03 - 03 - 2001



Αντίστοιχη σελίδα στα Αγγλικά






CONTENTS:
1. Biography
2. December Press Release
3. February Press Release
4. Article Eleftherotypia
5. Article Athens News

1. Biography

ΜΠΙΚΟΝΓΚΟ ΡΑΜΑΝΤΑΝΙ

ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΞΙΣΤΟΡΗΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΜΕΤΑ ΑΠΟ 3 ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ

Την περίοδο της αποικιοκρατίας, το Κονγκό (Ζαΐρ) βρέθηκε κάτω από την κυριαρχία του Βελγίου.
Το Βελγικό καθεστώς ονόμασε το Κονγκό Λεοπολντβίλ, δηλαδή «χωριό του Λεοπόλδου, του Βέλγου ηγεμόνα.
Στον αγώνα για την ανεξαρτησία εμφανίστηκαν διάφοροι ηγέτες, ανάμεσα τους ο Κασαβούπου και ο Πατρίς Λουμούμπα. Αυτοί οι δύο ηγέτες δημιούργησαν δύο διαφορετικά κόμματα με διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις.
Ο Κασαβούπου δημιούργησε το κόμμα Αμπάκο και ο Λουμούμπα το NNC.
Οι γονείς μου υποστήριζαν το NNC. Ωστόσο, το κόμμα του Κασαβούπου ήταν εκείνο που αποδείχτηκε αρκετά δυνατό ώστε να πετύχει την ανατροπή του Βελγικού καθεστώτος το 1960.
Εκείνη την εποχή δεν είχα ακόμα γεννηθεί.
Στις 3 Ιούνη 1960 το Κονγκό κέρδισε την ανεξαρτησία του και ο Κασαβούπου έγινε ο πρώτος πρόεδρος του Κονγκό στις 13 Σεπτεμβρίου 1960. Ωστόσο, κατανοώντας την αδυναμία του καθεστώτος του ζήτησε τη συνεργασία του NNC.
Ο Πατρίς Λουμούμπα πρόθυμα δέχτηκε, γιατί είχε συμφωνηθεί να γίνει πρωθυπουργός, αλλά στους κόλπους του κόμματος του εμφανίστηκε μια ισχυρή αντιπολίτευση. Οι γονείς μου ανήκανε σε αυτή την αντιπολίτευση.
Πίστευαν ότι δυο κόμματα με διαφορετικές ιδεολογίες δεν θα μπορούσαν να διατηρήσουν μια συμμαχία. Από την άλλη, η συνεργασία τους και η δημιουργία μιας κυβέρνησης χωρίς την ύπαρξη αντιπολίτευσης θα κατέστρεφε τη δημοκρατία. Παρά τη σημαντική επιρροή των εσωκομματικών του αντιπάλων ο Λουμούμπα προχώρησε στη συνεργασία.
Σύντομα όμως η κυβέρνηση Κασαβούπου-Λουμούμπα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ισχυρή λαϊκή αντιπολίτευση. Η απάντηση τους ήταν ένα πογκρόμ δολοφονιών και βασανισμών, που την ονομάσανε «πολιτική αφομοίωσης» (Αυτή την ίδια πολιτική ακολούθησε αργότερα και η κυβέρνηση Μομπούτου). Η κυβέρνηση επέβαλε μια δικτατορία στηριγμένη σε σφαγές, βασανιστήρια, βιασμούς και εξορίες. Αυτή η βαρβαρότητα έφθειρε την υποστήριξη για την κυβέρνηση. Ο λαός άρχισε να χάνει την εμπιστοσύνη του στην κυβέρνηση και εμφανίστηκαν διάφορες αντάρτικες ομάδες. Το αντάρτικο του Μομπούτου γνώρισε μεγάλη αύξηση υποστήριξης στα σχέδια για ανατροπή της κυβέρνησης.

Ο πατέρας μου, ο Ομάγκι Μπικόνγκο Γουά Μπικανγκουλάμπους, βρέθηκε στις 13/12/1964, όταν δηλαδή εγώ ήμουν μόλις ενός χρόνου, σε ένα τραίνο δολοφονημένος από κυβερνητικούς. Ήταν από τους σκληρούς πολέμιους της κυβερνητικής συμμαχίας.
Το πογκρόμ της κυβέρνησης κατευθυνόταν ενάντια σε συγκεκριμένες φυλές που ήταν στην αντιπολίτευση. Προσπάθησε να εξαλείψει τη φυλή μου και να μετατρέψει το Κάλεμι, το χωριό μας, σε στρατιωτική βάση. Πραγματικά ως τα σήμερα αυτό το μέρος δεν έχει δει μια μέρα ειρήνης.
Αυτές οι διώξεις υποχρέωσαν εμένα, τη μητέρα μου και τον αδελφό μου να φύγουμε από το χωριό μας και να πάμε στο χωριό Μπάρακς.
Αργότερα το κύμα σφαγών απλώθηκε παντού, καθώς η κυβέρνηση πίστευε πως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να κάμψει την αντιπολίτευση.
Το 1969, δηλαδή 4 χρόνια μετά που ο Μομπούτου κατάφερε να ανατρέψει την κυβέρνηση, η καταστροφή είχε φτάσει στο αποκορύφωμα. Τα στρατεύματα του Μομπούτου έσφαζαν όλους όσους είχαν ανάμιξη με την πολιτική, ξεκληρίζοντας ολόκληρες οικογένειες αδιακρίτως.
Το 1970 εγώ, ο αδελφός μου και η μητέρα μου βρεθήκαμε πρόσφυγες στη Νιάμρα, μια πόλη στο Μπουρούντι. Τότε ήμουνα 7 χρόνων.
Δυο χρόνια αργότερα, το 1972, φύγαμε από τη Νιάμρα και πήγαμε στη Κιγκόμα, μια περιοχή στην Τανγκανίκα, κοντά στο Κονγκό και το Μπουρούντι. Αυτό έγινε εξαιτίας του θανάτου της μητέρας μας, που, όπως πιστεύαμε, την είχαν δηλητηριάσει.

Η ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΤΑΝΓΚΑΝΙΚΑ (ΤΑΝΖΑΝΙΑ), 1972 Εγώ και ο αδελφός μου, μαζί με άλλα άτομα μεταφερθήκαμε στον προσφυγικό καταυλισμό Μπόμντα, όπου μας παραδίδανε μαθήματα και μας δίνανε ένα γεύμα την ημέρα.
Στη διάρκεια του 1974, ένα ακόμα κύμα προσφύγων, ήρθαν στον καταυλισμό από το Κονγκό, τη Ρουάντα και το Μπουρούντι, ανεβάζοντας το συνολικό αριθμό των προσφύγων εκεί σε 65.000.
Σαν αποτέλεσμα, μέσα στον καταυλισμό αναπτύχθηκαν ασθένειες όπως μαλάρια, χολέρα και διάρροιες και μέσα σε λίγες μέρες πέθαναν 11.000 άνθρωποι.
Η κυβέρνηση της Τανγκανίκα πραγματικά δεν μπορούσε να ελέγξει την κατάσταση, ενώ ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός δεν έδινε αρκετή υποστήριξη.
Λίγους μήνες αργότερα έφτασε ακόμα ένα κύμα προσφύγων. Αυτή τη φορά η κυβέρνηση και ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός έχασαν κάθε έλεγχο της κατάστασης, καθώς ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στους πρόσφυγες του καταυλισμού.
Ο Μομπούτου είχε νικήσει και είχε εξορίσει τους υποστηρικτές της προηγούμενης κυβέρνησης, που έφυγαν για την Τανγκανίκα, την Αγκόλα, τη Ρουάντα και το Μπουρούντι. Αυτοί που ήρθαν και μας βρήκαν στην Τανγκανίκα συνέχισαν την ίδια πολιτική μέσα στον καταυλισμό. Αυτή τη φορά δηλητηριάζοντας και σφάζοντας μυστικά τα μέλη της ανεπιθύμητης φυλής.
Είχανε την υποστήριξη της κυβέρνησης της Τανγκανίκα που ήταν πολύ φιλική προς την κυβέρνηση Κασαβούπου-Λουμούμπα. Αυτή η υποστήριξη επέτρεψε στους Κασαβούπου-Λουμούμπα να εγκαταστήσουν μια βάση ανταρτών μέσα στην ίδια την Τανζανία, στην περιοχή Κιγκόμα στο Νιαμόρι. Αυτό το αντάρτικο ήταν γνωστό σαν Μουλέλε, με αρχηγό τον Λώρενς Ντέζερε Καμπίλα και συνεργαζότανε με το MPLA στην Αγκόλα.
Ξέσπασε λοιπόν ένας πόλεμος παρόμοιος με αυτόν απ’ όπου φύγαμε για να γλιτώσουμε. Αυτό υποχρέωσε εμένα και τον αδελφό μου να φύγουμε από τον καταυλισμό για τη γειτονική Κένυα, αλλά μετά από μερικούς μήνες η εκεί κυβέρνηση μας έστειλε με τη βία πίσω στον καταυλισμό.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΔΙΑΒΙΩΣΗ ΣΕ ΚΑΤΑΥΛΙΣΜΟ, 1975-76 Έτσι, βρεθήκαμε σε ένα ανοιχτό στρατιωτικό παζάρι αντίθετων αντάρτικων στρατών.
Στον καταυλισμό οι πιο αδύνατοι είχαν πεθάνει και επέζησαν μόνο οι πιο δυνατοί. Η κυβέρνηση της Τανγκανίκα έκανε τα στραβά μάτια απέναντι σε αυτό το έγκλημα.
Μας μαζέψανε κάποιοι στρατιώτες με τη βία από τον καταυλισμό και μας υποχρεώσανε να κάνουμε επιδρομές και λεηλασίες σε γειτονικά χωριά. Ήταν σαν μια καθημερινή ρουτίνα. Τη νύχτα στην επιδρομή, τη μέρα στον καταυλισμό.
Ο στρατός του Μουλέλε ισχυριζόταν πως υποστήριζε τον Λουμούμπα. Ο MPLA ήταν στο πλευρό της Αγκόλας. Έτσι, ο προσφυγικός καταυλισμός ήταν κάτι σαν σούπερ-μάρκετ φαντάρων γι’ αυτούς.
Το 1980, εγώ και ο αδελφός μου καταφέραμε να φτάσουμε στην Κένυα, στη Μομπάσα. Από τη Μομπάσα κρυφτήκαμε στο αμπάρι ενός πλοίου για τη Λατάκια της Συρίας.
Καθ’ οδόν προς τη Συρία το πλήρωμα είδε τον αδελφό μου, αλλά εμένα δεν με είδανε. Αποφάσισαν να τον ρίξουν στη θάλασσα. Από τότε δεν τον ξαναείδα και γι’ αυτό συμπεραίνω πως πνίγηκε στον Ινδικό Ωκεανό.

