Κεντρική Σελίδα
Παρουσίαση
Eκδόσεις
Links
Επικοινωνία
Δελτία Τύπου
Εκθέσεις
Άρθρα
Ειδικά Θέματα
Επισκόπηση Τύπου
The Balkan Human Rights Web Pages
Το Βήμα
3-7-2001
Είναι
Βλάχοι,
μπορούν να το καυχώνται...
του Ηλία
Κανέλλη
Κατ' έφεσιν δικάζεται σήμερα ο
κ. Σ. Μπλέτσας, ο οποίος, στις 2-2-2001
δικάστηκε
πρωτοδίκως στο
Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και καταδικάστηκε με την
κατηγορία της
«διασποράς ψευδών ειδήσεων», επειδή διακίνησε το 1995 έντυπο
της
Ευρωπαϊκής Ενωσης όπου αναφερόταν και η βλάχικη ως μειονοτική
γλώσσα. Κύριος
μάρτυς κατηγορίας ήταν ο βουλευτής της ΝΔ κ. Ευγ.
Χαϊτίδης (μόλις προχθές τον
άκουσα στην τηλεόραση να κατακρεουργεί την
ελληνικήν, χωρίς κανείς να του
απαγγείλει κατηγορία). Η κεντρική ιδέα
των πολλών αντιδράσεων που
ακολούθησαν τη
δικαστική απόφαση
συνοψίζεται με τον καλύτερο τρόπο στην ανακοίνωση της
Ελληνικής Ενωσης
για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (πρόεδρος, καθ.
Ν.
Αλιβιζάτος).
Εκεί, μεταξύ άλλων, επισημαίνεται η προοπτική
μιας νέας καταδίκης από το
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικιαωμάτων του
Ανθρώπου για παραβίαση του
δικαιώματος
στην ελεύθερη έκφραση, ενώ
γίνεται μνεία του τραγελαφικού, να καταδικάζεται
έλληνας πολίτης επειδή
διακινούσε Φυλλάδιο του Ευρωπαϊκού Γραφείου των
Λιγότερο Διαδεδομένων
Γλωσσών που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ενωση.
Η δίωξη του κ.
Μπλέτσα δεν ήταν παρά έκφραση μιας συγκεκριμένης
πολιτικής
μισαλλοδοξίας, που θέλγεται να βλέπει φαντάσματα τα οποία
απειλούν την εθνική
μας καθαρότητα. Το αυτονόητο δικαίωμα ελλήνων
πολιτών να δηλώνουν έλληνες
βλάχοι και να έχουν ως μητρική γλώσσα το
βλάχικο ιδίωμα (ή και το βλάχικο
ιδίωμα)
μεταστοιχειώνεται από
τέτοιου είδους καθαρολόγους σε φόβητρο και μακροπρόθεσμη
απειλή για την
ασφάλεια και τη συνοχή της Ελλάδας. Κατά σύμπτωση, οι ίδιοι
αυτοί
καθαρολόγοι υποτίθεται ότι αντιστρατεύονται την «ισοπέδωση που
επιφέρει
η
παγκοσμιοποίηση» και θεωρούν την Ευρώπη «προθάλαμο της ισοπέδωσης
αυτής».
Γιατί λοιπόν, αν πιστεύουν πράγματι ότι ο πολιτιστικός, άρα
και ο γλωσσικός
πλούτος
είναι στοιχείο της πολιτιστικής πολυμορφίας
του κόσμου, αρνούνται την
προστασία μιας μικρής γλώσσας εντός της χώρας
τους από τον αφανισμό _ στον
βαθμό
τουλάχιστον που αυτό επιθυμούν
και οι ίδιοι οι άνθρωποι που τη μιλούν;
Η απάντηση βρίσκεται, όπως
πολλές ακόμα απαντήσεις, στην επιμονή διαφόρων
παραγόντων της δημόσιας
ζωής να ταυτίζουν τέτοια ζητήματα με τα λεγόμενα
εθνικά θέματα _ και να
τα αντιμετωπίζουν όπως συνήθως αντιμετωπίζουν
οποιοδήποτε
θέμα
γίνεται αντικείμενο του εθνικού ακροατηρίου: κοντόθωρα και
μονοδιάστατα. Η
προσπάθεια πανεπιστημιακών κύκλων θέματα γλωσσικών
μειονοτήτων στην Ελλάδα να
αρχίσουν να αντιμετωπίζονται σοβαρά από την
επιστημονική κοινότητα πολλές
φορές έχει προσκρούσει στη μισαλλοδοξία
των φανατικών. Στην Ελλάδα των
καθαρολόγων, η μοναδική αναφορά στους
Βλάχους επιτρέπεται όταν δεν
υπερβαίνει το επίπεδο τού
«Εμείς οι
Βλάχοι όπως λάχει...».
Κατά τα άλλα, τέτοιοι κύκλοι, αν μπορούσαν,
θα είχαν ρίξει στην πυρά ακόμη και
λογοτεχνικά κείμενα όπως Το ξέφωτο
της (κόρης του μακαρίτη Ευάγγελου Αβέρωφ)
Τατιάνας Αβέρωφ (εκδ. Κέδρος,
Αθήνα 2000) που, μεταξύ άλλων, περιγράφοντας την
κοινωνία του Μετσόβου
(πολλοί κάτοικοι του οποίου μιλούν και βλάχικα, όπως
άλλωστε και στη
Σαμαρίνα, στο ανατολικό Ζαγόρι και αλλού), βάζει έναν από τους
ήρωες
του βιβλίου της, τον Βασίλη (Ταλαμπάκο, τον επιλεγόμενο και Σουρή
του
Μετσόβου) να σαρκάζει εμμέτρως, μπλέκοντας ελληνικά και βλάχικα,
την τοπική
κοινωνία: «Μέτσοβο μεγάλη χώρα / τι γαϊδάρους τρέφεις τώρα;
/ Χάι, μπρε
έφοροι, κιρίτς, / ντι λα λάσε βα
χαρνίτς».