ΕΠΣΕ

26 - 01 - 2001


Αντίστοιχη σελίδα στα Αγγλικά





 

ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Αθήνα, 26 Ιανουαρίου 2001

 

ΠΟΡΙΣΜΑ

Υπόθεση υπ’ αριθ. 11128/2000

 

Στις 17/7/2000 περιήλθε στον Συνήγορο του Πολίτη, μέσω του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι, αναφορά των κκ. Παναγιωτόπουλου Γεωργίου, Χαλιλόπουλου Διονυσίου και Καλογερόπουλου Κωνσταντίνου (Σχετικό 1) με την οποία αυτοί διαμαρτύρονταν για την αιφνιδιαστική πρωτοβουλία που ανέλαβε ο Δήμος Ασπροπύργου για την κατεδάφιση των προχείρων παραπηγμάτων του οικισμού Ρομά (τσιγγάνων), δίπλα στην χωματερή Ασπροπύργου, στον οποίο διέμεναν μαζί με πολλούς άλλους ομόφυλούς τους εδώ και έτη οι ίδιοι και οι οικογένειές τους, καθώς και για την βίαια αποβολή τους από την εν λόγω έκταση.

Συγκεκριμένα, όπως καταγγέλλουν, το πρωϊ της 14ης 7ου 2000, συνεργείο της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου Ασπροπύργου, εξοπλισμένο με εκσκαπτικό μηχάνημα (μπουλντόζα) και συνεπικουρούμενο από αστυνομική δύναμη του τοπικού αστυνομικού τμήματος, κατεδάφισε, παρόντος του Δημάρχου κ. Γ. Λιάκου, οικίσκους και παραπήγματα του καταυλισμού που υπήρχε μέχρι τότε δίπλα στην χωματερή, εντός της διοικητικής περιφέρειας του Δήμου Ασπροπύργου και σε γαίες ιδιοκτησίας αυτού. Της κατεδάφισης διέφυγαν, σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, μόνον οκτώ παραπήγματα τα οποία κατοικούνταν από πρόσωπα υπέργηρα ή με προβλήματα υγείας που δεν τους επέτρεπαν να μετακινηθούν άμεσα. Και σε αυτά τα πρόσωπα όμως δόθηκε προφορικά προθεσμία τριών ημερών να αποχωρήσουν από την περιοχή.

 Απαντώντας στις διαμαρτυρίες των εκπροσώπων της μη κυβερνητικής οργάνωσης “Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι” προς τον Δήμο και τον τοπικό αστυνομικό διευθυντή σχετικά με το γεγονός ότι τα κατεδαφισθέντα οικήματα αποτελούσαν τις μόνες και μόνιμες κατοικίες πολλών και πολυπληθών οικογενειών Ρομά, ο αντιδήμαρχος κ. Μπαζίγος ισχυρίσθηκε ότι δεν έλαβε χώρα κατεδάφιση κατοικιών αλλά μόνον καθαρισμός του χώρου από απορρίμματα. Ο ισχυρισμός αυτός επανελήφθη και σε κάθε επαφή, έγγραφη ή προφορική, του Συνηγόρου του Πολίτη με τον Δήμο Ασπροπύργου.

Συγκεκριμένα, τις αμέσως επόμενες του συμβάντος ημέρες, η επαφή με τον Δήμαρχο ή τους αντιδημάρχους στάθηκε αδύνατη διότι παρά τις τηλεφωνικές εκκλήσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, αυτοί απέφυγαν να συνομιλήσουν μαζί μου ή με κάποιον συνεργάτη μου. Γι΄ αυτό απεστάλη κατεπειγόντως στις 25.7.2000 προς τον Δήμο η υπ’ αριθ. πρωτ. 11128/00/2.1 τηλεομοιοτυπική επιστολή μου (Σχετικό 2) με την οποία επαναλαμβάνονταν και εγγράφως τα ερωτήματα αυτά, ιδίως δε το εάν για την πρωτοβουλία αποβολής των Ρομά από τις εν λόγω δημοτικές γαίες και την κατεδάφιση των προχείρων κατοικιών τους τηρήθηκε ο κατά νόμον επιβεβλημένος διαδικαστικός τύπος και, ειδικότερα, η, προβλεπόμενη από τις διατάξεις του Ν.Δ. 31/1968, του Ν.Δ. 263/1968 και του Ν. 2307/1995, προηγούμενη έκδοση από το οικείο Δημοτικό Συμβούλιο και κοινοποίηση στους αυτογνωμόνως καταλαβόντες τη δημοτική γη σχετικού πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, ώστε να είναι δυνατή η άμυνα των τελευταίων δια της άσκησης του οικείου ενδίκου βοηθήματος. Στην ίδια δε επιστολή επισημαινόταν ρητά το ενδεχόμενο οι εν λόγω υλικές ενέργειες των υπηρεσιών του Δήμου να συνιστούν πράξεις τιμωρούμενες από τον νόμο.