ΣΥΡΙΑ – 1981 Όταν έφτασα στη Συρία, κατάφερα να βγω και να αναφέρω το θάνατο του αδελφού μου στις αρχές, αλλά αυτοί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Μετά απ’ αυτό, με πήγανε σε ένα καταυλισμό Παλαιστινίων προσφύγων.
Η εκμάθηση της Αραβικής γλώσσας ήταν δύσκολη όπως δύσκολη ήταν και η καθημερινή στρατιωτική ζωή εκεί πέρα. Κουβαλούσα σακιά με άμμο στο βουνό για την κάλυψη χαρακωμάτων. Αυτή ήταν η καθημερινή μου δουλειά. Μετά το μάθημα των αραβικών έπαιρνα τα σακιά και τραβούσα για το βουνό.

ΛΙΒΑΝΟΣ - 1982 Η διοίκηση του καταυλισμού αποφάσισε να μεταφέρει εμένα, κάποιους Σουδανούς και κάποιους Σομαλέζους στη Βηρυτό, στο Λίβανο. Περνούσαμε από στρατιωτική εκπαίδευση για να πολεμήσουμε ακόμα και ενάντια στο Ισραήλ, αν χρειαζόταν.
Τον Ιούνη 1992 η διοίκηση με διέταξε να επιστρέψω στον καταυλισμό των προσφύγων στην Τανγκανίκα.
Αυτή τη φορά ο καταυλισμός ήταν καλύτερα οργανωμένος.
Ο διοικητής του καταυλισμού μου ζήτησε να μπω στο αντάρτικο σαν εκπαιδευτής, με στόχο να πολεμήσουμε για την ανατροπή της κυβέρνησης Μομπούτου. Αυτός ο άνδρας ήταν γνωστός σαν Διοικητής Σεΐφ Καντάνγκα Μαλινγκούμου.
Δεν ήμουν διατεθειμένος να κάνω αυτή τη δουλειά, μια μάταιη προσπάθεια χωρίς προοπτική. Έτσι δραπέτευσα μέσω του Ναϊρόμπι ξανά για τη Βηρυτό. Αυτά συνέβηκαν το 1983 όταν ήμουν πια 20 χρόνων.
Προσπάθησα να πάρω τα απαραίτητα έγγραφα από τον Ερυθρό Σταυρό για να μπορέσω να ψάξω ένα ήσυχο μέρος, γιατί η Βηρυτός ήταν πολύ επικίνδυνη.
Στα μέσα του 1984 κατάφερα να πάρω αυτά τα έγγραφα για να ταξιδέψω.
Χρειάστηκα κάποιο χρονικό διάστημα για να μαζέψω τα απαραίτητα λεφτά και μετά ταξίδεψα από το λιμάνι της Βηρυτού στη Λεμεσό, στην Κύπρο, μετά στη Θεσσαλονίκη και μετά, το 1992, στον Πειραιά.

Η ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 1992-2001 Φτάνοντας στον Πειραιά γνώρισα έναν Αφρικανό, τον Τζουμίν. Του εξήγησα τα προβλήματα μου και αυτός φάνηκε να δείχνει κατανόηση.
Αποφάσισε να με πάει στο μέρος που ζούσε κι αυτός. Εκεί, βρήκα περίπου 25 άτομα από διαφορετικές χώρες να ζουν μαζί.
Ο Τζουμίν μου είπε πως μπορούσα να ξαποστάσω εκεί και την άλλη μέρα ένας φίλος του θα με πήγαινε να ψάξω για δουλειά, για να βγάλω το ψωμί μου.
Πραγματικά, δουλεύαμε σκληρά για να βγάλουμε το φαΐ της ημέρας.
Στις 25 Μάη 1994 πήγα το πρωί στη δουλειά και βρήκα πως μας είχανε απολύσει. Γυρίσαμε πίσω κι ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Εγώ πήρα ένα τρένο για Καλλιθέα, ψάχνοντας για να ψωνίσω τίποτα. Δυστυχώς, ενώ περπατούσα στην άκρη του δρόμου, περισσότεροι από 15 αστυνομικοί εμφανίστηκαν μπροστά μου και χίμηξαν πάνω μου.
Με ξυλοφόρτωσαν πολύ άσχημα, σε βαθμό που αν ήμουν αδύναμος οργανισμός θα μπορούσα να είχα πάθει σοβαρή ζημιά. Ευτυχώς, όμως, είχα γερό οργανισμό επειδή προερχόμουνα από μια χώρα διαφορετική, με πολλή σκληραγώγηση.
Με πήγανε στο αστυνομικό τμήμα, γνωστό σαν «Αλεξάνδρα». Εκεί βρήκα πολλούς μαύρους. Μερικοί μάλιστα ήταν παλιοί συγκάτοικοι μου.
Με ρώτησαν αν τους ήξερα και απάντησα «ναι», δείχνοντας δύο απ’ αυτούς που ζούσαμε μαζί στο ίδιο σπίτι.
Τότε η αστυνομία μας πήγε πίσω στο σπίτι μας, όπου και έκανε εξονυχιστική έρευνα. Δεν βρήκαν τίποτα, παρά μόνο τα ταξιδιωτικά μου έγγραφα. Τα μάζεψαν και μας πήγανε πίσω στο αστυνομικό τμήμα για ανάκριση.
Αφού τέλειωσαν όλη τη διαδικασία, ο αξιωματικός των ναρκωτικών, με ρώτησε αν ήμουν εγώ που έκρυψα τα 100 γραμμάρια ναρκωτικά.
Αρνήθηκα έντονα και του είπα την ιστορία μου, τα έγγραφα μου ήταν πάνω στο γραφείο του και φαινόταν να με πιστεύει.
Μου είπε: «Οκέΐ, θα σε στείλουμε πίσω στην Τανζανία, γιατί δεν μπορούμε να σε στείλουμε πίσω στο Κονγκό. Γι’ αυτό περίμενε να τελειώσει η διαδικασία».
Την άλλη μέρα το πρωί, μας φώναξαν έναν-έναν για νέα ανάκριση. Αυτή τη φορά την είχα άσχημα γιατί δεν ήξερα τη γλώσσα. Γι’ αυτό ο αστυνομικός που ήταν καθήκον εκείνη τη μέρα έγραψε ότι του κατέβηκε ή ότι θεωρούσε καλύτερο για τη δουλειά του, και μετά με υποχρέωσε με τη βία να υπογράψω.
Προσπάθησα να αρνηθώ, αλλά η απάντηση ήταν χοντρό ξύλο. Την άλλη μέρα μου είπανε πως θα καθόμουν στη φυλακή για καιρό, επειδή δεν συνεργαζόμουν.
Την επομένη μας πήγανε σε μια φυλακή γνωστή σαν «Κορυδαλλός», τη μεγαλύτερη φυλακή στην Ελλάδα.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Δεν είχαν βρει τίποτα πάνω μου, στη τσάντα μου ή στο σπίτι μου, εκτός από τα έγγραφα μου.

