Το
νέο (εθνικιστικό;) δόγμα Παπανδρέου στην
εξωτερική πολιτική
του Παναγιώτη
Δημητρά
"Το δόγμα Παπανδρέου στην
εξωτερική πολιτική" ήταν ένας τίτλος
("Εξουσία", 1η Ιουλίου) που συνόψιζε τη
συζήτηση της προηγούμενης ημέρας στο υπουργικό
συμβούλιο περί εξωτερικής πολιτικής. "Μη μας
θεωρείτε δεδομένους. Το γνωστό 'δεν διεκδικούμε,
δεν παραχωρούμε' έλαβε τέλος" πρόσθετε άλλος
τίτλος ("Επενδυτής", 1η Ιουλίου). "Τι
διεκδικούμε από την Αγκυρα: Η απόρρητη έκθεση"
ήταν η αποκλειστικότητα μιας τρίτης εφημερίδας
δυο μέρες αργότερα ("Ημερησία", 3 Ιουλίου).
Ενδιαφέρον είναι ότι αυτές οι εφημερίδες, που
δημοσίευσαν μεγάλα αποσπάσματα της συζήτησης
και σχετικά ρεπορτάζ, είναι όλες ημερήσια ή
εβδομαδιαία οικονομικά έντυπα.
"Ξαφνικά οι τόνοι ανέβηκαν σε
θέματα εξωτερικής πολιτικής και κορυφαία
κυβερνητικά στελέχη φαίνεται να αντιδικούν για
το ποιος θα εμφανιστεί πιο σκληρός έναντι της
Αλβανίας και της Τουρκίας και πιο πιεστικός
έναντι της ΠΓΔΜ σχετικά με τη συμφωνία για το
θέμα της ονομασίας" σχολίαζε λίγες ημέρες
αργότερα ο Σωτήρης Σιδέρης στην "Εξουσία" (7
Ιουλίου).
Πράγματι, ο πρώην Πρόεδρος της
Αλβανίας Σαλί Μπερίσα, που πορεύεται με
ελληνόφοβα συνθήματα προς τις τοπικές εκλογές
του ερχόμενου φθινοπώρου, μάλλον θα χαρεί πολύ με
τις προτεραιότητες της ελληνικής εξωτερικής
πολιτικής στην Αλβανία που μόλις δημοσιεύθηκαν
και που δεν μπορούν παρά να τροφοδοτήσουν τα
επιχειρήματά του. Έμφαση δίνεται, κατά σειρά,
στην ελληνική μειονότητα, στον υπόλοιπο ορθόδοξο
πληθυσμό, στο νότο και στις ελληνικές
επιχειρήσεις σε αυτήν τη χώρα, ενώ πρόκειται να
ιδρυθούν εκεί άλλα δύο ιδιωτικά ελληνικά
σχολεία. Πώς να αποφύγει η Ελλάδα, για μία ακόμα
φορά, την κατηγορία του "εξελληνισμού" του
Νότου με τέτοιες επίσημα δηλωμένες
προτεραιότητες; Η μεροληπτική προτίμηση να
βοηθηθεί, εκτός από την ελληνική μειονότητα, μόνο
ο Ορθόδοξος πληθυσμός και όχι ολόκληρος ο
πληθυσμός της Αλβανίας, πώς είναι δυνατόν να μην
φέρει σε δύσκολη θέση τον ελληνορθόδοξο
Αρχιεπίσκοπο Γιαννουλάτο, που δέχεται συχνά
επιθέσεις από τους Αλβανούς εθνικιστές ως
φερέφωνο του ελληνικού εθνικισμού στην Αλβανία;
Κατά τη συζήτηση περί
εξωτερικής πολιτικής στο υπουργικό συμβούλιο, η
Αναπληρώτρια Υπουργός Εξωτερικών Ελισάβετ
Παπαζώη παρουσίασε την ανάγκη ύπαρξης
μειονοτικής πολιτικής για την Ελλάδα. Το
επιχείρημά της, όμως, δεν ήταν ενεργητικό, ότι
δηλαδή αυτή η πολιτική απορρέει από την αφοσίωση
της χώρας στα ανθρώπινα δικαιώματα και στο
σεβασμό του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της
ελληνικής κοινωνίας. Ήταν μάλλον αντιδραστικό:
μια τέτοια πολιτική είναι απλώς η ανάγκη
αντίδρασης στη δημοσίευση διαφόρων διεθνών
εκθέσεων, βλαπτικών για την Ελλάδα. Σύμφωνα με
την κυρία Παπαζώη, η Ελλάδα θα πρέπει να
ασχοληθεί με τέτοια θέματα (μόνο) επειδή σύντομα
θα συζητούνται παντού στην Ευρώπη. Κατά σύμπτωση,
η πιο πρόσφατη και κρισιμότερη έκθεση ήταν
εκείνη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κατά του
Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI), που δόθηκε
στη δημοσιότητα λίγες ημέρες πριν τη συζήτηση
του υπουργικού συμβουλίου. Σε αυτήν, ζητήθηκε
μεταξύ άλλων από την Ελλάδα να
"ευαισθητοποιήσει το πλατύ κοινό στην
πολυπολιτισμική πραγματικότητα της ελληνικής
κοινωνίας" (ECRI, "Δεύτερη Έκθεση για την
Ελλάδα", 27 Ιουνίου 2000, σ. 4). Στη συνημμένη
απάντησή της, η Ελλάδα απέρριψε αυτή τη σύσταση.