Σε απάντηση της επιστολής αυτής, περιήλθε στον Συνήγορο του Πολίτη το υπ’ αριθ. 17390/4.8.2000 έγγραφο του Δημάρχου Ασπροπύργου (Σχετικό 3), συνοδευόμενο από παλαιότερη έγγραφη διαμαρτυρία κατοίκων της περιοχής για την εκεί εγκατάσταση σκηνιτών Ρομά και την οφειλόμενη σε αυτούς συσσώρευση απορριμμάτων (σχετ. 4) και σχετικό διαβιβαστικό έγγραφο της Περιφέρειας Αττικής προς τον Δήμο Ασπροπύργου (σχετ. 5). Με την επιστολή του αυτή ο Δήμαρχος Ασπροπύργου εμμένει στη νομιμότητα των ενεργειών των υπηρεσιών του Δήμου, ισχυριζόμενος εμμέσως ότι δεν έλαβε χώρα αποβολή των Ρομά ή κατεδάφιση των οικιών τους, αλλά μόνον «αποκομιδή σκουπιδιών διερχομένων αθιγγάνων», την οποία νομίμως διεξήγαγαν οι υπηρεσίες του Δήμου δυνάμει των σχετικών διατάξεων του Δημοτικού Κώδικα  (π.δ. 410/1995).

Εν όψει της έμμεσης άρνησης του Δημάρχου να αποδεχθεί την αλήθεια των περιστατικών που επικαλούνταν οι καταγγέλλοντες ή, πάντως, του εκ μέρους του χαρακτηρισμού των αυτών περιστατικών όχι ως αποβολή προσώπων αλλά ως «αποκομιδή σκουπιδιών», ζητήθηκε με την  υπ’ αριθ. 11128/00/2.2/5.9.2000 επιστολή του Συνηγόρου του Πολίτη (σχετ. 6)  από τους καταγγέλλοντες η προσκόμιση κάθε στοιχείου το οποίο θα ήταν δυνατόν να επιβεβαιώσει την αλήθεια των πραγματικών τους ισχυρισμών. Ταυτοχρόνως, με την  υπ’ αριθ. 11128/00/2.3/11.9.2000 επιστολή του Συνηγόρου του Πολίτη προς τον Δήμαρχο Ασπροπύργου (σχετ. 7) γνωστοποιήθηκε σε αυτόν η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την αλήθεια των ισχυρισμών, που προέβαλε η κάθε πλευρά, και του ζητήθηκε να διευκρινίσει οριστικά και με τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση αν εμμένει στο ότι δεν κατεδαφίσθηκαν κατοικούμενα κατά τον χρόνο εκείνο οικήματα.

