Κεντρική Σελίδα
Παρουσίαση
Eκδόσεις
Links
Επικοινωνία
Δελτία Τύπου
Εκθέσεις
Άρθρα
Ειδικά Θέματα
Επισκόπηση Τύπου
The Balkan Human Rights Web Pages
Εφημερίδα "Εποχή", 23-12-2001
Του Απ.
Στραγαλινού
Ιστορία και λειτουργία ενός ναζιστικού στρατοπέδου
εξόντωσης
TO ΤΣΙΓΓΑΝΙΚΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΜΑΡΤΣΑΝ 1936 -
1945
Η ίδρυση των στρατοπέδων συγκέντρωσης
στη ναζιστική Γερμανία υπήρξε ένα
μέτρο, το οποίο εφαρμόστηκε από πολύ
νωρίς με στόχο τη στέρηση της
ελευθερίας, την εκμετάλλευση της
εργασίας, την οικονομική και - τελικά - τη
φυσική εξόντωση του
φανταστικού εχθρού. Οι πληθυσμοί που υπέστησαν τη
φυλετική
κατηγοριοποίηση και τις τρομοκρατικές μεθόδους της αρχής
του
εθνικοσοσιαλιστικού βιολογικού "κρατικού ρατσισμού" (συλλήψεις,
εκτοπισμοί,
εγκλεισμοί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, πογκρόμ, δολοφονίες
κ.α) επιλέχτηκαν
με κριτήριο την εθνική προέλευση, τα φαινοτυπικά
γνωρίσματα και τις ψυχικές
τους ιδιότητες.
Ο μύθος της "άριας
φυλής", βασισμένος στο δόγμα της φυλετικής ανισότητας
των ανθρώπων,
στράφηκε, κυριολεκτικά ως αυτοσκοπός, ήδη από το 1933
εναντίον των
Εβραίων. Παράλληλα, στο στόχαστρο βρέθηκαν συνειδητά, εκτός
από τους
ιδεολογικούς αντιφρονούντες, οι "ιεραρχικά" και "φυλετικά"
κατώτεροι
Τσιγγάνοι (Ρομά), οι άνθρωποι με ειδικές ανάγκες, οι
ομοφυλόφιλοι, οι
"αφρογερμανοί" - οι γόνοι Γερμανίδων μητέρων και μαύρων
Αγγλογάλλων
στρατιωτών κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο - οι ζητιάνοι και ο
ευρύς
εθνικοσοσιαλιστικός όρος των "αντικοινωνικών". Αυτές οι
"βιολογικά
κατώτερες" ομάδες έπρεπε να περιμένουν την ολοκλήρωση της
εξολόθρευσης των
Εβραίων για να έλθει η σειρά τους να εξοντωθούν,
διαδικασία που μετατράπηκε
σε απόλυτη προτεραιότητα μετά την απόφαση
για την "τελική λύση" του
Εβραϊκού "προβλήματος" στη συνδιάσκεψη της
λίμνης Βάνζεε του Βερολίνου τον
Ιανουάριο του 1942. Βεβαίως ήδη με τους
"νόμους της Νυρεμβέργης" το 1935,
είχε συγκροτηθεί ένα εκτεταμένο
δίκτυο "υποδοχής" ανεπιθύμητων ή
επικίνδυνων "αντικοινωνικών"
στοιχείων, τα οποία - γνωστά ως αναμορφωτήρια,
δεσμωτήρια, στρατόπεδα
εργασίας ή τσιγγάνικα στρατόπεδα - αποτελούσαν τον
ενδιάμεσο σταθμό
πριν από τα κρεματόρια του ?ουσβιτς ή του Σαξενχάουζεν.
Με αφορμή
τους Ολυμπιακούς Αγώνες του '36
Ένα από τα πρώτα χαρακτηριστικά
τσιγγάνικα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν το
Μαρτσάν, μια υποβαθμισμένη
περιοχή στο ανατολικό τμήμα του Βερολίνου, το
οποίο εγκαινιάστηκε στις
16 Ιουλίου του 1936. Η διαφορά του από τους
υπόλοιπους "τόπους
υποδοχής" έγκειτο στο ότι δεν υπόκειτο στο πρόσταγμα του
σώματος των
SS, αλλά τελούσε υπό την επίβλεψη των περιφερειακών και
τοπικών
ναζιστικών υπηρεσιών.
Σύμφωνα με ντοκουμέντα που σώζονται
μέχρι σήμερα, η σκέψη της οργανωμένης
συγκέντρωσης και εγκλεισμού όλων
των τσιγγάνων του Βερολίνου, οι οποίοι ως
τότε ζούσαν σε ιππήλατα
τροχόσπιτα, σε ένα φυλασσόμενο χώρο συζητιόταν ήδη
από το 1934, με
επιχείρημα την βλαπτικότητα, τη διαφθορά και τη ρυπαρότητά
τους καθώς
και τον κίνδυνο που διάτρεχε η Γερμανική νεολαία από τη
συναναστροφή με
τους γυρολόγους τσιγγάνους. Η απόφαση για τη μεταφορά
του
διασκορπισμένου τσιγγάνικου πληθυσμού του Βερολίνου στο Μαρτσάν
εκτελέστηκε
από την "Υπηρεσία Φυλετικής Πολιτικής" του NSDAP και την
αστυνομία, η οποία
ανέλαβε να συνοδεύσει τους τσιγγάνους στο στρατόπεδο
συγκέντρωσης. Για το
διάστημα που τηρούνταν ακόμη τα προσχήματα, η
συγκέντρωση των τσιγγάνων
αποδεικνυόταν δύσκολη επιχείρηση, λόγω του
ότι δεν απαγορευόταν σε
ιδιοκτήτες να νοικιάζουν σπίτια και οικόπεδα σε
τσιγγάνικες οικογένειες. Η
αφορμή δόθηκε με την διοργάνωση των
Ολυμπιακών Αγώνων από το Βερολίνο:
καθότι τμήμα της ναζιστικής
προπαγάνδας αποτελούσε η διατράνωση της
κληρονομικής καθαρότητας της
Γερμανικής φυλής, οι τσιγγάνοι έπρεπε με μια
επιχείρηση "σκούπα" να
εξαφανιστούν από την πόλη.
Ο χώρος του στρατοπέδου συνόρευε με τις
σιδηροδρομικές γραμμές από τη μια
πλευρά, ενώ από την άλλη γειτνίαζε με
ένα κοιμητήριο. Οι τσιγγάνοι, οι
οποίοι δεν προέβαλαν αντίσταση κατά τη
διάρκεια της επιχείρησης,
αναγκάστηκαν να συγκρουστούν με τα ήθη και
τις αρχές τους, δεδομένου του
ότι οι παραδόσεις τους θεωρούν τα
νεκροταφεία "ακάθαρτα". Επομένως,
οικειοθελώς ουδέποτε θα επέλεγαν το
συγκεκριμένο χώρο για τη δημιουργία
καταυλισμού.
Οι συνθήκες
εντός του στρατοπέδου
Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν εξαρχής
καταστροφικές. Πολλοί δε διέθεταν
τροχόσπιτα και ήταν αναγκασμένοι να
κοιμούνται κάτω από τις άμαξες
σκεπασμένοι με κουρέλια και χαρτόνια. Οι
εγκαταστάσεις του στρατοπέδου
συγκέντρωσης αποτελούνταν από 130
παραπήγματα της Υπηρεσίας Εργασίας, η
οποία τις παραχώρησε στους
τσιγγάνους αφού τις είχε κρίνει ακατάλληλες για
χρήση, από τρεις
συνολικά βρύσες και δύο αποχωρητήρια. Το 1937 προστέθηκε
ένα οίκημα,
που λειτουργούσε ως διοικητήριο και χώρος ανάπαυσης των
φυλάκων, ενώ το
1938 ιδρύθηκε ένα σχολείο (παράγκα) πέντε τάξεων, για όσο
διάστημα
ακόμη ίσχυε η υποχρεωτική εκπαίδευση και για τα τσιγγανόπουλα.
Ωστόσο
λίγο μετά την έναρξη της λειτουργίας του, ο δάσκαλος μετατέθηκε και
οι
μαθητές καταδικάστηκαν αναπόφευκτα σε αναλφαβητισμό.
Επιθετική
συμπεριφορά των παιδιών συνεπαγόταν εξάλλου τον εγκλεισμό σε
αναμορφωτήρια,
όπου για τα τσιγγανόπουλα ίσχυε ό,τι για τους "ξένους":
κατά κανόνα δεν
εφαρμοζόταν κάποιο σύστημα διαπαιδαγώγησης και
βελτίωσης του χαρακτήρα,
αλλά προ πάντων προβάδισμα είχε η παρεμπόδισή
τους από τη συναναστροφή με
τους Αρίους και ακολούθως η εκμετάλλευσή
τους ως εργατική δύναμη. Παράγωγες
των απαράδεκτων συνθηκών υγιεινής
και διαβίωσης, οι αρρώστιες (διφθερίτιδα,
οστρακιά, φυματίωση) θέριζαν
τους κρατούμενους.
Το Μαρτσάν αρχικά "φιλοξενούσε" 600 περίπου άτομα.
Στις 27 Σεπτεμβρίου 1938
καταγράφονται 852 Ρομά, επί το πλείστον
γυναικόπαιδα. Το μεγαλύτερο τμήμα
του ανδρικού πληθυσμού, ένα χρόνο
πριν ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος,
είχε ήδη μεταφερθεί στα μεγάλα
στρατόπεδα συγκέντρωσης, βάσει της διαταγής
του Χίμλερ της 14ης
Δεκεμβρίου 1937 "περί προληπτικών μέτρων αντιμετώπισης
εγκληματικών
στοιχείων" στο πλαίσιο της δράσης κατά των "αντικοινωνικών".
Το
στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαρτσάν είχε την ιδιομορφία ότι δεν
ήταν
περιφραγμένο, παρά φυλασσόταν μόνο από φρουρούς και εκπαιδευμένα
σκυλιά.
Όποιος επιχειρούσε ν' αποδράσει, ο ίδιος και η φαμίλιά του
τιμωρούνταν με
έκτακτες ποινές, οι οποίες κορυφώνονταν με την εισαγωγή
στα στρατόπεδα
συγκέντρωσης. ?λλωστε εξαιτίας των φυσιογνωμικών
χαρακτηριστικών και της
άθλιας ένδυσής τους, γίνονταν άμεσα αντιληπτοί
από τα μπλόκα και τις
αιφνιδιαστικές εφόδους της ναζιστικής αστυνομίας.
Μέχρι το 1939 ο
καταμερισμός της εργασίας είχε ως εξής: 64 γηραιότεροι
ή άρρωστοι
απασχολούνταν με εργασίες εντός του στρατοπέδου. Οι
υπόλοιποι Ρομά δούλευαν
καταναγκαστικά σε εργοστάσια, λατομεία ή
υπόγειες κατασκευές. Με την έναρξη
του πολέμου, τα μέτρα έγιναν
αυστηρότερα, η ζήτηση εργατικής δύναμης από το
ναζιστικό καθεστώς
αυξήθηκε, ώστε συνακόλουθα αναγκάστηκαν να δουλεύουν
άνδρες, γέροι και
γυναικόπαιδα, προτού καταλήξουν όλοι, από το '43 και
ύστερα, στο
?ουσβιτς για τον επίλογο της κτηνωδίας. Η πρόταση της
Κεντρικής
Υπηρεσίας Πρόνοιας το 1941 να μετατραπεί το Μαρτσάν σε
στρατόπεδο εξόντωσης
δεν υλοποιήθηκε ποτέ, επειδή μεσούντος του πολέμου
άλλα θέματα είχαν
μεγαλύτερη προτεραιότητα. Από το 1941 χρονολογούνται
τα πιο πρόσφατα
στοιχεία για το Μαρτσάν. Σ' ένα έγγραφο της Υπηρεσίας
Πρόνοιας τονίζονται
οι άθλιες, επιδεινωμένες συνθήκες διαβίωσης στο
στρατόπεδο και η
ακαταλληλότητα των διαβρωμένων από τη βροχή και το
κρύο παραγκών. Στο
?ουσβιτς μεταφέρθηκαν τελικά σχεδόν όλοι οι
έγκλειστοι, ως "κατώτερα
αντικοινωνικά στοιχεία". Περί τα 20 άτομα που
για διάφορους λόγους
παρέμειναν μέχρι τέλους στο Μαρτσάν,
απελευθερώθηκαν αργότερα από το
σοβιετικό στρατό.
Παραφυάδα του
ναζιστικού συστήματος εξόντωσης των "μιαρών"
Το στρατόπεδο
συγκέντρωσης Μαρτσάν, όπως κάθε άλλο τσιγγάνικο στρατόπεδο,
αποτέλεσε
ένα υποσύστημα του οργανωμένου μηχανισμού εξόντωσης των
φυλετικά
υποδεέστερων, η ζωή των οποίων είχε κριθεί ανάξια και όσος
χρόνος τους
απέμενε (λόγω γραφειοκρατίας και απροόπτων, όχι λόγω
ανθρωπισμού), είχε
αποφασιστεί να τεθεί στην υπηρεσία της ναζιστικής
Γερμανίας. Αυτά τα
στρατόπεδα είχαν δύο βασικές λειτουργίες: α. τη
συγκέντρωση και απομόνωση
των φυλετικά κατωτέρων, β. το ρόλο προθάλαμου
για τα κρεματόρια, στα οποία
αφού εξοντώνονταν οι Εβραίοι, θ'
ακολουθούσαν οι τσιγγάνοι και οι άλλοι.
Εκεί, εκτός της απάνθρωπης
εργασίας μέχρι θανάτου - η προέκταση του
σύγχρονου βιομηχανικού
συστήματος - οι τσιγγάνοι, όπως νωρίτερα οι Εβραίοι,
υποβάλλονταν σε
ψευδοεπιστημονικά πειράματα διερεύνησης των ορίων αντοχής
του
ανθρωπίνου οργανισμού καθώς και των "γενετικών" αιτίων
διαφόρων
ασθενειών.
Το Μαρτσάν διακρίνει μια σημαντική
ιδιαιτερότητα: υπήρξε ένα από τα
ελάχιστα στρατόπεδα συγκέντρωσης, του
οποίου το στήσιμο δε στηρίχτηκε σε
ναζιστικές "νομικές" διατάξεις, αλλά
με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του
'36 η λειτουργία του διατηρήθηκε
de facto για εννιά χρόνια. Το γεγονός ότι
υπήρξε "παράνομο", στα
(ναζιστικά) έγγραφα μη - αναγνωρισμένο ως στρατόπεδο
συγκέντρωσης, παρά
μόνο ως "έκτακτο μέτρο" που βασιζόταν στο νόμο της 6ης
Ιουνίου 1936 του
Υπουργείου Εσωτερικών της Πρωσίας "περί καταπολέμησης των
τσιγγάνων",
έπαιξε ένα σπουδαίο αρνητικό ρόλο μεταπολεμικά: στους
επιζήσαντες
τσιγγάνους του Μαρτσάν δεν χορηγήθηκε ούτε ένα μάρκο ως
αποζημίωση για
εννιά χρόνια εγκλεισμού, εκμετάλλευσης, ασθενειών,
κακουχιών,
εφιαλτικών εμπειριών, βασανιστηρίων και χαμού των οικογενειών
τους.
Εξαιτίας της μη - αναγνώρισης του Μαρτσάν ως στρατοπέδου
συγκέντρωσης,
δεν αναγνωρίστηκαν οι λιγοστοί επιζήσαντες καν ως θύματα
πολέμου. Στην
πρώην DDR μετά από πολλές πιέσεις επιδικάστηκαν αποζημιώσεις
σε δύο
μονάχα πρώην κρατούμενους στο Μαρτσάν. Στο δυτικό τμήμα του
Βερολίνου
τουναντίον ούτε ένας, με το σκεπτικό ότι εφόσον ασκούσαν το
επάγγελμά
τους στο Βερολίνο και κυκλοφορούσαν επομένως εκτός στρατοπέδου
(για τις
καταναγκαστικές εργασίες), δε μπορούν να θεωρηθούν κρατούμενοι!
Οι
περισσότεροι τσιγγάνοι που επέζησαν των ναζιστικών θηριωδιών έχουν
φύγει
πλέον από τη ζωή με τη διπλή πικρία, πρώτα, του δικού τους
άγνωστου - στους
πολλούς - ολοκαυτώματος, και ύστερα της μεταπολεμικής
αδικίας. Οι ελάχιστοι
εν ζωή τσιγγάνοι - και δη αυτοί του Μαρτσάν,
παραμένουν οι ιδανικοί
εκπρόσωποι της τσιγγάνικης διασποράς: τα
μεγαλύτερα θύματα - τότε και τώρα
- του φανερού και του λανθάνοντος
ρατσισμού.