Ισχυρίστηκε ότι η έκθεση της ECRI "φαίνεται να
αγνοεί την [ελληνική] πραγματικότητα" ενώ "η
ελληνική Κυβέρνηση και η ελληνική κοινωνία έχουν
πλήρη αντίληψη της πραγματικότητας που
επικρατεί στη χώρα… [όμως] η ελληνική Κυβέρνηση
[δεν] προσχωρεί στην αντίληψη περί
πολυ-πολιτισμικού χαρακτήρα της Ελληνικής
κοινωνίας" (σ. 28). Σε δημόσια συζήτηση (29
Ιουνίου) η κυρία Παπαζώη επέκρινε την έκθεση της
ECRI και ιδίως την έμφασή της στον πολυπολιτισμικό
χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, καθώς η ίδια,
όπως τόσοι Έλληνες, πιστεύει ότι η ελληνική
κοινωνία είναι ομοιογενής και ότι "ο ελληνικός
πολιτισμός αμύνεται με υπερηφάνεια σε μία διεθνή
πραγματικότητα αφομοίωσης".
Επιπλέον, στην ίδια συνεδρίαση
του υπουργικού συμβουλίου, ο Υπουργός Εξωτερικών
κ. Παπανδρέου εξέπληξε υποστηρίζοντας την παλιά
εθνικιστική προσέγγιση των μειονοτήτων της
Συνθήκης της Λωζάννης: οι Μουσουλμάνοι της
Ελλάδας δεν αφορούν την Τουρκία, όμως η Ελλάδα θα
πρέπει να υπερασπιστεί τα δικαιώματα των Ελλήνων
στην Τουρκία… Είπε: "Στα θέματα που αφορούν τη
μουσουλμανική μειονότητα η Τουρκία δεν μπορεί να
έχει οποιοδήποτε ρόλο ή λόγο. Είναι εσωτερικά
θέματα της χώρας μας ... Εμείς έχουμε θέσει από τη
δική μας πλευρά διάφορα θέματα προς την Τουρκία,
στο πλαίσιο των σχέσεών μας, είτε αυτό είναι το
θέμα της Χάλκης, είτε αυτό που αφορά τις
περιουσίες των Ελλήνων που ζουν εκεί, είτε το
θέμα του Οικουμενικού Πατριάρχη, για να δηλώσει
ότι από την πλευρά μας πολλά είναι τα θέματα, τα
οποία υπάρχουν στο τραπέζι των συζητήσεων και
περιμένουν ικανοποιητικές απαντήσεις από την
άλλη πλευρά".
Τις παραπάνω αναφορές στα
επιχειρήματα της κυρίας Παπαζώη και του κ.
Παπανδρέου κατά τη συνεδρίαση του υπουργικού
συμβουλίου έκανε την ίδια μέρα στην ενημέρωση
του Τύπου ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Υπουργός
Τύπου και Μέσων Ενημέρωσης Δημήτρης Ρέππας. Ο
ίδιος, απαντώντας σε ερωτήσεις για τους
"Σλαβομακεδόνες", δήλωσε ότι η Ελλάδα δεν
αναγνωρίζει καμία άλλη μειονότητα εκτός από
εκείνη που αναφέρεται στη Συνθήκη της Λωζάννης.
