27 - 06 - 2001







ΕΝΑΣ ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΜΙΣΑΛΛΟΔΟΞΙΑΣ


Του ΚΩΣΤΑ Ε. ΜΠΕΗ



Με την πρόσφατη συνταγματική αναθεώρηση κατοχυρώθηκε πλέον και στον τόπο
μας, ως θεμελιακό δικαίωμα του ανθρώπου, το δικαίωμα άρνησης παροχής
στρατιωτικής θητείας (ήδη άρθρο 4 § 6 του αναθεωρημένου Συντάγματος). Είναι
μια κατάκτηση του πολιτισμού των ελεύθερων κοινωνιών, που -ειδικά στην
Ελλάδα- επιτεύχθηκε με πόνο και αίμα, στο διάστημα μιας πορείας εξήντα,
περίπου, ετών. Σ' αυτό το διάστημα, ως αντιρρησίες συνείδησης (σχεδόν
αποκλειστικώς Μάρτυρες του Ιεχωβά) δύο στήθηκαν μπροστά στο εκτελεστικό
απόσπασμα και θανατώθηκαν, πέντε βασανίστηκαν έως θανάτου, 42
καταδικάστηκαν σε θάνατο, 26 καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη, 68
εξορίστηκαν και περισσότεροι από 3.000 εξέτισαν ποινές φυλάκισης ή και
κάθειρξης έως και 14 ετών.

Τον τραγικό τούτο απολογισμό έλαβε ο συντάκτης αυτών των γραμμών από τον
Βασίλη Δεδότση, ο οποίος δαπάνησε εννέα χρόνια της ζωής του σε διάφορες
φυλακές της χώρας, για την ίδια αιτία. Και εκείνος μεν, με ήρεμη συνείδηση
για την ευτυχή κατάληξη της συνταγματικής κατοχύρωσης, είχε την ευγενική
πρωτοβουλία να μου γνωστοποιήσει τον προαναφερόμενο απολογισμό,
ευχαριστώντας αυτήν εδώ τη στήλη για τη δική της μικρή συμβολή καθ' οδόν
προς αυτή την κατάκτηση. Εγώ όμως ένιωσα να με κατακλύζουν συναισθήματα
αμηχανίας και ντροπής, καθώς αναθυμήθηκα τον μακαρίτη τον πατέρα μου. Ηταν
άνθρωπος με δημοκρατικές αρχές και διακριτική χριστιανική ευσέβεια. Μ' όλον
τούτο, ήταν υποχρεωμένος ν' αγορεύει, ως εισαγγελέας, κατακεραυνώνοντας
τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, κάθε φορά που τα όργανα Ασφαλείας προσήγαν στην
Εισαγγελία κάποιους, με την χαλκευμένη κατηγορία του προσηλυτισμού, γιατί
-από πόρτα σε πόρτα- προσπαθούσαν να γράψουν συνδρομητές στο περιοδικό τους.

Ποιο νόημα έχει να τ' αναθυμάσαι; -με ρώτησε φίλος, που του τα διηγήθηκα.
Πρασμένα-ξεχασμένα! Κι όμως, ούτε περασμένα είναι, μήτε ξεχασμένα μπορούν
να τα θεωρούν κάποιοι συμπολίτες μας που, ακόμη και στις μέρες μας,
σέρνονται στα δικαστήρια και καταδικάζονται από απερίσκεπτους κριτές, που
δεν μπορούν ή δεν θέλουν να συνειδητοποιήσουν πως ένας νόμος δεν πρέπει να
εφαρμόζεται όταν είναι αντίθετος στο Σύνταγμα ή σε διεθνή σύμβαση, την
οποία η Ελλάδα έχει κυρώσει κι έχει καταστήσει εσωτερικό, εθνικό της
δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος.

Πιο πρόσφατη, από τις γνωστές σε μένα τέτοιες περιπτώσεις, είναι εκείνη της
Χαράς Καλομοίρη. Πριν από οκτώ χρόνια η Χαρά, μαζί μ' άλλους φίλους, που
τους συνδέουν κοινά ενδιαφέροντα και οράματα, αγόρασαν ένα κτήμα στο
Χολομώντα της Χαλκιδικής, ζήτησαν κι έλαβαν νόμιμη οικοδομική άδεια και -με
προσωπική σκληρή εργασία όλων- άρχισαν να χτίζουν συγκρότημα κατοικιών.
Κάποιος σπιούνος -ο απεχθής αυτός καρπός της βαλκανικής μιζέριας δεν έπαψε
να κάνει αισθητή την παρουσία του στην ύπαιθρο- τους κάρφωσε στους
επιχώριους ιεροκάπηλους. Εκείνοι, σε πρώτη φάση, ξεσήκωσαν κάποιους
φωνακλάδες από τα ημιμαθή κι ανασφαλή λαϊκά στρώματα της περιοχής. Εγιναν
οι σχετικές λαοσυνάξεις των σταυρωτών. Κι όπως συμβαίνει σε τέτοιες
περιπτώσεις, αξιώθηκε να κινηθεί ποινική δίωξη, επειδή οι επήλυδες είχαν
τολμήσει να τελούν βουδιστικές λατρευτικές πράξεις σ' αυτόν τον οικισμό,
δίχως την άδεια του επιχώριου μητροπολίτη.

Είναι αλήθεια ότι, στη διάρκεια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, ανάμεσα
σ' άλλες αυταρχικές νομοθετικές ρυθμίσεις, θεσπίστηκε και η ποινική δίωξη
όσων τολμούν να τελούν λατρευτικές πράξεις δίχως να έχουν προηγουμένως την
άδεια του οικείου μητροπολίτη της κρατικής Εκκλησίας (1 § 3 β.δ.
20.5/2.6.1939). Και είναι ακόμη αλήθεια, πως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα
Δικαιώματα του Ανθρώπου επιτρέπει κάποιου νομοθετικούς περιορισμούς στο
θεμελιακό δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης λατρευτικών πράξεων. Ομως, αυτούς
τους περιορισμούς ανέχεται η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του
Ανθρώπου μόνον εφόσον -και στην έκταση- που, κατ' εφαρμογήν της αρχής της
αναλογικότητας (ήδη άρθρο 25 § 1 του αναθεωρημένου Συντάγματος) είναι
αναγκαίοι, μέσα στους κόλπους δημοκρατικής κοινωνίας, για χάρη της δημόσιας
ασφάλειας, της προάσπισης της δημόσιας τάξης, της υγείας και της ηθικής,
καθώς και για χάρη της ακώλυτης άσκησης από τους άλλους συνανθρώπους μας
των δικών τους δικαιωμάτων και ελευθεριών (άρθρο 9 § 2 ευρΣΔΑ).

Κάθε φρόνιμος και αμερόληπτος δικαστής, που κάποτε κλήθηκε να δικάσει
συμπολίτες μας, επειδή τόλμησαν να λατρέψουν τον Θεό με τη δική τους
ιδιαιτερότητα, δίχως την προηγούμενη άδεια του επιχώριου μητροπολίτη της
κρατικής Εκκλησίας, θά 'πρεπε νά 'χε αναρωτηθεί, αν αυτή η άδεια βρίσκεται
μέσα ή έξω από την οριοθέτηση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του
Ανθρώπου. Το ότι δεν το συνειδητοποίησαν στα πρώτα χρόνια που ανέκυψε το
ερμηνευτικό πρόβλημα είναι κάτι για το οποίο πρέπει να έχουμε κατανόηση.
Και τούτο, για λόγους τόσο οδυνηρούς για την αξιοπιστία της απονομής της
δικαιοσύνης στον τόπο μας, ώστε να μην έχει νόημα να τους αναμοχλεύουμε.