Κατόπιν των επιστολών αυτών, οι καταγγέλλοντες στο σχετικό αίτημα ανταποκρίθηκαν στο αίτημα του Συνηγόρου του Πολίτη προσκομίζοντας σε αυτόν σειρά φωτογραφιών που απεικονίζουν τον χώρο του καταυλισμού προ και μετά την επιχείρηση «αποκομιδής των σκουπιδιών» από το συνεργείο του Δήμου (σχετ. 8 και 9 αντίστοιχα). Οι προ της επιχείρησης φωτογραφίες είχαν ληφθεί από στελέχη της μη κυβερνητικής οργάνωσης «Γιατροί του Κόσμου» στο πλαίσιο της εκεί καθημερινής παρουσίας τους καθ’ όλο το προηγούμενο έτος με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων ιατρικής και κοινωνικής μέριμνας για τον ευπαθή αυτό πληθυσμό, ενώ οι μετά την επιχείρηση είχαν ληφθεί από στελέχη της μη κυβερνητικής οργάνωσης «Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι», εν όψει του αιτήματος του Συνηγόρου του Πολίτη προς τους καταγγέλλοντες. Επί πλέον, στελέχη και των δύο προαναφερθεισών οργανώσεων, και συγκεκριμένα η κ. Ευθυμιάτου Ελπίδα και η κ. Ρουγγέρη Χριστίνα, δήλωσαν την ετοιμότητά τους να επιβεβαιώσουν ακόμη και ενόρκως τα διαλαμβανόμενα στην αναφορά των καταγγελλόντων (βλ. επίσης και το υπ’ αριθ. πρωτ. 839/Μ.Ν./19.9.2000 έγγραφο των «Γιατρών του Κόσμου» προς τον Συνήγορο του Πολίτη, σχετ. 10).

Αντίθετα ωστόσο με τους καταγγέλλοντες και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, ο Δήμαρχος και τα λοιπά όργανα του Δήμου Ασπροπύργου απέφυγαν να απαντήσουν στην παραπάνω τελευταία μνημονευθείσα επιστολή μας, παρατείνοντας τη σιωπή τους μέχρι και μόλις λίγες πριν τη σύνταξη του παρόντος. Συγκεκριμένα, εν όψει της παρατεινόμενης αυτής σιωπής, ο Συνήγορος του Πολίτη επανέλαβε το αρχικό του αίτημα προς τον Δήμαρχο Ασπροπύργου, με την υπ’ αριθ. πρωτ. 11128/00/2.4./6.11.2000 επιστολή του (σχετ. 11), ορίζοντας, όπως έχει το δικαίωμα από τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 2472/1997, την 20η 11ου ως ημέρα παρέλευσης της προθεσμίας εντός της οποίας θα έπρεπε να του έχει περιέλθει η απάντηση του Δήμου. Με την ίδια επιστολή δε γνωστοποιήθηκε στον Δήμαρχο ότι οι καταγγέλλοντες είχαν ήδη ανταποκριθεί σε αντίστοιχο αίτημα του Συνηγόρου του Πολίτη, προσκομίζοντας κρίσιμο φωτογραφικό υλικό.

Παρελθούσης της προαναφερθείσας προθεσμίας άπρακτης, ο Συνήγορος του Πολίτη, με την υπ’ αριθ. 11128/00/2.5/14.12.2000 επιστολή του (σχετ. 12), αναγκάσθηκε να επανέλθει στο αίτημά του προς τον Δήμαρχο Ασπροπύργου, γνωρίζοντάς του αυτή τη φορά τις διατάξεις εκείνες του Ν. 2472/1997 με τις οποίες η μη συνεργασία δημοσίου λειτουργού με τον Συνήγορο του Πολίτη ανάγεται σε πειθαρχικό αδίκημα και τιμωρείται ποινικά ως παράβαση καθήκοντος, και τάσσοντας νέα προθεσμία μέχρι την 29η 12.2000.

Την 19η Δεκεμβρίου ο Συνήγορος του Πολίτη ήταν αποδέκτης τηλεφωνήματος του αντιδημάρχου Ασπροπύργου κ. Μελετίου, ο οποίος δήλωσε άγνοια της μέχρι τότε παράλειψης συνεργασίας με τον Συνήγορο του Πολίτη και ζήτησε την εκ νέου αποστολή των εκκρεμών επιστολών, γεγονός που κατέληξε στην εκ νέου αποστολής αντιγράφων συνοδευομένων από την υπ’ αριθ. 11128/00/2.6/19.12.2000 επιστολή του Συνηγόρου του Πολίτη  (σχετ. 13). Πρέπει δε να επισημανθεί ότι είχε προηγηθεί το υπ’ αριθ. 9101/7.12.2000 έγγραφο της Περιφέρειας Αττικής προς τον Δήμου Ασπροπύργου με το οποίο εζητείτο ενημέρωση για το όλο ζήτημα και υπεδεικνύετο η συμμόρφωση με τα διαλαμβανόμενα στο έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη (σχετ. 14).  Κατόπιν αυτών, ο συνεργάτης μου κ. Τάκης έλαβε τηλεφώνημα του ιδίου του Δημάρχου, ο οποίος δήλωσε ότι η άποψη του Δήμου Ασπροπύργου σχετικά με το ζήτημα έχει ήδη διατυπωθεί οριστικά με το υπ’ αριθ. 17390/4.8.2000 έγγραφό του και τίποτε δεν έχει αλλάξει ως προς αυτό. Ο κ. Τάκης ζήτησε την έγγραφη διατύπωση της άποψης αυτής, η οποία και περιήλθε εν τέλει στον Συνήγορο του Πολίτη με την υπ’ αριθ. 396/9.1.2001 επιστολή του Δημάρχου (σχετ. 15).

