Ελληνικές
Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις : τοπίο στην ομίχλη;
του Κωστή
Παπαϊωάννου*
Είναι εύκολα διακριτή η
ανάπτυξη του χώρου των Μη Κυβερνητικών
Οργανώσεων στην Ελλάδα κατά τα τελευταία χρόνια.
Τόσο ο αριθμός τους, όσο και ο βαθμός υποστήριξης
και δημοσιότητας που απολαμβάνουν δε μπορούν να
συγκριθούν με τα μεγέθη περασμένων δεκαετιών.
Μπορεί κανείς, λοιπόν, να συμπεράνει ότι η
περίφημη σύγκλιση με τα δυτικά δεδομένα
επεκτείνεται και στον τομέα αυτόν. Θα πρέπει,
εντούτοις, να αναρωτηθούμε με ποιους όρους
γίνεται η όποια τέτοια σύγκλιση. Και είναι
πρωταρχικά ευθύνη των ίδιων των οργανώσεων να
έχουν αυτόν τον προβληματισμό διαρκώς στην
ημερήσια διάταξή τους.
Είναι, λοιπόν, ιδιαίτερα
σημαντικό για τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις να
αξιολογούν ολοένα τη θέση τους απέναντι στις
εξελίξεις, ώστε να μπορούν με βεβαιότητα να
ισχυρίζονται ότι εξυπηρετούν συγκεκριμένες
κοινωνικές και πολιτικές ανάγκες και δεν έχουν
μετατραπεί σε αυτοτροφοδοτούμενους και
ανακυκλούμενους μηχανισμούς, για τους οποίους η
λειτουργία έχει γίνει σχεδόν αποκλειστικός
αυτοσκοπός.
Ειδικά σε ό,τι αφορά τις Μη
Κυβερνητικές Οργανώσεις στην Ελλάδα, το τοπίο
είναι αρκετά θολό. Αυτή η διαπίστωση εύκολα
τεκμηριώνεται: λίγες οργανώσεις λειτουργούν με
πάγιες αρχές, προκαθορισμένες και συμβατές με
την έννοια της ανεξάρτητης οργάνωσης. Αυτές οι
οργανώσεις αντιμετωπίζουν μεγάλες διακυμάνσεις
αναφορικά με την ανταπόκριση που βρίσκουν και το
βαθμό διείσδυσης στην ελληνική κοινωνία, διότι
δεν επιδιώκουν πάντοτε και κατά κύριο λόγο να
είναι αρεστές και αποδεκτές σε κάθε δημόσια
τοποθέτηση και δράση τους.
Πιο συγκεκριμένα, πού
συνίσταται η διαπίστωση ότι το τοπίο είναι θολό;
Η όποια απάντηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη της πως
δεν έχει ούτε κατ' ελάχιστο χαρτογραφηθεί και
πολύ περισσότερο αναλυθεί προσεκτικά αυτό το
τοπίο. Όσοι κατάλογοι των Μη Κυβερνητικών
Οργανώσεων έχουν σχηματιστεί, παρουσιάζουν
πολλά προβλήματα, γιατί περιλαμβάνουν
διαφορετικές και τελείως ανομοιογενείς συχνά
οργανώσεις, ή δεν παρέχουν αρκετά στοιχεία.
Εξάλλου, μοιάζει ότι και ο ίδιος ο ορισμός της Μη
Κυβερνητικής Οργάνωσης δεν είναι σαφής και
κοινός για όλους. Έτσι, για παράδειγμα, η εκκλησία
είναι για αρκετούς συμβατή με το δικό τους
ορισμό, ενώ για άλλους απέχει πολύ από το να
πληροί τα κριτήρια μιας τέτοιας οργάνωσης
(στόχοι, οργανωτική δομή, μέσα, οικονομικά).
Παρόλα αυτά, ορισμένες βασικές επισημάνσεις
εύκολα μπορούν να γίνουν. Και, δυστυχώς, θα είναι
μάλλον δυσάρεστες.
Είναι πάμπολλες οι οργανώσεις –
σφραγίδες, που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν και
δεν έχουν παρουσιάσει δράση τόση και τέτοια
(συχνά η δράση τους είναι ανύπαρκτη), ώστε να
δικαιολογούν την καταγραφή τους ανάμεσα στις Μη
Κυβερνητικές Οργανώσεις. Εντούτοις, συμμετέχουν
σε διαδικασίες που δεσμεύουν και άλλες
οργανώσεις ή χρηματοδοτούνται στο όνομα της
ανύπαρκτης δράσης τους.
Εξάλλου, τίθεται ευθέως για
πολλές οργανώσεις ζήτημα εσωτερικής
δημοκρατίας. Μπορούν προσωποπαγή μορφώματα, με
μονολιθικά πάγια και ποτέ εναλλασσόμενη δημόσια
εκπροσώπηση να αποτελούν τροχό της κοινωνίας των
πολιτών; Μπορεί το απόλυτο έλλειμμα δημοκρατικών
διαδικασιών, εσωτερικού διαλόγου και
αντίστοιχης ανάδειξης στελεχών να αναδείξει τις
αναγκαιότητες που ώθησαν στη δημιουργία της
όποιας οργάνωσης και να κινητοποιήσει σε
κοινωνική δράση; Μπορεί εντέλει μια οργάνωση να
μην έχει μέλη που ελέγχουν τη λειτουργία της,
αλλά να βασίζεται αποκλειστικά σε μηχανισμούς
και δομές επαγγελματικών ή ημιεπαγγελματικών
στελεχών;
Και αν ξεπεράσουμε αυτά τα
ζητήματα, ερχόμαστε σε δύο από τα σημαντικότερα.
Το πρώτο είναι οι σχέσεις με το κράτος.
Κατά τη γνώμη μου, το σκεπτικό
που πρέπει να συνοδεύει τη δημιουργία μιας Μη
Κυβερνητικής Οργάνωσης είναι η επισήμανση ενός
κενού (την ύπαρξη του οποίου χρεώνεται το κράτος,
η κοινωνία ή όποιος άλλος), η πίεση για την
πλήρωσή του και τέλος, η προσωρινή, και για όσο
διάστημα οι προαναφερθέντες υπεύθυνοι αδρανούν,
προσπάθεια το κενό να το καλύψει η δράση της
οργάνωσης, των μελών και των εθελοντών της. Αν
ξεκινάμε ανάποδα, αν δηλαδή δεν πιέζουμε κανέναν
υπεύθυνο να αναλάβει τις απαραίτητες ενέργειες
για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα που
ευαισθητοποίησε εμάς, έχουμε κάνει το πρώτο
λάθος. Γινόμαστε εμείς αρμόδιοι – αναρμόδιοι για
κοινωνικά ή άλλα προβλήματα, απαλλάσσουμε την
πολιτεία από τις καίριες ευθύνες της και
ουσιαστικά δεν πλησιάζουμε καθόλου στην
επίτευξη το αρχικού μας στόχου.
Το προαναφερθέν σκεπτικό
προϋποθέτει τη βούληση της οργάνωσης να έρθει σε
μικρή ή μεγάλη αντιπαράθεση με το κράτος, να
καταγγείλει τις αμέλειες ή τις επιλογές του, να
πιέσει δραστικά για να επανορθωθούν. Και για να
μην παρερμηνευθούν αυτά, δε σημαίνουν ότι κάθε
μικρός ή μεγάλος σύλλογος πολιτών, κάθε
πρωτοβουλία έστω και τοπική, θα πρέπει να
μετατραπούν σε αντάρτικα πόλης ή ομάδες
αποφασισμένων ακτιβιστών. Απλώς θα πρέπει, θεωρώ,
να γνωρίζουν και να δηλώνουν ευθαρσώς και σε κάθε
περίπτωση ποιος ή τι φταίει για το ζήτημα που ως
Μη Κυβερνητική Οργάνωση έχουν θέσει ως
αντικείμενό τους. Ο επιμερισμός των ευθυνών και η
πίεση για την ανάληψη δεσμεύσεων αποτελούν
τμήματα της παρέμβασης οργανωμένων ομάδων
πολιτών που δεν επιθυμούν να μετατραπούν σε
καλόψυχους φιλάνθρωπους περασμένων αιώνων.
Διαβαίνοντας το θολό τοπίο, το
επόμενο βήμα στις σχέσεις των Μη Κυβερνητικών
Οργανώσεων με το κράτος έχει να κάνει με την
άμεση εξάρτηση από τις επιλογές του, που σε
ορισμένες πρόσφατες περιπτώσεις μετατράπηκε σε
υποκατάσταση λειτουργιών της κρατικής
πολιτικής, όπως για παράδειγμα της εξωτερικής.