Η ΖΩΗ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ – Η ΦΥΛΑΚΗ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ 27 Μάη 1994-15 Οκτ. 1995 Το μέρος όπου έμενα ήταν η πτέρυγα Δ, στο δωμάτιο αρ. 15. Αυτή η πτέρυγα είχε κάπου 450 άτομα διαφορετικών εθνοτήτων. Οι περισσότεροι ήταν ναρκομανείς, έμποροι ναρκωτικών και δολοφόνοι. Οι χειρότεροι εγκληματίες στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Ελλάδα. Υπήρχαν επίσης μερικοί αθώοι, θύματα του συστήματος δικαιοσύνης.
Καθώς περνούσαν οι μέρες προσπαθούσα να συνηθίσω το περιβάλλον, παρόλο που ήταν δύσκολο.
Έτυχε τότε να δραπετεύσει ένας κρατούμενος από τη πτέρυγα Γ. Στη πτέρυγα Δ ζούσανε κυρίως άτομα της μαύρης φυλής, διαφόρων εθνικοτήτων. Η πτέρυγα Δ απείχε πολύ από την Γ.
Εξαιτίας της δραπέτευσης, έγινε ένας πανικός και η κατάσταση ασφαλείας ξέφυγε από τον έλεγχο των φρουρών και πολλοί κρατούμενοι της πτέρυγας Γ δραπετεύσανε. Μετά από καμιά δυο ώρες οι φρουροί ξαναπήρανε τον έλεγχο της φυλακής.
Όμως η διοίκηση των φυλακών κάλεσε τα ΜΑΤ και τους έβαλε στη δική μας πτέρυγα, την πτέρυγα Δ. Ανοίξανε τα κελιά όλων των μαύρων, μας έβγαλαν έξω και άρχισαν να ρίχνουν δακρυγόνα. Στη συνέχεια άρχισαν να μας κτυπούν άγρια. Εμείς δεν βλέπαμε απ’ τα δακρυγόνα και αυτοί μας κτυπούσαν όπως θέλανε. Ήταν πολλοί οι άνδρες των ΜΑΤ, δεκάδες, κι εμείς περίπου 15. Σαν αποτέλεσμα, μας πακετάρανε για το νοσοκομείο, γιατί όλοι είχαμε και από μια τουλάχιστον βλάβη στο κορμί. Εγώ έπαθα ζημιά στο αριστερό μάτι, που μέχρι τώρα δεν βλέπει καθαρά.
Σε τέσσερις μέρες μας πήγανε πίσω στη πτέρυγα και μας είπανε: «Κοιτάξτε, εδώ δεν είναι Αφρική. Θα φροντίσουμε οι μισοί να πεθάνετε εδώ κι οι άλλοι μισοί να πάτε πίσω στη χώρα σας σακατεμένοι».
Ένας άνδρας, που τον λέγανε Αθουμάν Μουσταντά Μαμπαράστε, έπαθε μόνιμη βλάβη από τον ξυλοδαρμό. Ο Αθουμάν έπαθε σοβαρά κατάγματα και μεταφέρθηκε πολλές φορές στο νοσοκομείο. Ήταν σαν καθημερινή ρουτίνα. Τελικά, κάποια φορά που τον πήγανε δεν τον ξαναείδαμε.
Μετά από 3 μήνες, ένας Έλληνας που είχε πάει κι αυτός στο νοσοκομείο, σε διπλανό κρεβάτι, γύρισε πίσω στη φυλακή και μας είπε: «Ξέρετε που είναι ο φίλος σας; Πέθανε. Ήτανε να τον εγχειρήσουν, αλλά μάλλον τον στείλανε».
Μας είπε πως άκουσε τον υπεύθυνο αξιωματικό να λέει πως δεν υπάρχουν τα λεφτά για να καλύψουν μια δύσκολη εγχείρηση για έναν Arapi...
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σε αυτή τη φάση δεν ήξερα καν τις κατηγορίες που μου προσάπτανε.
Η γλώσσα ήταν τεράστιο πρόβλημα, αξεπέραστο.

Στις 21 Σεπτέμβρη 1995 με πήγανε στο δικαστήριο μαζί με πολλούς άλλους. Σε εκείνη τη φάση νόμιζα πως η δικαιοσύνη θα έλυνε το πρόβλημα. Μετά από 15 λεπτά, όμως, μου είπανε πως το δικαστήριο είχε τελειώσει και η ποινή μου ήταν 15 χρόνια φυλάκιση! Παρόλο που είχα δικηγόρο και τον είχα πληρώσει με όλα τα λεφτά που είχα μαζέψει δουλεύοντας, για να με απελευθερώσει, δεν εμφανίστηκε να με υπερασπίσει στη δίκη! Θυμάμαι το όνομα αυτού του δικηγόρου. Τον έλεγαν Γιάννη Τσακνόπουλο.
Όταν έφτασα στη φυλακή έκανα έφεση μέσω μιας κοινωνικής λειτουργού και μου είπε να μην ανησυχώ γιατί θα με ξαναφώναζαν για δεύτερη δίκη.
Στις 1 Οκτώβρη 1995 ο διευθυντής της φυλακής με κάλεσε και μου είπε πως έπρεπε να δουλέψω για να μειωθεί η ποινή μου μέχρι τη στιγμή της δεύτερης δίκης, και με διαβεβαίωσε πως θα ελευθερωνόμουν.
Μου ανάθεσε τη δουλειά του διανομέα πάγου, που κράτησε για 15 μέρες. Μετά έπρεπε να πάω στην αυστηρότερη φυλακή της Ελλάδας, με τη μέγιστη ασφάλεια, τον Άγιο Στέφανο στην Πάτρα.

ΦΥΛΑΚΗ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
13 Οκτ. 1995-20 Μάη 1997 Στην Πάτρα δούλεψα αρχικά σαν μπογιατζής. Αργότερα ο διευθυντής με άλλαξε, βάζοντας με να δουλέψω σαν μάγειρας.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στη φυλακή δεν μπορείς να πιάσεις δουλειά αν η συμπεριφορά σου είναι απαράδεκτη.
Η Φυλακή Αγίου Στεφάνου είναι η φυλακή με τη μεγαλύτερη ασφάλεια στην Ελλάδα, έχει μέσα τους πιο καταζητούμενους εγκληματίες και οι περισσότεροι που είναι εκεί μέσα (περίπου το 90%) έχουν φάει ισόβια.
Επομένως, το μεγαλύτερο μου πρόβλημα, η μεγαλύτερη πρόκληση, ήταν να συνηθίσω την συμπεριφορά εγκληματιών και να μάθω να ζω μαζί της. Η άλλη μεγάλη πρόκληση ήταν η ρατσιστική συμπεριφορά των διαφόρων φρουρών.
Ιδιαίτερα ενός, που λεγότανε Αντρέας, Archifylaka.
Αυτός ο Αντρέας έχει ένα αστέρι στον ώμο και πρέπει να έχει κάποιο διευθυντικό πόστο στη Φυλακή του Αγίου Στεφάνου.
Συνήθιζε να έρχεται στο κελί μας (κελί μαύρων) και να μας μαζεύει δύο-δύο για να μας βάλει να κάνουμε διάφορες δουλειές. Τελειώνοντας τις δουλειές μας πήγαινε σε ένα συγκεκριμένο δωμάτιο και μας έβαζε να παίξουμε με τα γεννητικά μας. Εμείς, ωστόσο, αρνιόμασταν και τότε αυτός φώναζε όποιον φρουρό είχε βάρδια εκείνη την ώρα και τον διέταζε να μας δείρει.
Μια φορά ήρθε μέσα στη νύχτα και ζήτησε αυτούς που δουλεύουν στην κουζίνα.
Πραγματικά, είμαστε εγώ και ο Σαλέχε Ντόν.
Μας είπε: «Σήμερα δεν καθαρίσατε καλά την κουζίνα».
Ήταν περίπου 11.30 τη νύχτα.
«Πρέπει να πάτε να καθαρίσετε», συνέχισε.
Εγώ και ο Σαλέχε Ντόν τον ακολουθήσαμε στην κουζίνα.
Τον ρωτήσαμε: «Τι θέλετε να καθαρίσουμε»; Μας απάντησε: «Δεν σας επιτρέπω να με ρωτάτε. Καθαρίστε, και γρήγορα»! Δεν βλέπαμε κάποιο σημείο που να έχει βρωμιά. Όλα ήταν πολύ καθαρά.
Έφυγε και γύρισε πίσω με 6 αστυνομικούς και τους είπε: «Πάρτε αυτούς τους αράπηδες στο κελί. Θα έρθω να τους μιλήσω».
Οι αστυνομικοί ορμήξανε πάνω μας κι άρχισαν να μας βαράνε. Μετά μας πήγανε στο κελί.
Καθώς στεκόμαστε εκεί ματωμένοι, ήρθε κι ο Αντρέας και διέταξε τους αστυνομικούς που μας φυλάγανε εκείνο το βράδυ να βγάλουν τις κουβέρτες από τα κρεβάτια μας και να ρίξουν νερό στο κελί.
Εκείνη την εποχή ήταν χειμώνας. Διαμαρτυρηθήκαμε που ρίχνανε παγωμένο νερό.
Αυτός φώναξε τους αστυνομικούς και τους είπε να μας βγάλουν τα ρούχα. Οι αστυνομικοί ξαναορμήξανε πάνω μας, άρχισαν πάλι να μας βαράνε, πήρανε τα ρούχα μας. κλείσανε την πόρτα κι έφυγαν.
Όπως είπα ήταν χειμώνας και το δωμάτιο παγωμένο, χωρίς κουβέρτα, χωρίς φως και με παγωμένο νερό παντού. Αρχίσαμε να κλαίμε και να φωνάζουμε να μας βγάλουν από κει. Αυτός, όμως, ήρθε μέσα με ένα γκλομπ και μας κυνηγούσε μέσα στο δωμάτιο και μας χτυπούσε σαν κατσαρίδες.
Μας είπε: «Κάθε βράδυ θα σας γαμώ, αράπηδες. Έτσι, όταν πάτε πίσω στις χώρες σας θα θυμάστε και δεν θα γυρίσετε εδώ».
Εκείνο το βράδυ μείναμε γυμνοί, χωρίς ρούχα, χωρίς κουβέρτες μέσα στο παγωμένο νερό.
Την άλλη μέρα, μας βγάλανε έξω, χωρίς να μας δώσουν καμιά περίθαλψη. Μόνο μετά από 3 μέρες μας φροντίσανε.
Εξαιτίας της αστυνομικής βαρβαρότητας το αριστερό μου μάτι δεν βλέπει καθαρά, το αριστερό μου αυτί δεν ακούει καλά. Αλλά και ο ένας μου νεφρός έπαθε ζημιά εξαιτίας της αστυνομίας. Έχω ακράτεια ούρων κάθε 5 λεπτά. Για όλα αυτά δεν κατηγορήθηκε ποτέ κανένας. Μονάχα εγώ μένω για πάντα πίσω από τα κάγκελα.