Από τα έγγραφα και λοιπά στοιχεία (φωτογραφικό υλικό, προφορικές μαρτυρίες κλπ.) τα οποία συνελέγησαν κατά τη διερεύνηση της εν λόγω υπόθεσης, ο Συνήγορος του Πολίτη θεωρεί σφόδρα πιθανόν ότι:

1.                  οι υλικές ενέργειες στις οποίες προέβη το συνεργείο του Δήμου Ασπροπύργου το πρωϊ της 14.7.2000 στον χώρο πλησίον της χωματερής Άνω Λιοσίων περιελάμβαναν, πλην της τυχόν αποκομιδής απορριμμάτων, και την κατεδάφιση-αποξήλωση προχείρων παραπηγμάτων στα οποία διέμεναν κατά τον χρόνο εκείνο πρόσωπα ανήκοντα στην ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα των Ρομά. Τυχόν δε απουσία των ενοίκων ορισμένων από αυτά τα παραπήγματα λόγω εργασίας ή λόγω φόβου στη θέα αστυνομικών οργάνων (δεδομένου ότι ορισμένοι εξ αυτών, προερχόμενοι από την Αλβανία ή χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας δεν διαθέτουν νόμιμο τίτλο παραμονής στη χώρα) δεν αίρει την ιδιότητά τους ως κατοικιών. Πολύ δε περισσότερο δεν αίρει την ιδιότητά τους αυτή το γεγονός ότι τα χαρακτηριστικά τους δεν συμπίπτουν με την τρέχουσα κοινή αντίληψη του κατοικείν από την οποία εμφορείται ενδεχομένως η πλειοψηφία των ελλήνων πολιτών. Επί πλέον, ακόμη και αν μεταξύ των αποξηλωθέντων οικίσκων περιλαμβάνονταν και ορισμένοι οι οποίοι ήταν εγκαταλελειμμένοι ή χρησίμευαν ως πρόχειρο κατάλυμα «διερχομένων αθιγγάνων», πολλοί αποτελούσαν εδώ και αρκετά έτη τη μόνιμη και μόνη κατοικία πολυπληθών οικογενειών.

2.                  η, σύμφωνα με τα παραπάνω, διενεργηθείσα με σχετική βεβαιότητα κατεδάφιση των κατοικιών των Ρομά, που διέμεναν πλησίον της χωματερής, όχι μόνον απέβλεπε στην οριστική αποβολή των προσώπων αυτών από τη νομή των εν λόγω εκτάσεων ιδιοκτησίας του Δήμου Ασπροπύργου αλλά και απετέλεσε την κατ’ εξοχήν υλική πράξη υλοποίησης της πρόθεσης αυτής, δίχως να είναι εν προκειμένω κρίσιμος ο περαιτέρω σκοπός τον οποίο ενδεχομένως να εξυπηρετεί η αποβολή αυτή.

3.                  οι υλικές ενέργειες της αποβολής δεν βρίσκουν έρεισμα σε κάποιο πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής των Ρομά από τη συγκεκριμένη περιοχή, διότι, όπως αναφέρεται στα προαναφερθέντα έγγραφα του Δήμου Ασπροπύργου, τέτοια πράξη όχι μόνο δεν κοινοποιήθηκε αλλά και ουδέποτε φαίνεται να εξεδόθη σχετική απόφαση από το Δημοτικό Συμβούλιο.