Τόνισε παράλληλα ότι δεν τίθεται ζήτημα να
ασχοληθεί η χώρα με τα προβλήματα των
Σλαβομακεδόνων που έχασαν την ελληνική
υπηκοότητα κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά τον
ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, κάπου πενήντα χρόνια
πριν. Το έγγραφο για το νέο δόγμα, που
παρουσιάστηκε στο υπουργικό συμβούλιο, ήταν
υποτίθεται εμπιστευτικό, διέρρευσε όμως βολικά
σε πολλές εφημερίδες. Μετά, ένα από τα άκρως
απόρρητα, όπως αναφέρεται, παραρτήματα αυτού του
εγγράφου, το οποίο δεν παρουσιάστηκε ούτε καν στη
συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, διέρρευσε
στην "Ημερησία" (3 Ιουλίου). Οι διεκδικήσεις
της Ελλάδας από την Τουρκία, σύμφωνα με αυτό το
παράρτημα, σχετίζονται όχι μόνο με την ελληνική,
αλλά ακόμα και με την αραβική ορθόδοξη
χριστιανική μειονότητα στην Τουρκία. Οι
διεκδικήσεις περιλαμβάνουν μεταρρυθμίσεις της
διαδικασίας εκλογής του Πατριάρχη και της Ιεράς
Συνόδου του, ανησυχίες για το νομικό πρόσωπο του
Πατριαρχείου και τις περιουσίες Ελλήνων στην
Τουρκία, το καθεστώς αυτονομίας για τα νησιά
Ίμβρο και Τένεδο, ακόμα και την επίσημη
αναγνώριση, ως μειονότητας, των Ορθόδοξων
Χριστιανών Αράβων ("Αντιοχέων") στα
τουρκοσυριακά σύνορα. Οι περισσότερες από αυτές
τις διεκδικήσεις είναι, τουλάχιστον τυπικά,
θεμιτές.
Εντούτοις, όταν ο Γιώργος
Παπανδρέου επιμένει ότι η Τουρκία δεν έχει
κανένα δικαίωμα να υπερασπίζεται τα δικαιώματα
της τουρκικής μειονότητας στη Θράκη, είναι
δύσκολο να υποστηρίζει η ελληνική κυβέρνηση ότι
έχει το δικαίωμα να προβάλλει τέτοιες
διεκδικήσεις απέναντι στην Τουρκία. Για να μην
πούμε ότι, εάν αυτό συμβεί, η Τουρκία μάλλον θα
ανταποδώσει με έναν εξίσου εξαντλητικό κατάλογο
διεκδικήσεων για τη μειονότητα της Θράκης.
Επίσης, η Τουρκία θα έχει ένα πλεονέκτημα: για να
στηρίξει τέτοιου είδους προβληματισμούς, εύκολα
θα μπορούσε απλώς να παραθέσει μια πληθώρα
διεθνών μη κυβερνητικών και διακυβερνητικών
εκθέσεων που έχουν αξιόπιστα διαπιστώσει
παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην
Ελλάδα. Ενώ τα προβλήματα της ελληνικής
μειονότητας στην Τουρκία έχουν μείνει σε μεγάλο
βαθμό άγνωστα στη διεθνή κοινότητα, μια και επί
δεκαετίες το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών
αποθάρρυνε την ελληνική κοινότητα στην Τουρκία
από το να στραφεί σε φορείς εκτός αυτών του
ελληνικού κράτους για να παρουσιάσει τις βάσιμες
διεκδικήσεις της.
Μπορεί επομένως να αναρωτηθεί
κανείς γιατί ο Γιώργος Παπανδρέου επέλεξε να
συνθέσει και να αφήσει να διαρρεύσει ένας
τέτοιος επιθετικός, εθνικιστικός στην πράξη,
κατάλογος προτεραιοτήτων προς την Τουρκία και
την Αλβανία, ενώ επέτρεψε στον κυβερνητικό
εκπρόσωπο να απορρίψει κατηγορηματικά τις
θεμιτές απαιτήσεις των Μακεδόνων. Δεν ήταν ο
ίδιος που, πριν ένα χρόνο, επευφημήθηκε για την
προσπάθειά του να βοηθήσει τους Έλληνες να
κατανοήσουν ότι πρέπει να συμβιβαστούν με την
ιδέα της παρουσίας Τούρκων και Μακεδόνων στη
χώρα; Η απάντηση ίσως έγκειται στην αντίδρασή του
αμέσως μετά από αυτές οι δηλώσεις πέρυσι: οι
εκτεταμένες αντιδράσεις εναντίον του τον έκαναν
να "ξεχάσει" αυτές τις θέσεις, να αποφύγει να
συναντηθεί με εκπροσώπους γνήσιων μειονοτικών
και μη κυβερνητικών οργανώσεων και να αναβάλει
επ' αόριστο την επικύρωση από την Ελλάδα της
Σύμβασης Πλαισίου για τις Εθνικές Μειονότητες.
Με προφανείς ηγετικές φιλοδοξίες μέσα στο ΠΑΣΟΚ,
που τροφοδοτούνται από πολύ υψηλή δημοτικότητα,
δεν μπορεί να φανεί να προκαλεί μια κοινή γνώμη η
οποία, όπως έδειξαν τα πρόσφατα γεγονότα γύρω από
την αναγραφή του θρησκεύματος στα δελτία
ταυτότητας, παραμένει παραδοσιακή και
εθνικιστική.
AIM (Εναλλακτικό Δίκτυο
Πληροφόρησης) Γραφείο Αθήνας,
8 Ιουλίου 2000 |