ΕΞΕΓΕΡΣΗ 1995-96
Το 1995-1996, ξέσπασαν μεγάλες εξεγέρσεις σε όλες σχεδόν τις φυλακές της Ελλάδας, αλλά στον Άγιο Στέφανο ήταν οι πιο σοβαρές και μεγάλες.
Η φυλακή πυρπολήθηκε σε κάθε γωνιά, και υπήρχαν ξυλοδαρμοί και μαχαιρώματα παντού, και όποιος ήταν δυνατός μπορούσε να κάνει ότι ήθελε σε όποιον ήθελε. Αυτή ήταν μια από τις πιο σκοτεινές στιγμές που έζησα σε όλη μου τη ζωή.
Σ’ αυτή την εξέγερση κατάλαβα πως το να είσαι μαύρος είναι από μόνο του έγκλημα. Γιατί όλοι ορμούσαν εναντίον μας.
Ο Νίκος Χατζηηλίας, που ήταν ηγέτης της εξέγερσης, αφού έδειρε τον διευθυντή της φυλακής και τον παρέδωσε στον Νίκο Καραϊτζή, που ήταν ο παλιότερος κρατούμενος, ξαναοργάνωσε την ομάδα του και ήρθε καταπάνω μας με ένα μεγάλο κουζινομάχαιρο.
Μας είπε: «Θέλουμε ότι έχετε, αλλιώς το αίμα σας θα τρέξει σαν νερό».
Αρχίσαμε να δίνουμε ότι είχαμε και δεν είχαμε. Παρόλα αυτά μας χτύπησε με το μαχαίρι όλους. Όλοι τώρα έχουμε από μια τουλάχιστον χαρακιά.
Μετά, μας πήγανε όλους στην ταράτσα της φυλακής, ώστε να μας πιάσουνε οι κάμερες.
Οι εξεγερμένοι φωνάξανε στα ΜΑΤ: «Αν δοκιμάσετε να εισβάλετε, αυτοί οι εφτά Αράπηδες θα πεθάνουν».
Ο Νίκος Χατζηηλίας είπε στην ομάδα του να μας μαχαιρώσουν αν δουν τα ΜΑΤ να μπαίνουν μέσα.
Εμείς φωνάζαμε στα ΜΑΤ να μην μπουν, γιατί αλλιώς θα πεθάνουμε. Όποιος δεν φώναζε στα ΜΑΤ δυνατά κινδύνευε να τον μαχαιρώσουν.
Αυτός ο Χατζηηλίας ήταν σαν κτήνος. Μας μαχαίρωνε σαν ψάρια για να φωνάζουμε. Αυτός ο άνθρωπος δεν κατηγορήθηκε ποτέ για αυτά που έκανε. Τώρα είναι ελεύθερος, ενώ εμείς είμαστε ακόμα μέσα.

Σαν αποτέλεσμα της εξέγερσης στις φυλακές της Πάτρας όλα τα έγγραφα που είχα μαζί μου καταστράφηκαν. Σ’ αυτά περιλαμβάνονταν: -Το διεθνές προσφυγικό μου διαβατήριο - Τη διεθνή κάρτα εμβολίων μου - Τη διεθνή ταυτότητα που μου είχε δώσει ο Ερυθρός Σταυρός στο Λίβανο.

Στη διάρκεια όλων αυτών των εξελίξεων, εγώ περίμενα για την απάντηση της έφεσης μου, την οποία πήρα στις 22 Σεπτέμβρη 1995.
Εντωμεταξύ μεταφέρθηκα στις ανοιχτές φυλακές που είναι γνωστές σαν Αγροτικές Φυλακές Κορίνθου. Αυτό συνέβηκε στις 20 Μάη 1997.

ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ 20 Μάη 1997 – 8 Φλεβάρη 1998 Εδώ τα πράγματα ήταν πιο ήσυχα.
Στις 21 Μάη 1997 ξεκίνησα δουλειά στη φυλακή Κορίνθου σαν μάγειρας, μέχρι τις 15 Οκτ. 1997, που με κάλεσαν για το δεύτερο δικαστήριο.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αυτή τη φορά ήμουν έτοιμος, ξέροντας ποιες ήταν οι κατηγορίες εναντίον μου. Όσο για τη γλώσσα, ποτέ πριν δεν ήταν για μένα τόσο μεγάλη η πρόκληση. Γι’ αυτό έπρεπε να προετοιμαστώ καλά.

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ Επικοινώνησα με την κοινωνική λειτουργό για να της εξηγήσω τα προβλήματα μου και γενικά για να συζητήσω την υπόθεση μου. Μου είπε «Θα σε βοηθήσουμε να βρεις δικηγόρο και θα πληρώσουμε τα μισά του λεφτά».
Δυστυχώς στις 6 Νοέμβρη 1997 η υπόθεση αναβλήθηκε χωρίς να πάμε στο δικαστήριο. Απλά ειδοποιήθηκα από το φρουρό ότι «Η υπόθεση σου έχει αναβληθεί, και είναι ανοιχτή η ημερομηνία της. Θα σε ενημερώσουν για τη μέρα που θα πραγματοποιηθεί».
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αυτό συνέβηκε μετά από 3 χρόνια στη φυλακή, σ΄ όλη τη διάρκεια των οποίων δούλευα.
Στις 4 Φλεβάρη 1998, μεταφέρθηκα σε άλλη φυλακή, γνωστή σαν Αγροτική Χανίων, στην Κρήτη.

ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΧΑΝΙΩΝ, ΚΡΗΤΗ 4 Φεβρουαρίου ’98 – 27 Νοέμβρη 1999.
Εδώ ξεκίνησα να δουλεύω σαν μάγειρας, αλλά η διοίκηση με άλλαξε βάζοντας με να δουλέψω σε γεωργικές δουλειές. Η απόδοση μου ήταν πολύ καλή, κι έτσι η διοίκηση με άλλαξε ξανά για να με κάνει kafenio ypallilo (καφετζή) δηλαδή κάτι σαν υπάλληλο για τους καφέδες.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Για να πάρεις μια δουλειά αυτού του είδους στη φυλακή, δηλαδή να σερβίρεις τον διευθυντή, τον Archifylaka, τον Sangelea καθώς και όλους τους φρουρούς της φυλακής σε όλες τις βάρδιες, νύχτα ή μέρα, δεν ήταν κάτι εύκολο, έπρεπε να είσαι έμπιστος και με καλή συμπεριφορά.
Σ’ αυτή τη φυλακή δεν είχα φασαρίες.
Φτάνοντας στις 27 Νοεμβρίου 1999, πήγα ξανά στο δικαστήριο για την έφεση.
Αυτή τη φορά, είχα προετοιμαστεί καλά με τον δικηγόρο από την κοινωνική λειτουργό, ονόματι Αναγνωστάκη Αντρέα.
Αυτή τη φορά το δικαστήριο δεν κράτησε μόνο 15 λεπτά, αλλά 3 ώρες, εξετάζοντας όλα τα στοιχεία και όλους τους μάρτυρες. Τελικά, η δικαιοσύνη πήρε το δρόμο της.
Το δικαστήριο με άφησε ελεύθερο, κηρύσσοντας με αθώο. Αυτή ήταν μια πολύ-πολύ συναισθηματική στιγμή, όχι μόνο για μένα, αλλά για όλους όσους ήταν στο δικαστήριο εκείνη τη μέρα.
Ο αστυνομικός, ο μάρτυρας-κλειδί στην υπόθεση, ήρθε προσωπικά και μου απολογήθηκε. Επέμενε πως δεν έφταιγε αυτός, και πως έπρεπε να τον συγχωρέσω.
Μου υποσχέθηκε να με στηρίξει να φτιάξω τη ζωή μου, μου έδωσε τη διεύθυνση του και τον αριθμό του τηλεφώνου του και έφτασε στο σημείο να μου πει πως αν ήθελα να πάω να μείνω με την οικογένεια του ήταν πρόθυμος να δεχτεί.
Ωστόσο, δεν το έκανα. Δεν θα συγχωρέσω ποτέ αυτό τον αστυνομικό, όσο θυμάμαι πόσο βάρβαρος ήταν την πρώτη μέρα και πως ήταν αυτός που με έκανε να πληρώνω με τη ζωή μου μέχρι τώρα.
Ωστόσο, πήγα πίσω στον Κορυδαλλό για να τελειώσω με τις γραφειακές διαδικασίες, όπως διέταξαν οι δικαστές. Αλλά, εκεί η ιστορία ήταν διαφορετική.
Η διοίκηση με κράτησε ακόμα 3 μέρες, και μετά με παραδώσανε στον αξιωματικό αλλοδαπών, γνωστό σαν Μιχάλη.
Αυτός ήταν ένα νεαρό παιδί, γύρω στα 26. Μιλούσε ευγενικά και φαινόταν πολύ κύριος και υπεύθυνος στη δουλειά του.
Το ακόλουθο είναι ένας διάλογος ανάμεσα σε μένα και τον αξιωματικό αλλοδαπών μπροστά στη γραμματεία της φυλακής, μερικά λεπτά πριν φύγω από τη φυλακή: Μιχάλης, αξιωματικός αλλοδαπών: «Ποιο είναι το όνομα σου και από πού κατάγεσαι;» Του είπα το ονοματεπώνυμο μου και από πού κατάγομαι, δηλαδή το Κονγκό.
Αξιωματικός: «Δεν θέλω μαλακίες, αλλιώς θα μείνεις εδώ για περισσότερο από ένα χρόνο».
Του είπα: «Θες να σου πω την αλήθεια, ή θέλεις να σου πω ψέματα;» Αυτός μου είπε: «Θέλω να συνεργαστείς και να μην μου κάνεις τη δουλειά μου δύσκολη. Οκέϊ; Πάμε τώρα και θα έρθω αύριο να πάρω κανονικά τα στοιχεία σου».
Με πήγε στο μέρος που είναι γνωστό σαν Κρατητήρια Αλλοδαπών Δραπετσώνα.
Επόμενη μέρα: Μιχάλης: «Μπικόνγκο, δεν συνεργάζεσαι, επομένως θα σε κρατήσω εδώ όσο χρειάζεται, και κάποια στιγμή θα βρω τον τρόπο να σε στείλω πίσω στην Τανζανία, όπως μου λένε τα χαρτιά μου».
Προσπάθησα να του εξηγήσω πως τα χαρτιά αυτά δεν ήταν γνήσια, και πως τα δικά μου έγγραφα είχαν χαθεί στην Πάτρα.
Μιχάλης: «Σε πιστεύω, αλλά άσε με να σου το πω με δυο λόγια. Δεν μπορώ να σε στείλω στο Κονγκό, γιατί υπάρχουν προβλήματα εκεί. Σε συμπαθώ πολύ και θα σου πω πως μπορώ να σε βοηθήσω. Γέμισε αυτή τη φόρμα και θα βρω τρόπο να σε βοηθήσω. Αλλά, αν επιμείνεις στη μαλακία Κονγκό-Κονγκό δεν έχει βοήθεια.
Αντίθετα, θα σε ξεχάσουμε εδώ μέσα».
Τελοσπάντων, τι ήταν αυτή η φόρμα; Στο πάνω μέρος της φόρμας ήταν γραμμένο «Ενωμένη Δημοκρατία της Τανζανίας» και ήταν μια αίτηση για ταξιδιωτικό έγγραφο. Γέμισα τη φόρμα, υπό την επιτήρηση του αξιωματικού αλλοδαπών, και μετά την έστειλαν στην Πρεσβεία της Τανζανίας στη Ρώμη.
Η απάντηση ήταν πως με το να μείνω για ένα διάστημα στην Τανζανία δεν σημαίνει πως έγινα και υπήκοος της Τανζανίας. Επομένως δεν υπήρχαν στοιχεία για την έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων της Τανζανίας, αφού δεν είμαι Τανζανός.
Σε μερικές μέρες, ο Μιχάλης ξαναήρθε με ένα χαρτί, που το έχω ακόμα μαζί μου και μου είπε: «Θα σου δώσω αυτό το χαρτί, δεν χρειάζεται να μείνεις άλλο εδώ. Όποτε ετοιμάσεις τα χαρτιά σου, φύγε απ’ αυτή τη χώρα, σε παρακαλώ. Σου υποσχέθηκα να σε βοηθήσω και αυτός είναι ο τρόπος που κρατάω το λόγο μου».
Μπικόνγκο: «Ευχαριστώ πολύ».
Αυτά έγιναν το Γενάρη του 2000. Μετά από σχεδόν 6 χρόνια στη φυλακή, όπου δούλεψα σκληρά, χωρίς να περιμένω βοήθεια από κανέναν και το μόνο που χρειαζόμουν πια ήταν την ελευθερία μου.
Όσο αφορά τη δουλειά μου στη φυλακή, ας μου επιτρέψετε να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Μιχάλη που κάποτε είπε: Σύμφωνα με τον ελληνικό νόμο, όποιος δουλεύει μέσα στη φυλακή, οι μέρες εργασίας του θα προστεθούν σε αυτές που εξέτισε και θα αφαιρεθούν τελικά από τη συνολική ποινή.
Επομένως, με τις μέρες που εγώ δούλεψα σκληρά, η παραμονή μου στη φυλακή ξεπερνά τα 8 χρόνια.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι συνολικές μέρες εργασίας μου είναι καταγραμμένες στα βιβλία της φυλακής στα Χανιά.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ Όταν βγήκα στις αρχές του Γενάρη 2000, η ζωή μου ήταν άνω κάτω.
Αυτό που έβλεπα δεν ήταν αυτό που περίμενα.
Στην πραγματικότητα ήταν μια πολύ μεγάλη πρόκληση για μένα από κάθε πλευρά, ιδιαίτερα οικονομικά.
Επομένως, επικοινώνησα με διάφορες οργανώσεις, ψάχνοντας για βοήθεια, αλλά καμιά δεν ενδιαφέρθηκε, εκτός απ’ αυτήν που είναι γνωστή ως YRE, δηλαδή Νεολαία ενάντια στο Ρατσισμό στην Ευρώπη.
Ήξερα αυτούς τους ανθρώπους από την περίοδο που ήμουν στο κρατητήριο αλλοδαπών Δραπετσώνα, και πιστεύω πως έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην απελευθέρωση μου από εκεί, εκφράζοντας την υποστήριξη τους με διαβήματα στους αξιωματικούς αλλοδαπών.
Εδώ, αυτό που μπορώ να πω για αυτούς τους ανθρώπους είναι πως είναι πραγματικά καλοί άνθρωποι, που μπορούν να καταλάβουν τη σημασία των αναγκών κάθε ανθρώπινου πλάσματος μέχρι το τελευταίο, χωρίς να κοιτάνε τη ράτσα ή την καταγωγή του. Είναι οι άνθρωποι εκείνοι που μπορούν να υπερασπίσουν τα δικαιώματα του καθένα, αν αντιληφθούν πως η δικαιοσύνη δεν παίρνει το δρόμο της από μόνη της. Είναι οι άνθρωποι που έχουν φοβερή δυναμικότητα, ανθρωπιά και πίστη σε αυτά που υποστηρίζουν.
Είναι μια υπέροχη οργάνωση, με υπέροχους ανθρώπους. Για μένα, αυτοί οι άνθρωποι είναι οι «καλοί άνθρωποι».
Και η υπόσχεση μου σε αυτή την οργάνωση είναι πως θα τους υποστηρίζω όπου και να ’μαι, και θα τους αφιερώνω όση ενέργεια μπορώ.
Με υποστήριξαν σε όλα τα προβλήματα που πέρασα και συνεχίζουν να το κάνουν.
Με έκαναν να νιώσω άνθρωπος σαν όλοι οι άλλοι. Μου ξαναδώσανε την ελπίδα για τη ζωή. Με έκαναν να νιώσω άνθρωπος σε ένα νέο κόσμο, που να αξίζω το δικαίωμα να ζήσω όπως οι άλλοι.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αυτό που κάνουν δεν είναι μόνο για μένα, αλλά για όποιον τους πλησίασε και τους ζήτησε τη βοήθεια.
Η καλοσύνη αυτών των ανθρώπων νόμιζα πως δεν υπήρχε πια σ’ αυτό τον κόσμο, αλλά τη βρήκα. Αυτοί είναι καλοί άνθρωποι με σάρκα και οστά.
Οι άνθρωποι που μπορούν να υποστηρίξουν κάποιον, οδηγώντας τον από τις πιο σκοτεινές στιγμές στις πιο φωτεινές, χωρίς να περιμένουν τίποτα σε αντάλλαγμα.
Πραγματικά, για μένα, οτιδήποτε στρέφεται ενάντια σε αυτή την οργάνωση δεν είναι καλό.
Με τη βοήθεια της YRE ξεκίνησα καλά, σε ένα νέο κόσμο, έτρεχα πάνω κάτω, ψάχνοντας μέρος να δουλέψω για να βγάλω το ψωμί μου, έχοντας πιάσει δικό μου σπίτι κι έχοντας αρχίσει να ζω όπως οι άλλοι άνθρωποι.
Αλλά, φτάνοντας στις 12 Δεκ. 2000, ενώ προσπαθούσα να κάνω τα ψώνια μου – κατ’ ακρίβεια, είχα τελειώσει και ξεκινούσα να γυρίσω σπίτι – ένα περιπολικό σταμάτησε δίπλα μου, και ο αστυνομικός μου είπε πειρακτικά: «Ela edo mavro». Στην αρχή νόμισα πως ήταν αστείο, απ’ αυτά που συνηθίζουν οι Έλληνες. Μετά ο αστυνομικός, με δυο αστέρια στον ώμο, με ρώτησε: «Grigora, eki taftotita?» Αυτό πήγαινε να πει αν είχα μαζί μου ταυτότητα.
Είπα: «Δεν την έχω εδώ μαζί μου, αλλά αυτό το σπίτι μπροστά σου είναι το σπίτι που μένω, έτσι μπορώ να πάω, ή να πάμε μαζί, να την πάρουμε».
Αστυνομικός: «Τι έχεις μέσα στη τσάντα;» Μπικόνγκο: «Κάτι χειμωνιάτικα ρούχα που μόλις αγόρασα και μερικά μουσικά cd, περίπου 22».
Αστυνομικός: «Ξέρεις ότι είναι παράνομο να κρατάς και να πουλάς cd; Από πού τα αγόρασες;» Μπικόνγκο: «Εκεί», και του έδειξα με το δάχτυλο μου τη γυναίκα που τα πουλούσε.
Αστυνομικός: «Περίμενε λίγο εδώ».
Ο αστυνομικός έτρεξε προς τη γυναίκα αλλά αυτή πρόλαβε κι έφυγε αφήνοντας μια τσάντα με πολλά αντίγραφα cd, περίπου 200.
Μάζεψε τη τσάντα με τα cd και γύρισε πίσω.
Όταν γύρισε μου είπε: «Έλα μαζί μου, mavro pedhi (μαύρο παιδί), είσαι καλός εσύ».
Πήγαμε μαζί σε ένα αστυνομικό τμήμα και γυρνώντας σε μένα μου είπε: «Κατηγορείσαι για παράνομη παραμονή στη χώρα και για πώληση πλαστών cd».
Την άλλη μέρα, με πήγανε στο δικαστήριο.
Ο δικαστής αρνήθηκε να διατάξει την απέλαση μου. Ο εισαγγελέας το ζητούσε, αλλά οι δικαστές δεν βρήκαν νομική βάση για την απέλαση μου. Η συζήτηση ήταν ξεκάθαρη και όλοι οι αστυνομικοί ακούγανε. Αλλά εγώ είμαι ακόμα εδώ στο κρατητήριο αλλοδαπών, περιμένοντας απέλαση.
Μήπως αυτό σημαίνει πως οι δικαστές δεν ξέρουν τι κάνουν, ενώ το Αλλοδαπών ξέρει καλύτερα; Όταν ρώτησα τον αξιωματικό του Αλλοδαπών τους λόγους της απόφασης να με κρατήσουν μέσα, μου είπανε: «Όταν σε αποφυλακίσαμε την πρώτη φορά, μας έλεγες ότι είσαι Τανζανός. Και τώρα μας λες ότι είσαι Κονγκολέζος!!» Τώρα, αν διαβάσετε προσεκτικά τις σελίδες όπου γράφω το διάλογο μου με τον αξιωματικό του Αλλοδαπών γνωστό σαν Μιχάλη, θα καταλάβετε ποια είναι η πραγματικότητα και γιατί οι δικαιολογίες τους δεν έχουν καμιά βάση.

ΚΡΑΤΗΤΗΡΙΑ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ Το Τμήμα που με πήγανε στην αρχή, στο Μοσχάτο ήταν πολύ βρώμικο. Η τουαλέτα ήταν σχεδόν μέσα στο δωμάτιο που κοιμόμαστε, κι αντί για μπάνιο μας αφήνανε να ρίχνουμε λίγο νερό πάνω μας από το νεροχύτη στην τουαλέτα. Χαρτί σπάνια υπήρχε στην τουαλέτα. Τα στρώματα κι οι κουβέρτες βρωμούσανε και προσπαθούσα να μην τα ακουμπάω.
Άρχισα να έχω αίμα στα ούρα. Με πήγανε στο νοσοκομείο, αλλά ο αστυνομικός με το γιατρό συμφωνήσανε να μην μου γράψουν κανονικά φάρμακα, γιατί ήταν ακριβά. Μου γράψανε μόνο Ντεπόν.
Με τη βρωμιά και το πρόβλημα με τα νεφρά μου φοβόμουν ότι θα πεθάνω εκεί.
Φώναξα πολλές φορές και παραπονέθηκα. Ζήτησα να με πάνε στα κρατητήρια Ασκληπιού.
Πραγματικά, μετά από λίγες μέρες με πήγανε. Αλλά, εκεί τα πράματα ήταν αλλιώς. Οι αστυνομικοί που με περιμένανε μου είπανε να βγάλω το εσώρουχο μου γιατί είχε κορδόνι και να μείνω μόνο με το παντελόνι και τη μπλούζα.
Εγώ τους ρώτησα γιατί κι αυτοί μου είπανε πως δεν επιτρέπεται το κορδόνι.
Τους έδειξα τους υπόλοιπους κρατούμενους και τους είπα πως και αυτοί φοράνε φόρμες κι άλλα ρούχα με κορδόνια. Τότε ένας απ’ αυτούς με έσπρωξε, με έριξε κάτω κι άρχισε να με κλωτσά μαζί με τους υπόλοιπους αστυνομικούς μπροστά στα μάτια των υπόλοιπων κρατουμένων.
Χρειάστηκε να δέσω με πανιά το χέρι και τον ώμο μου γιατί με πονούσανε για αρκετές μέρες.
Μια άλλη φορά, απόγευμα, οι αστυνομικοί κάθονταν και πίνανε ούζο, γελούσανε και φωνάζανε.
Τότε ένας απ’ αυτούς είπε: «Φωνάξτε τον Αράπη (ήμουν ο μόνος μαύρος τότε σε αυτά τα κρατητήρια) να δούμε τον μαύρο του τον κώλο!».
Με βγάλανε έξω και τότε μου είπανε να βγάλω το παντελόνι μου. Εγώ είπα όχι κι αυτοί ορμήξανε πάνω μου κι αρχίσανε να με χτυπάνε και να με βρίζουνε.
Τις πρώτες μέρες με χτυπούσανε συχνά, μέχρι που παρέμβηκε η YRE και μίλησε με τους αξιωματικούς Αλλοδαπών.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ Το όνομα μου είναι Ραμαντάνι Ομάγκι Μπικόνγκο Γουά Μπικονγκουλάμπους.
Γεννήθηκα στο Κονγκό Λεοπολντβίλ, στις 27/11/1963. Το όνομα της μητέρας μου είναι Κάντινγκ Ρεχάνι Μούμπα Ρεχάνι, γεννημένη στο Γκόμου, στο Κονγκό Λεοπολντβίλ.
Όσο αφορά το ζήτημα της Τανγκανίκα, που τώρα λέγεται Τανζανία, έζησα δυο περιόδους της ζωής μου εκεί. Αλλά ποτέ δεν ήμουν και δεν ζήτησα να γίνω Τανζανός.
Όσες φορές μας πλησίασαν διάφοροι για να πείσουν εμένα και τον αδελφό μου να αλλάξουμε εθνικότητα αρνηθήκαμε. Από τη μια γιατί έτσι καταστρέφαμε τις ρίζες μας, αυτές που ορίζανε εμένα και τον αδελφό μου αυτές που θέλαμε να κληρονομήσουν τα παιδιά μας.
Υπήρχε ακόμα ένας πολύ σημαντικός λόγος.
Ο πατέρας μας ήταν ένας ώριμος πολιτικός που πέθανε για τις ιδέες του. Αυτή την παράδοση της οικογένειας μας δεν θέλαμε να σβήσουμε.