Εν όψει των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 του Α.Ν. 263/1968, σύμφωνα με το οποίο «κατά του αυτογνωμόνως επιλαμβανομένου οιουδήποτε δημοσίου κτήματος συντάσσεται  … πρωτόκολλον διοικητικής αποβολής κοινοποιούμενον προς τον καθ΄ου απευθύνεται», και του άρθρου 1 παρ. 12 του Ν. 2307/1995, σύμφωνα με το οποίο «το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 2 του α.ν. 263/1968, προκειμένου περί δημοτικών και κοινοτικών κτημάτων, συντάσσεται από τον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας ύστερα από απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου», η σφόδρα πιθανολογούμενη διενέργεια υλικών πράξεων αποβολής των Ρομά από τις δημοτικές γαίες στις οποίες αυτοί ήταν εδώ και έτη καταυλισμένοι, δίχως την τήρηση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις αυτές διαδικασία διοικητικής αποβολής, είναι καταφανώς παράνομη.

Η εμμονή της δημοτικής αρχής στον χαρακτηρισμό του όλου συμβάντος ως «αποκομιδής απορριμμάτων» και η συνακόλουθη επίκληση των οικείων διατάξεων του Δημοτικού Κώδικα που προβλέπουν τη σχετική αρμοδιότητα, σε συνδυασμό με την εξ ίσου επίμονη άρνηση ότι πράγματι κατεδαφίσθηκαν οικήματα στα οποία διέμεναν πρόσωπα επιτρέπουν την πιθανολόγηση ότι τουλάχιστον τα εμπλεκόμενα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν τα υψηλότερα αξιώματα της δημοτικής αρχής είχαν επίγνωση του παράνομου χαρακτήρα των υλικών αυτών ενεργειών ή, πάντως, θεώρησαν ότι η προβλεπόμενη εκ του νόμου διοικητική διαδικασία αποβολής από τη νομή δημοτικών γαιών δεν είναι αναγκαίο να τυγχάνει εφαρμογής επί «αθιγγάνων». Η τήρηση δε των σχετικών διατάξεων δεν αποτελεί υποχρέωση αναγόμενη στα γενικά καθήκοντα των δημοσίων λειτουργών αλλά ειδικό υπηρεσιακό καθήκον των οργάνων του Δήμου. Σε κάθε περίπτωση δε τα πρόσωπα που στελεχώνουν τη δημοτική αρχή είχαν απόλυτη επίγνωση της βλάβης την οποία θα υφίσταντο οι Ρομά, με την κατεδάφιση των οικημάτων, την καταστροφή της περιεχόμενης σε αυτά οικοσκευής και την βίαιη αποβολή τους από τον μέχρι τούδε χώρο κατοικίας τους. Επί πλέον δε, μολονότι η παράνομη αυτή πρωτοβουλία του Δήμου Ασπροπύργου απέβλεπε εν τέλει στην επαναφορά της ιδιόκτητης αυτής έκτασης στην πλήρη κατοχή του, το γεγονός ότι το επιλεγέν μέσο για την υλοποίηση του απώτερου αυτού σκοπού ήταν ακριβώς η κατεδάφιση των οικημάτων των Ρομά και η καταστροφή της οικοσκευής τους, ώστε αυτοί να εξαναγκασθούν να αποχωρήσουν από την περιοχή, ανάγει κατ’ ανάγκην την βλάβη των Ρομά σε επί μέρους σκοπό των ενεργειών της δημοτικής αρχής. Κατά συνέπεια, εν όψει και των προαναφερθέντων σφόδρα πιθανολογουμένων πραγματικών περιστατικών κρίνεται ότι συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης πράξεων, που εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος (259 Π.Κ.)

Κατόπιν αυτών κρίνεται αναγκαία η, σύμφωνη με το άρθρο 4 παρ. 6 του Ν. 2477/1997, διαβίβαση του παρόντος στον αρμόδιο Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και στον Γενικό Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας καθώς και στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, προκειμένου να διερευνηθεί εν όψει όλων των προαναφερθέντων τυχόν πειθαρχική και ποινική ευθύνη των οργάνων του Δήμου Ασπροπύργου ή άλλων εμπλεκομένων προσώπων.

 

 

 

Γεώργιος Καμίνης

Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη

 

Χειρισμός-Πληροφορίες: Ανδρέας Χ. Τάκης, ειδικός επιστήμονας στον Κύκλο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου