αρχές εκείνη την εποχή,
δεδομένου ότι εφάρμοζαν στη σχολή έναν νόμο για
τα πανεπιστήμια παρ’ όλο που την είχαν
καθαιρέσει από πανεπιστήμιο σε σχολή κατάρτισης
το 1964. Έτσι, το Πατριαρχείο επέλεξε να κλείσει την
ιερατική σχολή. Σήμερα, η Τουρκία λέγεται ότι
θέλει να επιτρέψει στην ιερατική σχολή να
λειτουργήσει ως τμήμα Θεολογικής Σχολής που
πρόκειται να ιδρυθεί σύντομα στο Πανεπιστήμιο
της Ισταμπούλ. Οι πατριαρχικές αρχές ζητούν,
θεμιτά, εγγυήσεις για τα κριτήρια εισαγωγής, τη
διοίκηση και το διδακτικό πρόγραμμα, έτσι ώστε να
γίνει πραγματική ιερατική σχολή, ανοικτή σε
ορθοδόξους από την Τουρκία και το εξωτερικό,
στους οποίους μετά θα επιτρέπεται να ενταχθούν
στο Πατριαρχείο, να αποκτήσουν την τουρκική
υπηκοότητα και εν τέλει να γίνουν Επίσκοποι ή
Πατριάρχες. Υπάρχει, όμως, ο φόβος ότι αυτό μπορεί
να είναι απλώς ένα βήμα προς την οριστική ανάληψη
της ιερατικής σχολής και της πολύτιμης
περιουσίας της από το κράτος.
Η πρόσφατη ελληνοτουρκική
προσέγγιση έχει επηρεάσει κάπως θετικά την
εκπαίδευση της μειονότητας: για πρώτη φορά
επιτράπηκε σε Έλληνες δασκάλους, στο πλαίσιο
προγράμματος ανταλλαγής, να έρθουν από την
Ελλάδα στις αρχές του σχολικού έτους, ενώ
παράλληλα οι δύο χώρες συμφώνησαν μετά από
πολλές δεκαετίες να διανείμουν σύγχρονα
ελληνικά σχολικά βιβλία. Παρόμοιες βελτιώσεις
καταγράφηκαν και για την τουρκική μειονότητα
στην Ελλάδα. Ίσως τώρα και οι δύο κοινότητες να
μπορέσουν να παραδεχτούν ότι χρειάζονται επίσης
ειδικό διδακτικό υλικό και ενισχυτικά μαθήματα
για όσους δεν έχουν ως μητρική γλώσσα την
ελληνική ή την τουρκική (Πομάκους και Ρομά στην
Ελλάδα, Άραβες στην Τουρκία), κάτι που θα
βελτιώσει την ποιότητα της εκπαίδευσης όλων των
παιδιών στα αντίστοιχα μικτά σχολεία.
Γενικότερα, είναι ίσως σπάνια ευκαιρία για τις
δύο κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν με θάρρος την
πραγματικότητα. Με τη βοήθεια των Μη
Κυβερνητικών Οργανώσεων για τα ανθρώπινα
δικαιώματα, πρέπει να καθήσουν και να
προσπαθήσουν να επιλύσουν τα ακανθώδη ζητήματα
των διαφόρων μειονοτήτων της Συνθήκης της
Λωζάννης, κατά τρόπο που να σέβεται τόσο εκείνη
την Συνθήκη, όσο και όλα τα άλλα διεθνή κείμενα
ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία πρέπει να
τηρούν κράτη-μέλη της ΕΕ – τόσο τα κράτη που
είναι ήδη μέλη, όσο και εκείνα που είναι υποψήφια
για ένταξη. Οι ίδιοι οι ηγέτες των μειονοτήτων
μπορούν να βοηθήσουν αν αρχίσουν να στρέφονται
για υποστήριξη περισσότερο ο ένας προς τον άλλο
(καθώς και προς τις ΜΚΟ και τους διακυβερνητικούς
οργανισμούς) παρά προς τα συγγενικά τους κράτη.
Σημείωση των «Δ»: Αποσπάσματα
του κειμένου δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα
«Αυγή», 20/8/2000
|