09 - 12 - 2001







Flash.gr


9/12/2001
 
Στο Γκάζι του αποκλεισμού
 

Γράφει
η Αλίκη Παπαναστασίου

Δεν γνωρίζουν την ηλικία των παιδιών τους. Δεν ξέρουν την έννοια της άλλης
χώρας. Αγνοούν ότι το πρώτο πράγμα με το οποίο τρέφονται τα μωρά είναι το
μητρικό γάλα και ζουν στο κέντρο της Αθήνας, στο Γκάζι, σε απόσταση
πεντακοσίων μέτρων από την οδό Πειραιώς. Πρόκειται για πάνω από 1.000
τουρκόφωνες οικογένειες, που ήρθαν από τη Θράκη (Κομοτηνή, Ξάνθη) και
ξεκίνησαν να εγκαθίστανται στο Γκάζι περίπου 25 χρόνια πριν. Βρέθηκαν να
ζουν στην καρδιά της ελληνικής μεγαλούπολης πολεμώντας την άγνοια, τον
αναλφαβητισμό, τη φτώχεια και τους αλλόθρησκους συμπατριώτες τους. Είναι
Έλληνες πολίτες, αλλά δεν μιλούν ελληνικά. Οι συνθήκες ζωής τους ελεεινές.
Μέσα σε μικρές αυλές, σε χαμηλά δωμάτια, χωρίς φως και νερό, μένουν με τις
πολυμελείς οικογένειές τους, αντιμετωπίζοντας καθημερινά τον κοινωνικό
αποκλεισμό.

Η μοίρα των γυναικών είναι απόλυτα καθορισμένη. «Παντρεύονται 13-14 χρονών.
Ο γαμπρός είναι κι αυτός γύρω στα 19-20, οπότε δεν μπορούν να ζήσουν μόνοι
τους γιατί δεν είναι οικονομικά ανεξάρτητοι. Επομένως, μένουν στο σπίτι της
πεθεράς, συνήθως του γαμπρού. Η νύφη γίνεται αυτόματα υπηρέτρια στο σπίτι.
Πρέπει να κάνει ό,τι της πει η πεθερά. Εκείνη θα πλένει, θα μαγειρεύει, θα
τα κάνει όλα. Σε ένα χρόνο θα έχει κάνει παιδί. Δεν θα έχει καταλάβει τι τη
χτύπησε, τι της συνέβη. Υπάρχουν γιαγιάδες 34 χρονών», μας λέει η κ. Μάτα
Βαρλά, υπεύθυνη-εθελόντρια του Κέντρου Επικοινωνίας της περιοχής. Και,
βέβαια, η μόρφωση για τις κοπέλες θεωρείται άχρηστη, αφού ο ρόλος τους
περιορίζεται μέσα στο σπίτι, από το οποίο απαγορεύεται να βγουν χωρίς
συνοδεία.

Οι άντρες δουλεύουν για το μεροκάματο μαζεύοντας χαρτιά και αλουμίνια από
το δρόμο ή, οι πιο τυχεροί, σε οικοδομές. Ελάχιστοι είναι διορισμένοι σε
κρατικές υπηρεσίες. «Αρχικά τα είχα βάλει με τους άντρες, που τους έβλεπα
διαρκώς σε ένα καφενείο να πίνουν, ροκανίζοντας το μεροκάματό τους»,
συνεχίζει η κ. Βαρλά. «Έπειτα όμως συνειδητοποίησα ότι το φταίξιμο ανήκει
σε μεγάλο βαθμό και στις γυναίκες, γιατί μέσα από αυτή την κούραση, την
ταλαιπωρία, δεν δημιουργούν και στον άντρα τις συνθήκες για να κάνει κάτι
άλλο στη ζωή του από το να πίνει και να θέλει να είναι διαρκώς μακριά από
το σπίτι του. Κατά τη γνώμη μου, η λύση σε όλα αυτά είναι η εκπαίδευση».

Η βία από τον άντρα προς τη γυναίκα και τα παιδιά του είναι τόσο συχνή,
ώστε αποτελεί σχεδόν φυσιολογικό φαινόμενο, αποδεκτό από τον μικρόκοσμο των
μουσουλμάνων μεταναστών στο Γκάζι. Επιπλέον, κυριαρχεί η άγνοια γύρω από
τους στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής.«Πολλές γυναίκες δεν ξέρουν πώς να
αλλάξουν τα παιδιά τους ή σε ποιο μήνα εγκυμοσύνης βρίσκονται. Δεν ξέρουν
πότε είναι τα γενέθλια των παιδιών τους», τονίζει η κ. Μάρθα Φλωράτου,
διευθύντρια του 87ου Διαπολιτισμικού Δημοτικού Σχολείου Αθηνών «Αν είναι
τυχερά και γεννήθηκαν τον Αύγουστο ή τα Χριστούγεννα, θα σου πουν οι
μανάδες ότι γέννησαν με την πολλή ζέστη ή τότε που αλλάζει ο χρόνος».

Για τους ανθρώπους αυτούς τα προγράμματα του κράτους αποτελούν παράταιρες
και ελλιπείς προσπάθειες αναβάθμισης του βιοτικού και κοινωνικού τους
επιπέδου. «Πριν από ένα χρόνο εφαρμόστηκε ένα τρίμηνο κρατικό πρόγραμμα,
για να μάθουν οι γυναίκες να κεντούν και να πλέκουν», εξηγεί η κ. Βαρλά.
Και συνεχίζει «Κανείς, όμως, δεν τους είπε πού να βρουν φτηνές κλωστές, πώς
να βρουν πελάτες, ούτε καν τι σημαίνει ομαδική δουλειά».

Η κυριότερη αιτία των υποβαθμισμένων συνθηκών ζωής των τουρκόφωνων είναι ο
αναλφαβητισμός, ο οποίος προκαλεί όχι μόνο την ταξική αλλά και τη
χωροταξική απομόνωση των κατοίκων. ΄Ανθρωποι που δεν ξέρουν να διαβάζουν
την αλφαβήτα ούτε στη γλώσσα τους, είναι σχεδόν αδύνατο να κατανοήσουν
οποιαδήποτε ταμπέλα ή οδηγία για να φτάσουν στο Σύνταγμα ή στην Κυψέλη.
Εγκλωβίζονται στους δρόμους γύρω από το Γκάζι, μην μπορώντας ούτε να
δουλέψουν ούτε να βγουν έξω από τα στενά όριά του. Το σχολείο για τους
περισσότερους ήταν μια άγνωστη λέξη στις ιδιαίτερες πατρίδες τους και γι΄
αυτόν το λόγο πολλοί δεν μπορούν να κατανοήσουν την αναγκαιότητά του, παρά
τις προσπάθειες που γίνονται από πολλούς δασκάλους και εθελοντές για την
καθιέρωση του θεσμού και στις δικές τους ζωές.

Το 87ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών, το Διαπολιτισμικό σχολείο στο Γκάζι, που
ορισμένοι το αποκαλούν και «σχολείο των Τούρκων», είναι ένα από αυτά που
στεγάζουν παιδιά που πιστεύουν είτε στο Χριστό είτε στον Αλλάχ. Μάλιστα,
από τους 155 μαθητές τη σχολική χρονιά 2000-2001 οι 60 ανήκαν στη
μουσουλμανική μειονότητα, ενώ υπήρχαν και 25 παιδιά από την Αλβανία»,
επισημαίνει η κ. Μάρθα Φλωράτου, διευθύντρια του σχολείου. «Ο αγώνας μας
είναι καθημερινός», συνεχίζει, «ενάντια στις προκαταλήψεις τόσο των γηγενών
Αθηναίων όσο και των νεοφερμένων μεταναστών. Οι πρώτοι κοιτούν με δυσπιστία
τη συνύπαρξη των δικών τους παιδιών με τα μουσουλμανάκια, ενώ οι δεύτεροι
δεν κατανοούν τη σημασία της μόρφωσης». Η τελευταία παράμετρος, μάλιστα,
είναι τόσο έντονη που οι δάσκαλοι μαζεύουν κυριολεκτικά τα παιδιά από το
δρόμο, ψάχνοντάς τα και πιέζοντας τους γονείς να τα στέλνουν «Το να τα
φέρουν στο νηπιαγωγείο και να συνεχίσουν το σχολείο μέχρι και τη ΣΤ΄ τάξη
του δημοτικού για μας είναι τρομερός άθλος», τονίζει η κ. Φλωράτου.

Η κυριότερη επιδίωξη του εκπαιδευτικού προσωπικού του 87ου Δημοτικού είναι
να μάθουν τα παιδιά να μιλούν και να γράφουν ελληνικά. Στόχος που φαίνεται
εξαιρετικά δύσκολος, αφού λείπει εντελώς από την οικογένεια το κίνητρο για
μάθηση. Αντ΄ αυτού, συναντά κανείς μια τρομερή μοιρολατρία, η οποία μοιάζει
να έχει ενσωματωθεί στην κουλτούρα τους. Δεν πιστεύουν στις δικές τους
δυνάμεις και στη δική τους προσπάθεια. «Πριν από τρία χρόνια υπήρχαν παιδιά
που έρχονταν στην τάξη πολλές ώρες μετά την έναρξη των μαθημάτων. Γιατί
τότε είχε ξυπνήσει η μαμά...», εξηγεί η διευθύντρια. Συχνές είναι και οι
περιπτώσεις που ο γονιός διακόπτει τη φοίτηση του παιδιού του για «να
φυλάει τα μικρότερα στο σπίτι» ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο.

Η απουσία Τούρκου δασκάλου δυσχεραίνει ιδιαίτερα την επικοινωνία με τους
γονείς των παιδιών, σύμφωνα με την κ. Φλωράτου. Όμως, η παρουσία του είναι
μακρινό όνειρο για τους εκπαιδευτικούς του σχολείου, αφού το θέμα εξαρτάται
από τις σχέσεις της Ελλάδας με τη γειτονική χώρα. Η διευθύντρια αναφέρει
χαρακτηριστικά ότι «ενώ εμείς στέλνουμε δάσκαλους σε όλον τον κόσμο και
παλεύουμε να κρατηθεί ως δεύτερη γλώσσα η ελληνική, εδώ κάνουμε τα στραβά
μάτια για μια γλώσσα που γι΄ αυτά τα παιδιά είναι η μητρική». Η συνεργασία
με έναν Τούρκο δάσκαλο, τον Σελαμί, απόφοιτο του ίδιου σχολείου, δυστυχώς
δεν κράτησε πολύ.

Όσο για το διάβασμα των παιδιών μέσα στην οικογένεια, αυτό είναι κάτι
ανύπαρκτο. Το κενό αυτό έρχεται να συμπληρώσει το Κέντρο Επικοινωνίας, στο
οποίο συμμετέχουν τριάντα εθελοντές και αποτελεί κομμάτι των «Δρόμων ζωής»,
μιας μη κερδοσκοπικής εταιρείας για την υποστήριξη κοινωνικά αποκλεισμένων
παιδιών και οικογενειών. Το έργο του δεν περιορίζεται στα φροντιστηριακά
μαθήματα, που αποτελούν αναγκαιότητα για παιδιά που δεν μπορούν να μιλήσουν
καλά ούτε τη δική τους γλώσσα, αλλά επεκτείνεται και στην ψυχολογική τους
υποστήριξη. Η τελευταία είναι εξίσου απαραίτητη για μια κοινωνία με έντονο
αίσθημα κατωτερότητας.«Μου έλεγε μια πανέξυπνη μικρούλα: ΄΄Κυρία, εγώ όταν
μεγαλώσω θέλω να γίνω κομμώτρια΄΄», αναφέρει η υπεύθυνη του Κέντρου. «Και
εγώ της απάντησα: ΄΄Μπράβο, αλλά αφού είσαι τόσο έξυπνο κορίτσι και τα πας
τόσο καλά στο σχολείο γιατί να μη γίνεις κάτι ακόμα πιο καλό΄΄. ΄΄Τι είπες,
κυρία΄΄, μου απάντησε. ΄΄Είμαι έξυπνη; Ε, λοιπόν θα γίνω δασκάλα΄΄».

Η σχέση των μουσουλμάνων στο Γκάζι με τα ΜΜΕ περιορίζεται μόνο στην
τηλεόραση και μάλιστα την τουρκική. Η ύπαρξη της δορυφορικής τηλεόρασης σε
σπίτια που δεν έχουν νερό αναδεικνύει την αδυναμία ιεράρχησης των αναγκών.
Επιπρόσθετα, τα παιδιά δεν ακούν καθόλου ελληνικά στο σπίτι τους, με
αποτέλεσμα το έργο των δασκάλων να γίνεται ακόμα πιο δύσκολο. Οι «Αθηναίοι»
γείτονες αποστασιοποιούνται εντελώς από τους «ξένους» Έλληνες που μένουν
δίπλα τους.«Μην μπλέκετε με αυτούς» ήταν η φράση του ανθρώπου που μας είδε
να συνομιλούμε μαζί τους. Και, βέβαια, τα τείχη και τα στερεότυπα δεν
πέφτουν εύκολα.

Η καθημερινότητα όμως που αντιμετώπιζαν παλιότερα οι δάσκαλοι του 87ου
Δημοτικού Σχολείου Αθηνών δεν είναι πλέον η ίδια. Τρία χρόνια πριν,
χριστιανοί γονείς εισέβαλλαν στο σχολείο, για να προσβάλλουν, να επιτεθούν,
ακόμα και να χτυπήσουν τα τουρκόφωνα παιδιά, με αφορμή κάποιον συνηθισμένο
παιδικό καυγά. Πήγαιναν στο γραφείο της διευθύντριας και της φώναζαν να
τους διώξει. Αυτή η κατάσταση όμως δεν ισχύει πια. Τα παιδιά παίζουν μαζί
στο προαύλιο. Όχι όμως και στις γειτονιές. Χρειάζεται να περάσει πολύς
καιρός και να γίνουν ακόμα πολλά πράγματα για να σταματήσει να υφίσταται
οποιοσδήποτε κοινωνικός αποκλεισμός στο Γκάζι. Και, όπως όλα δείχνουν, αυτό
δεν είναι ουτοπία.