Πώς διαφοροποιούνται οι οργανώσεις από τα
κρατικά – εθνικά ανθρωπιστικά προγράμματα, όταν
απλώς χρηματοδοτούνται για να τα διεκπεραιώσουν;
Εκτός και αν δε θέλουν να διαφοροποιηθούν. Αλλά
τότε, προς τι η προβολή του Μη Κυβερνητικού
χαρακτήρα τους; Προφανώς το πρόβλημα δεν είναι
μόνο ελληνικό, έχει ανακύψει σε πολλές χώρες,
ακόμα και με μεγαλύτερη παράδοση Μη Κυβερνητικών
Οργανώσεων από τη δική μας. Έχει επίσης τεθεί και
σε σχέση με το ρόλο των διεθνών ή εθνικών Μη
Κυβερνητικών Οργανώσεων απέναντι στις
παρεμβάσεις και τα ανθρωπιστικά προγράμματα του
ΟΗΕ και άλλων διακυβερνητικών οργανισμών και
φορέων. Μας ενδιαφέρει η ελληνική – βαλκανική
του εκδοχή; Αν ναι, τότε δεν μπορεί παρά να
είμαστε αυστηροί με εαυτούς και αλλήλους, όταν
παραβιάζονται στοιχειώδεις κανόνες
ανεξαρτησίας και αμεροληψίας στις δράσεις.
Το θέμα αυτό συνδέεται, βέβαια,
άμεσα και με το πλαίσιο χρηματοδότησης, και δη
από θεσμικούς – κρατικούς πόρους. Ακούγονται και
καταγγέλλονται πολλά για το καθεστώς
αδιαφάνειας που περιβάλλει τους όρους
χρηματοδότησης των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων,
και κυρίως για δράσεις εκτός των συνόρων.
Φαίνεται όμως πως αυτό το καθεστώς βολεύει
αρκετούς και από τις δύο πλευρές. Τα ερωτήματα
και πάλι ανακύπτουν: αποδεχόμαστε ως Μη
Κυβερνητική μια οργάνωση που χρηματοδοτείται
αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά από
θεσμικούς πόρους; Αν ναι, ποια άλλη διαδικασία
ελέγχου υπάρχει, η οποία να εγγυάται την
ανεξαρτησία της;
Φυσικά, αντίστοιχοι
προβληματισμοί υπάρχουν και για τη σχέση των Μη
Κυβερνητικών Οργανώσεων με το ιδιωτικό κεφάλαιο
και γενικότερα τον ιδιωτικό τομέα. Η
χρηματοδότηση συνιστά το βασικότερο μοχλό
πίεσης και εξάρτησης, δεσμεύει τις οργανώσεις με
τρόπους, διαπλοκές και υπόγειες διαδρομές που
δύσκολα ανιχνεύονται. Το ακόμα χειρότερο είναι η
παραβίαση ακόμα και προφανών αρχών δεοντολογίας
στη χρηματοδότηση. Ακούμε, λοιπόν, για οργανώσεις
προστασίας του περιβάλλοντος που ενισχύονται
από εταιρίες πετρελαίου, για οργανώσεις
προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που
χρηματοδοτούνται από πολυεθνικές εταιρίες οι
οποίες (εταιρίες) βαρύνονται με παραβιάσεις
ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε άλλες χώρες. Τελευταία
μάλιστα, που οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και η
κοινωνία των πολιτών είναι της μόδας, αρκετές
εταιρίες χτίζουν τις δικές τους
"θυγατρικές" οργανώσεις και τις βαφτίζουν
κοινωνικές, Μη Κυβερνητικές και πάει λέγοντας.
Έχουν θέση οι υπόλοιπες οργανώσεις απέναντι σε
όλα αυτά; Θα πρέπει να έχουν, κατά τη γνώμη μου,
διότι κάθε φορά που μια τέτοια πληροφορία βλέπει
το φως της δημοσιότητας η κριτική και η λάσπη
πέφτει επί δικαίων και άδίκων.