Δεν πήγα ποτέ στο σχολείο αρκετά για να μπορώ να σχολιάσω το σύνταγμα ή τους νόμους των διάφορων χωρών, αλλά εγώ, σαν ένας απλός άνθρωπος, έχω τη δικιά μου άποψη για: 1. Το σύνταγμα 2. Το δικαστήριο 3. Την αστυνομία Το σύνταγμα μιας χώρας είναι το κλειδί ή ο μηχανισμός στον οποίο στηρίζεται κάθε νομικό επιχείρημα ή απόφαση. Το σύνταγμα είναι το κλειδί ή ο νομικός μηχανισμός κάθε κοινωνίας. Γιατί κοινωνίες που δεν έχουν σύνταγμα ή έχουν αλλά δεν το ακολούθησαν πρέπει να θεωρούνται δικτατορικές.
Το δικαστήριο είναι ένας μηχανισμός που δημιουργείται από κάθε δημοκρατική κοινωνία για να ερμηνεύει το νόμο του συντάγματος και να τον εφαρμόζει στην κοινωνία.
Η αστυνομία είναι ένας μηχανισμός που φτιάχνεται από την κυβέρνηση ή την κοινωνία για να ασκεί την εξουσία του νόμου, στηριγμένη πάνω στις αποφάσεις των δικαστηρίων.
Ξαναζητάω συγνώμη, αλλά αυτά πιστεύω εγώ. Μπορεί να μην είναι κι έτσι.
Οκέϊ.
Γυρνώντας πίσω στην ιστορία μου, με όλους αυτούς τους τρεις μηχανισμούς της κοινωνίας, που πιστεύω πως πρέπει να είναι δημοκρατικοί, η απόφαση βγήκε από το δικαστήριο, γιατί πρέπει στην πράξη να εφαρμοστεί κάτι διαφορετικό; Εδώ είμαι αντιμέτωπος με μια διαφορετική πραγματικότητα.
Στην περίπτωση μου, στην κατάσταση που βρίσκομαι σήμερα στα κρατητήρια Πειραιά, μου είπανε να περιμένω την απόφαση του Υπουργείου. Δεν καταλαβαίνω. Έχει το υπουργείο εξουσίες από το σύνταγμα να απορρίπτει ή να συμπληρώνει τους νόμους αυτής της χώρας; Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τι νόημα έχει να υπάρχει το δικαστήριο; Και πάλι λέω, αν έτσι έχουν τα πράγματα, τι διαφορά έχει τότε μια δημοκρατική χώρα από μια μη δημοκρατική ή από τους γκάνγκστερ; Πιστεύω πραγματικά πως δεν αξίζω όλα αυτά που μου συμβαίνουν, μια και δεν υπάρχει συγκεκριμένο σύνταγμα ή δικαστική απόφαση που να επιβάλλει να βρίσκομαι σε αυτή την άθλια κατάσταση, όχι μόνο σήμερα, αλλά από την αρχή όλων αυτών, δηλαδή στις 25 Μάη 1994.
Είμαι ακόμα πίσω από τα κάγκελα στον Πειραιά, περιμένοντας αυτό που πιστεύω πως είναι μια ανόητη απόφαση ενός ανθρώπου. Δεν ξέρω ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος. Οπωσδήποτε όμως δεν είναι Θεός μου.

29 Δεκ. 2000 Ραμαντάνι Ομάγκι Μπικόνγκο Γουά Μπικανγκουλάμπους Γεννήθηκα 27 Νοεμβρίου 1963 στο Κονγκό Λεοπολντβίλ ΚΑΙ Η ΦΥΛΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΜΑΝΙΕΜΑ BIKONGO RAMADHANI

A SHORT HISTORY OF HIS LIFE AFTER MORE THAN 3 DECADES IN EXILE

During colonization Congo found itself under Belgium regime.
The Belgium regime named Congo as Congo Leopold Ville, meaning that Congo was the Village of Leopold, the Belgium leader.
In the struggle for independence, different leaders came up, among them Kasavubu and Patrice Lumumba.
Those two leaders introduced two different political parties with different perspectives.
Kasavubu introduced a party known as Abako and Lumumba introduced another known as NNC.
My parents were supporting NNC, under Patrice Lumumba. However, Kasavubu's party was strong enough to overthrow the Belgian regime. This was as early as 30 June 1960. At that time I was not yet born.
On the 3rd of June 1960 Congo won independence and Kasavubu became the first President of Congo on 13 Sept. 1960. But his government was very weak, so he asked for an alliance with NNC.
Patrice Lumumba, leader of the NNC, readily agreed, because he was promised the position of prime minister, but some from within his party were strongly opposed. Amongst those were my parents.
They believed that two parties based on different ideologies could make a union only by miracle. On the other hand, they argued, a coalition of these parties without any opposition party would kill democracy in Congo.
In spite of his denunciation by his party rivals as traitor, Lumumba went ahead with the agreement.
The Kasavubu-Lumumba administration was soon faced with a strong opposition. As a result they started to kill and torture, as a means of bending the opposition. They called this “assimilation policy”. (The same policy was later followed by Mobutu too). The government not only murdered and raped supporters of the opposition, but they also drove them out of the country, establishing a dictatorship. This Babylonian system of killing and butchering undermined support for Kasavubu Lumumba's administration. The people lost confidence in the government and different guerilla groups were organized. Mobutu’s guerillas got the greatest support in their fight to overthrow the government.

My father, Omagy Bikongo Wa Bikangulabus, was found massacred on a train.
He had been killed by Kasavubu-Lumumba's men, because he was among those who were very strongly opposed to the political marriage of the two parties. This happened on 13 December 1964 when I was 1 year old.
The government’s massacre was aimed against specific tribes, which were in opposition. They tried to wipe away my tribe and convert Kalemie, our village, to a military base. Indeed, up to now this place has never been peaceful.
This kind of atrocities committed by Kasavubu-Lumumba's administration forced me, my mother and my brother to flee Kalemie to Baraks village.
Later on the wave of massacre spread everywhere, as Kasavubu's administration believed that this was the only way to bend the opposition.
On 1969, i.e. 4 years after Mobutu succeeded in overthrowing Kasavubu Lumumba, the disaster was at a maximum. Mobutu's army were slaying whoever was politically involved and wiped out many families at random.
In 1970, me, my brother and my mother found ourselves refugees in Nyamra, a city in Burundi. By then I was 7 years old.
Two years later, in 1972, we fled from Nyamra to Kigoma, a region of Tanganyika, near Congo and Burundi. This was due to the death of our mother, who was, as we believed, poisoned with an unknown substance.

LIFE IN TANGANYIKA (TANZANIA), 1972 Myself and my brother together with other people were taken to Mpomda refugee camp, where we were given education and one meal per day.
During 1974, another wave of refugees, about 17.000 joined us coming from Congo, Rwanda and Burundi, raising the total number to 65.000 people.
As a result of this, diseases like diarrhea, malaria, cholera developed inside the camp to maximum and within a few days 11.000 people died.
The Tanganyika government couldn't control this situation, because the International Red Cross wasn't providing enough support.
A few months later another wave of refugees came. This time the government of Tanganyika and International Red Cross indeed couldn't control anything, because a war amongst refugees started inside the camp.
Mobutu had won and drove away the supporters of the government, who fled to Tanganyika, Angola, Rwanda and Burundi. Those who joined us in Tanganyika pursued the same policy inside the camp. This time they used secret poisoning and slaying of members of undesired tribes.
They had the support of the government of Tanganyika, which backed the Kasavubu-Lumumba government. This support allowed the Kasavubu-Lumumba government to establish a guerilla base in a part of Tanganyika known as Kigoma, in Nyamori area. This guerilla group, led by Laurent Dezere Kabilla, was known as Mulele army and was in cooperation with MPLA of Angola.
So, we found ourselves in a war of the same kind as the one we had fled.
This caused me and my brother to leave the camp to neighbouring Kenya, but after a few months the government sent us back to the camp by force.