Ομως επακολούθησαν οι απανωτές καταδίκες της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό
Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στο Στρασβούργο, ακριβώς επειδή η
προαναφερόμενη ελληνική νομοθεσία είναι αντίθετη στη σύμβαση και παραβιάζει
το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας των μειονοτήτων. Μ' όλον τούτο, τα
ελληνικά δικαστήρια, με προεξάρχοντα τον Αρειο Πάγο, συνέχισαν να θεωρούν
αυτή τη νομοθεσία ως εναρμονισμένη με τη θρησκευτική ελευθερία, έτσι όπως
την κατοχυρώνουν το Σύνταγμα (άρθρο 13 § 1) και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα
Δικαιώματα του Ανθρώπου (άρθρο 9).

Φυσικά, θα ηχούσε ως φάρσα, αν έθετε κάποιος το ερώτημα, γιατί κανένα κόμμα
δεν τόλμησε να φέρει στη Βουλή σχέδιο ή πρόταση νόμου για την κατάργηση της
προαναφερόμενης νομοθεσίας της δικτατορίας Μεταξά, βάσει της οποίας
επανειλημμένα έχει καταδικαστεί η Ελλάδα στο Στρασβούργο για βάναυση
προσβολή της θρησκευτικής ελευθερίας των μειονοτήτων στον τόπο μας.

Πώς ν' αναμένει κάποιος κάτι τέτοιο, όταν ο πολιτικός κόσμος, όμηρος των
εκβιασμών του εκκλησιαστικού κατεστημένου και του αντίστοιχου πολιτικού
δέους και παρά την σχετικώς πρόσφατη καταδίκη της Ελλάδας στο Στρασβούργο,
δεν τολμά να φέρει στη Βουλή ούτε καν σχέδιο ή πρόταση νόμου για την
αναγνώριση της Καθολικής Εκκλησίας, καθώς και κάθε άλλης μεγάλης ή μικρής
θρησκευτικής κοινότητας, ως ικανών οργανισμών να είναι υποκείμενα
ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων;

Μ' αυτά τα δεδομένα, θα ήταν προδήλως άδικο να ρίξει κάποιος τον λίθο του
αναθέματος εναντίον των πλημμελειοδικών που καταδίκασαν τη Χαρά Καλομοίρη
σε δύο μηνών φυλάκιση, επειδή -δίχως την προηγούμενη άδεια του επιχώριου
μητροπολίτη- τόλμησε με τους συντρόφους της να κατευθύνει τη σκέψη της,
καθώς και τη λατρευτική εκδήλωση εκείνης, στο Μεγάλο Υπερβατικό Αγνωστο, με
την ιδιαιτερότητα της δικής της βουδιστικής πίστης. Με τέτοια πάγια
νομολογιακή στρέβλωση, τέτοιες αποφάσεις μπορούν ν' αναμένονται.

Είναι μακρύς ακόμη ο δρόμος, ώσπου να γίνει και στον δικό μας τόπο κοινή
συνείδηση, πως το «ελεύθερον» είναι το κατ' εξοχήν «χριστιανικό». Και ότι
το «ελληνικό» εντοπίζεται πρωτίστως μέσα σ' αυτό το «ελεύθερον». Μα, προ
παντός, ότι το «δίκαιον» δεν ταυτίζεται αναγκαίως με το «πολιτικώς ή
εθνικώς σκόπιμον»...

Κι όμως! Με τους δικούς της αργούς ρυθμούς η χώρα κάνει βήματα προς τα
μπρος. Με την απόφαση 886/2001 του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η
υπόθεση της Χαράς Καλομοίρη παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου,
προκειμένου να κριθεί, ως γενικότερης σημασίας πρόβλημα, η διάσταση της
ελληνικής νομολογίας μ' εκείνην του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, αναφορικά
με την αντίθεση της προαναφερόμενης νομοθεσίας της δικτατορίας Μεταξά με
την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Είναι ήδη ένα ακόμη
αξιόλογο βήμα, καθώς -με τους δικούς μας αργούς ρυθμούς- βγαίνουμε σταδιακά
από το τέλμα της καθ' ημάς Ανατολής.



ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 27/06/2001