Από αυτές τις τελευταίες
σκέψεις, αυτόματα περνάμε στο επόμενο βασικό
ερώτημα: πόσο είναι πρωταρχικός σκοπός των
οργανώσεών μας η γενική κοινωνική αποδοχή;
Μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι η ίδια
η κοινή γνώμη και εκφράσεις του κοινωνικού
συνόλου παραβιάζουν στοιχειώδη δικαιώματα; Αν
είναι μια φορά δύσκολο να αποστασιοποιηθούμε από
τακτικές ή πολιτικές του κράτους και του
ιδιωτικού κεφαλαίου, μοιάζει για πολλές Μη
Κυβερνητικές Οργανώσεις πολύ δυσκολότερο να
θίξουν κοινωνικές ατέλειες και αντιλήψεις που
αντιτίθενται στους στόχους τους. Είτε
αναφερόμαστε σε ατομικές συμπεριφορές που
σχετίζονται με το περιβάλλον, είτε (ακόμα
χειρότερα) σε συμπεριφορές και αντιλήψεις
απέναντι σε μειονότητες και κάθε λογής εν
δυνάμει θύματα παραβιάσεων δικαιωμάτων, η
κοινωνία και η περίφημη κοινή γνώμη δε μπορεί να
μένει στο απυρόβλητο. Στο κάτω κάτω της γραφής, οι
Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις έχουν και έναν
παιδευτικό ρόλο να επιτελέσουν απέναντι στο
κοινωνικό τους ακροατήριο.
Ας μην ξεχνάμε ότι τα ελληνικά,
όπως και όλα τα εθνικά τμήματα διεθνών Μη
Κυβερνητικών Οργανώσεων, έχουν και άλλον ένα
βραχνά. Πρέπει να εξισορροπήσουν μεταξύ του
διεθνούς τους χαρακτήρα και της καθημερινής τους
λειτουργίας σε εθνικό επίπεδο. Αν οι πολιτικές,
κοινωνικές, εθνικές και άλλες αγκυλώσεις
επικρατήσουν ως κριτήρια χάραξης της πολιτικής
τους, κινδυνεύουν να γίνουν πρόσκαιρα
πρωτοσέλιδοι ήρωες, που θα έχουν όμως χάσει ό,τι
πολυτιμότερο διέθεταν: την χωρίς σύνορα
αντιμετώπιση των προβλημάτων. Φυσικά, από την
άλλη πλευρά, η αυτοματική και μηχανιστική
εφαρμογή της διεθνούς τους πολιτικής, χωρίς
ενεργό συμμετοχή στη διαμόρφωσή της, απειλεί να
τις μετατρέψει σε πρακτορεία και αντιπροσωπείες
διεθνών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Η ισορροπία
είναι συχνά δύσκολη και η πρόκληση τεράστια και
ενίοτε ισχυρότερη από τις αντιστάσεις προσώπων
και οργανώσεων ( ο πόλεμος της Γιουγκοσλαβίας και
η στάση αρκετών οργανώσεων ελπίζω να μας δίδαξε
πολλά ).
Τελειώνοντας, είναι απαραίτητες
δύο διευκρινίσεις. Δε νομίζω πως η ορθή μέθοδος
αντιμετώπισης των προαναφερθέντων προβλημάτων
και κινδύνων είναι η καταφυγή σε πουριτανικές
λογικές που θα οδηγούσαν τις Μη Κυβερνητικές
Οργανώσεις σε καθεστώς τίμιας πλην όμως αζήτητης
κόρης. Το ζητούμενο είναι η καταγραφή και τήρηση
στοιχειωδών κανόνων δεοντολογίας, που θα
επιτρέπουν τη δημιουργική αλλά και ξεκάθαρη
σχέση με την κοινωνία, το κράτος και τις
ιδιωτικές επιχειρήσεις. Το δεύτερο ζήτημα που
πρέπει να είναι σαφές είναι πως η όποια κριτική
απέναντι σε επιμέρους ή και γενικότερες επιλογές
κάποιων οργανώσεων δε μπορεί να οδηγεί σε
συνολική, αυθαίρετη και σχεδόν τυφλή απαξίωση
των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων συλλήβδην.
Τέτοιες απόψεις έχουν δει το φως της
δημοσιότητας (με διατυπώσεις του τύπου "οι
περίφημες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις τι κάνουν
για τούτο ή εκείνο το ζήτημα;") και απλώς
εκθέτουν τους φορείς τους.
Η συζήτηση αυτή έχει πολύ δρόμο
μπροστά της και μπορούμε να συνεισφέρουμε όλοι,
είτε δρούμε στο πλαίσιο κάποιας οργάνωσης είτε
όχι. Απλώς, είναι πλέον αρκετά τα δείγματα τόσο
της δυναμικής των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων όσο
και του σαθρού εδάφους που απειλεί να
αντιστρέψει αυτή τη δυναμική. Αυτά τα δείγματα ας
τα δούμε σοβαρά.
Αθήνα Ιούλιος 2000
* Ο Κωστής
Παπαϊωάννου είναι Πρόεδρος του Ελληνικού
Τμήματος Διεθνούς Αμνηστίας |