Λαθρομετανάστες
στην Ελλάδα: δεν έχουν δικαίωμα περίθαλψης!
της Κάθυ Τζιλιβάκη*,
AIM (Εναλλακτικό Δίκτυο Πληροφόρησης) - Γραφείο
Αθήνας, 31/7/2000
Οι λαθρομετανάστες στην Ελλάδα,
απογοητευμένοι ήδη από το ότι το κράτος μοιάζει
να αγνοεί τις εκκλήσεις τους για μια δεύτερη
ευκαιρία νομιμοποίησης, διαμαρτύρονται αυτόν το
μήνα ότι σπρώχνονται ακόμα περισσότερο στο
περιθώριο της κοινωνίας. Μία εγκύκλιος, που
εξέδωσε στις 13 Ιουλίου το υπουργείο υγείας και
κοινωνικών υποθέσεων, σκληραίνει τους νόμους που
αφορούν την ιατρική περίθαλψη αλλοδαπών.
Με βάση την απόφαση που έλαβε το
Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικών Υποθέσεων, τα
κρατικά νοσοκομεία πρέπει να αρνούνται να
προσφέρουν ιατρική περίθαλψη, με εξαίρεση την
περίθαλψη για επείγοντα περιστατικά, σε
λαθρομετανάστες στην Ελλάδα. Οι υπέρμαχοι των
ανθρωπίνων δικαιωμάτων χαρακτήρισαν αυτήν την
κίνηση ως άλλη μία «σκληρή» και «ρατσιστική»
μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης.
Υποστηρίζουν ότι μια τέτοια τακτική επιβαρύνει
πολύ τις εκατοντάδες χιλιάδες λαθρομετανάστες,
μεταξύ των οποίων ολόκληρες οικογένειες με μικρά
παιδιά.
Ο Υπουργός Υγείας και
Κοινωνικών Υποθέσεων Αλέκος Παπαδόπουλος
δικαιολόγησε την απόφαση του Υπουργείου του στη
βάση ότι η ιατρική περίθαλψη των λαθρομεταναστών
κοστίζει στο κράτος δισεκατομμύρια δραχμές κάθε
χρόνο. Είπε επίσης ότι θα υποβάλει πρόταση στην
ΕΕ για κοινή νομοθεσία ώστε να προστατευτεί κάθε
Κράτος Μέλος από αυτήν την «εκμετάλλευση».
Σύμφωνα με την εγκύκλιο, οι
γιατροί στα κρατικά νοσοκομεία πρέπει να
αρνούνται κάθε υγειονομική μέριμνα εκτός
εκτάκτων περιστατικών και να αναφέρουν το
γεγονός στην αστυνομία όταν κάποιος
λαθρομετανάστης ζητά οποιουδήποτε είδους
ιατρική φροντίδα. Μια τέτοια πολιτική,
προειδοποιούν οι υπέρμαχοι των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων, θα αποθαρρύνει τους
λαθρομετανάστες από το να ζητήσουν οποιαδήποτε
ιατρική φροντίδα λόγω του φόβου ότι οι γιατροί θα
τους αποκρούσουν ή θα τους καταδώσουν στην
αστυνομία. Όσοι είναι άρρωστοι θα αγνοήσουν τα
συμπτώματα μέχρι να είναι πολύ αργά, ενώ σε
μερικές περιπτώσεις μπορεί να αποτελέσουν
κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
Είναι αβέβαιο, ωστόσο, το αν οι
γιατροί στα κρατικά νοσοκομεία θα τηρήσουν αυτήν
τη νέα πολιτική. Σε συνέντευξή του στην αγγλόφωνη
ημερήσια εφημερίδα Athens News (29 Ιουλίου 2000), ο
πρόεδρος της Ένωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθηνών
και Πειραιώς (ΕΙΝΑΠ) Στάθης Τσούκαλος χαρακτήρισε
«απάνθρωπη» την απόφαση του Υπουργείου Υγείας
και Κοινωνικών Υποθέσεων και είπε ότι είναι
απίθανο να αρνηθούν ποτέ οι γιατροί να
περιθάλψουν μετανάστες με βάση το καθεστώς
παράνομης διαμονής τους, ή και να αναφέρουν στην
αστυνομία αυτές τις περιπτώσεις.
Λαθρομετανάστες στην
Ελλάδα
Αλλοδαποί από τη γειτονική
Αλβανία, τη Ρουμανία και άλλες χώρες της
Ανατολικής Ευρώπης και από χώρες μακρινές όπως
οι Φιλιππίνες, το Πακιστάν και η Νιγηρία έχουν
συρρεύσει στην Ελλάδα αναζητώντας εργασία.
Ελλείψει οποιασδήποτε επίσημης εκτίμησης,
πιστεύεται ότι οι λαθρομετανάστες αριθμούν
μεταξύ 700.000 και ενός εκατομμυρίου – σχεδόν 10 τοις
εκατό του πληθυσμού της χώρας.
Οι Έλληνες αγρότες στηρίζονται
όλο και περισσότερο στους μετανάστες από την
Ανατολική Ευρώπη – για να κάνουν δουλειές που οι
ντόπιοι δεν θέλουν πλέον. Αναρίθμητες
οικογένειες της μέσης και ανώτερης τάξης
απασχολούν οικιακούς βοηθούς, κυρίως γυναίκες
από τις Φιλιππίνες. Υπάρχουν επίσης εκατοντάδες
μετανάστες, εγκατεστημένοι από καιρό, που έχουν
ανοίξει δικές τους επιχειρήσεις, όπως αφρικανικά
κομμωτήρια, ινδικά εστιατόρια, κινεζικά
καταστήματα ρούχων στην περιοχή του κέντρου,
κ.ο.κ.
Οι περισσότεροι μετανάστες
εργαζόμενοι στην Ελλάδα δεν έχουν άδειες
παραμονής ή εργασίας και ζουν με τον καθημερινό
φόβο ότι θα απελαθούν αν συλληφθούν από την
αστυνομία. Οι μετανάστες εργαζόμενοι
αντιμετωπίζουν επίσης τα εχθρικά αισθήματα της
κοινής γνώμης, τα οποία, σύμφωνα με τις εγχώριες
οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα,
υποδαυλίζουν οι εθνικιστικές πολιτικές και οι
αβάσιμοι ισχυρισμοί ότι οι ξένοι παίρνουν τις
δουλειές και ότι ευθύνονται για την αναφερόμενη
αύξηση της εγκληματικότητας. Οι επίσημες
αστυνομικές εκθέσεις, όμως, δεν δείχνουν καμία
θετική συσχέτιση ανάμεσα στον αριθμό των
μεταναστών στην Ελλάδα και στην εγκληματικότητα.
Ωστόσο η αστυνομία,
αντιμετωπίζοντας αυξανόμενη πίεση από τα δεξιά
κόμματα της αντιπολίτευσης να πατάξει την
εγκληματικότητα, το περασμένο καλοκαίρι
πραγματοποίησε μαζικές επιχειρήσεις -σκούπα με
στόχο την απέλαση λαθρομεταναστών. Εκατοντάδες
αστυνομικοί, ντυμένοι με εξοπλισμό καταστολής
ταραχών, εισέβαλλαν σε δημόσια λεωφορεία και
περιπολούσαν στους δρόμους, σταματώντας
οποιονδήποτε έμοιαζε με ξένο. Σήμερα, τέτοιες
τακτικές συνεχίζονται, σχεδόν καθημερινά, αλλά
σε πολύ μικρότερη κλίμακα. Αντιρατσιστικές
οργανώσεις και οργανώσεις μεταναστών
καταδικάζουν τους αυθαίρετους ελέγχους και τις
ομαδικές συλλήψεις μεταναστών ως «βάρβαρες» και
λένε ότι χρησιμεύουν μόνο για να σκορπούν τον
πανικό στους μετανάστες και να τρέφουν την
ξενοφοβία και το ρατσισμό.
Η νομιμοποίηση
Η πρώτη και μοναδική κίνηση
νομιμοποίησης εγκαινιάστηκε το 1998 και σήμερα
βρίσκεται στις τελικές φάσεις της έκδοσης
Πράσινης Κάρτας (άδεια παραμονής περιορισμένης
διάρκειας) σε περίπου 220.000 μετανάστες. Εκτιμάται
ότι συνολικά 375.000 μετανάστες εγγράφηκαν στον
Οργανισμό Απασχόλησης Ανθρώπινου Δυναμικού
(ΟΑΕΔ) προκειμένου να υποβάλουν αίτηση για την
Πράσινη Κάρτα. Όμως πάνω από 150.000 από εκείνους που
εγγράφηκαν δεν κατάφεραν να υποβάλουν την αίτησή
τους για Πράσινη Κάρτα, σε μεγάλο βαθμό λόγω του
υπερβολικά γραφειοκρατικού κρατικού συστήματος.
Το κύριο εμπόδιο για την υποβολή αίτησης για
Πράσινη Κάρτα ήταν η υποχρεώση να συγκεντρώσουν
ασφαλιστικά ένσημα 40 ημερών, λόγω της
διαδεδομένης απροθυμίας των εργοδοτών να
ασφαλίσουν τους μετανάστες εργαζομένους τους.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα
διαθέσιμα στοιχεία, υπολογίζεται ότι έχουν
εξεταστεί μέχρι σήμερα 152.000 αιτήσεις για Πράσινη
Κάρτα και έχουν εκδοθεί περίπου 148.000 κάρτες. Με
αυτούς τους αργούς ρυθμούς, η έκδοση των Πράσινων
Καρτών, που ξεκίνησε το Φεβρουάριο του 1999, θα
πάρει άλλους έξι μήνες για να ολοκληρωθεί.
Όταν απέκτησαν νομική ισχύ τα
δύο Προεδρικά Διατάγματα του 1997 που αφορούσαν
την έκδοση της Πράσινης Κάρτας, η κυβέρνηση τα
περιέγραψε ως «προοδευτικά» σε σύγκριση με άλλες
ευρωπαϊκές πολιτικές. Η πρόθεση να
νομιμοποιηθούν οι λαθρομετανάστες της χώρας
ήταν υπαρκτή, αλλά δεν έγινε πράξη, καθώς στη
συντριπτική τους πλειονότητα οι μετανάστες που
ζουν στην Ελλάδα δεν ήταν σε θέση να κάνουν χρήση
της νομιμοποίησης.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην
αγγλόφωνη ημερήσια εφημερίδα Athens News (16 Ιουλίου
2000), ο Υπουργός Εργασίας Αναστάσιος Γιαννίτσης
είπε ότι δεν εξετάζεται προς το παρόν μια δεύτερη
νομιμοποίηση. Αυτή η είδηση θορύβησε πολύ τις
οργανώσεις μεταναστών και ανθρωπίνων
δικαιωμάτων που πιέζουν για μια ‘δεύτερη
ευκαιρία’.
Στο μεταξύ, το Υπουργείο
Εσωτερικών, σε συνεργασία με τα Υπουργεία
Εργασίας, Δημόσιας Τάξης και Εθνικής Οικονομίας,
συνέταξε νομοσχέδιο για τη μετανάστευση το οποίο
επικεντρώνεται στους εποχικούς εργάτες και
περιγράφει μια διαδικασία νόμιμης εισαγωγής
εργαζομένων για απασχόληση σε προσωρινή βάση. Οι
οργανώσεις μεταναστών κάλεσαν την κυβέρνηση να
καταργήσει αυτό το νομοσχέδιο περί
μετανάστευσης, καταγγέλλοντας ότι στρέφεται
«κατά των μεταναστών». Η κύρια κριτική τους
εναντίον του νομοσχεδίου είναι ότι δεν κάνει
καμία μνεία στις Πράσινες Κάρτες, και έτσι δεν
αναφέρεται στις εκατοντάδες χιλιάδες
λαθρομετανάστες που αυτή τη στιγμή ζουν και
εργάζονται στην Ελλάδα.
Επιπλέον, το νομοσχέδιο περί
μετανάστευσης περιλαμβάνει διάφορες διατάξεις
που οι μετανάστες έχουν περιγράψει ως
«ανησυχητικές», όπως το δικαίωμα των ελληνικών
αρχών να αρνούνται την είσοδο, χωρίς να δίνουν
εξηγήσεις, σε μετανάστες που έχουν βίζα. Επίσης
το νομοσχέδιο, εάν γίνει νόμος, θα υποχρεώνει
όλους όσους προσφέρουν σε λαθρομετανάστες
υπηρεσίες, όπως γιατρούς, δασκάλους, ιδιοκτήτες
κατοικιών, να αναφέρουν αυτό το γεγονός στις
αρχές, αλλιώς θα αντιμετωπίζουν πρόστιμα μέχρι
ενός εκατομμυρίου δραχμών.
* Η Κάθυ Τζιλιβάκη είναι
δημοσιογράφος της αγγλόφωνης εφημερίδας Athens News |