SECOND CAMP LIFE, 1975-76 We found ourselves in a free market of conflicting guerrilla armies.
In the camp the weak died and the strong survived. This was a crime, but the Tanganyika government pretended they did not see it.
We were collected by force from the camp by certain army with guns and we were forced to go to neighbouring Zungo to raid the village of the civilians. Then we returned back to the camp. It was like daily routine.
Night in the raid, daytime in the camp.
The Mulele army was claiming that it was fighting for Lumumbas interest.
MPLA was on Angola’s side therefore the refugees’ camp was something like a soldiers’ supermarket to them.
In 1980 me and my brother managed to get to Kenya to a place known as Mombasa. From Mombasa we took a ship toward Lattakia in Syria. On the way to Syria the crew of the ship saw my brother hiding but they couldn’t see me.
They decided to throw him into the sea. I didn’t see him again ever since, so I do believe he drowned in the Indian Ocean.

SYRIA – 1981 When I reached Syria I managed to get out and report about my brother’s death to the authorities but they couldn’t do anything. After that they took me to a Palestinian refugee camp.
Learning the Arabic language was as difficult as getting trained as a soldier. I carried sandbags to the mountain in order to cover trenches.
This was my daily job. After getting lessons in Arabic I climbed the mountain with sandbags.

1982 INSIDE LEBANON CAMP The authorities of the camp decided to transfer me along with some Sudanese, as well as some Somalis to Beirut.
We were trained for the battle to fight even against Israel if necessary.
On June 1992 the authorities ordered me to go back to the camp in Tanganyika (Tanzania).
This time the camp was better organised in comparison to the previous one.
The head of the camp asked me to give training to the guerrilla soldiers to prepare them for opposition to Mobutu’s government. This man was known as Chief Seif Kamdanga Malingumu.
I didn’t want to do this job so I escaped through Nairobi back to Beirut.
This was in 1983 when I was 20 years old.
This time I tried to get the necessary document from the Red Cross so that I could look for a peaceful place because Beirut was very dangerous.
In the middle of 1984 I managed to collect the necessary document to travel. It took me some time to collect the necessary money and then I traveled from Beirut port to Limassol Cyprus then to Thessaloniki and then in 1992 to Piraeus.

LIFE IN GREECE 1992-2001 Reaching Piraeus I met a black guy known as Jumine. I explained to him my problems and he understood me.
He decided to take me to the place were he lived. There I found about twenty five people from different countries living together.
Jumine told me that I could rest there and that the next day one of his friends would take me to look for a job so that I could get my daily bread.
Indeed we worked every day to get our daily bread.
On 25 May 1994 I went to work in the morning but there was no work for us any more. We went back and everybody took his own way. I took a train toward Kallithea going around, looking for something to buy. Unfortunately while I was walking along side the road more than 15 policemen appeared in front of me and started to jump on to my body.
They beat me so bad that if I was weak I could be damaged. Fortunately I was physically fit because I came from a different country with a lot of training. They took me to a police station known as “Alexandra”. There I found many black boys. With some of them we used to live together.
They asked me if I knew them and I answered “yes”. I pointed at two of them with whom I used to live together in the same building.
Then the police took us where we were staying for proper control. They found nothing but my documents. They collected them and took us back to the police station for more interview.
After finishing all this process, the drugs officer asked me if I was the one who brought these drugs (100 gr) I refused very strongly and told him my part of the story. My documents were on his table and he seemed to believe me.
He told me: “OK, we will send you back to Tanzania because we are not able to send you back to Congo. Therefore wait for the procedure”.
The next day in the morning they called us one by one for the next interview. This time I was in trouble because I didn’t know the language.
Therefore the policeman who was on duty that day wrote whatever he liked or thought that was best for his job, and then forced me to sign.
I tried to refuse but what I got was a serious beating. The next day they told me that I was going to spend some time in prison because I didn’t cooperate.
The next day they took us to a prison known as “Koridalos”, the biggest prison in Greece.
Note: they didn’t find anything on me, or in my bag, or in my house, apart from the documents.

LIFE IN PRISON – KORIDALOS PRISON 27 May 1994-15 Oct. 1995 The place where I was living was Delta Section, room No 15. This section contained about 450 people of different nationalities. Most of them were junkies, drug barons, and killers. The worst criminals in Europe, Middle East, as well as Greece. There were also some innocent people, victims of the justice system.
As time went by I tried to cope with the environment, although this was a hard task.
It then happened that a prisoner escaped in another section, known as Section Gamma. Delta Section was mainly occupied by people of the black race, from different nations. Delta and Gamma Sections are two different places located very far apart.
Because of the escape security got out of control and many prisoners from Gamma section escaped. In a couple of hours, the guards regained control of the prison.
But what happened was that the prison administration called MAT police (riot police) and let them into our section, i.e. Delta, and opened every cell with black men, took us out and started using tear bombs. So we couldn’t see a thing, and they started to beat us any way they liked. There were many MAT police, tens of them, and we were about 15.
As a result they packed us to the hospital, because everybody was damaged.
Me, I got damage in my left eye. Up to this moment it cannot see clearly.
In four days time they took us back to our section and told us: “Look, here it is not Africa. We will make sure that half of you die here and the rest go back home unfit”.
There was one man named Athuman Mustadha Mabaruste, who got a chronic problem as a result of that beating.
Athuman, who had got some fractures, was taken to hospital and brought back every day. It was like a daily exercise. Finally they took him and we never saw him again.
3 months later a Greek man, who was also treated in the same hospital, in a neighboring bed, came back and told us: “Do you know where your friend is? He has died. He was due to be operated but he was probably murdered”. He told us he had listened to the officer in charge saying that there is no money to spend for a big operation like that for arapi (nigger)… NOTE: this time I didn’t know what I was accused of, because language was a problem. A big one.
On 21st September 1995 I was taken to the court of the law with many others. I thought that justice would solve the problem but it didn’t. After fifteen minutes I was told that the court had finished and that our sentence was 15 years in prison. Although I had a lawyer and I had paid him with all the money that I had worked for to collect so that he would set me free, he didn’t show up for the defense! I remember the name of this lawyer. They called him Yannis Chaknopoulos.
When I reached the prison I filed an appeal through a social worker and she told me not to worry because they were going to call me for a second court.
On 1st October 1995 the director of the prison called me and told me that I had to work to reduce my sentence until the second court and he assured me that after that I would be free.
He gave me the job of ice distributor, which lasted for 15 days. Then I had to go to the strongest prison in Greece, with the maximum security, i.e.
Agios Stefanos in Patra city.

AGIOS STEFANOS PRISON 13 Oct. 1995-20 May 1997 In Patra I worked as a painter and later the director changed me to work as a cook.
NOTE - in prison you cannot get work if your behavior is unacceptable.
The strongest prison in Greece with maximum security contains the most wanted criminals of Europe and most of the people there (about 90%) have life sentences. Therefore, the biggest problem I faced was to get accustomed to criminal behaviour, since I was to live with it. This was the first challenge.
The second was the racist behaviour of different guards, especially one called Andrea, archifylaka (head guard).
This man had one star on his shoulder and must have been a superior officer in Agios Stefanos prison.
He used to come to our room (black men’s room) and pick us in pairs to do work. After finishing the work he took us to a certain room and forced us to play with our dick. We refused, so he used to call the guards on duty and command them to beat us.
On one occasion this Andrea came during the night and asked for the people who worked in the kitchen. Indeed, it was me and Salehe Dawn.
He said: “Today you didn’t clean the kitchen good”. That was about 11.30 night. “You should go to clean”.
Me and Salehe Dawn we followed him up to the kitchen.
We asked him: “What do you want us to clean?” He said: “You are not allowed to ask me. You’re to clean and do it very quick”.
We didn’t see any dirty place, because all places were very clean.
He left and then came back with six policemen and said to them: “Take these arapi to fylakio (cell). I will come to talk to them”.
The policemen jumped on to us and started to beat us. Then they took us to fylakio.
As we was bleeding, he came and commanded the policeman who was watching us that night to remove the blankets and pour water in the room. That time was winter. We protested for their pouring cold water.
He called the policemen and told them to take off our clothes. They again jumped on to us and started beating us and then took our clothes off. They then closed the door and left.
As I said it was winter and we were inside the room with no blanket, no light and with cold water everywhere.
We cried and shouted to them to let us free. Instead, he came in with an iron belt and started to beat us continuously like cockroaches.
He said: “I will fuck you arapi every night, so that when you’re back home you will remember and you will not come back here”.
That night we stayed naked, with no clothes, with no blanket in the cold water.
Next day they took us out and left us without any treatment. We only received treatment 3 days later.
Due to police brutality my left eye is not clear as one can see. My left ear is not working properly. The police have also damaged my kidney. Ever since I suffer from incontinence. No one was held responsible for all this.
Instead, I am left behind bars for ever.

RIOTS 1995-96 In 1995-1996, big riots happened in almost all of the Greek prisons, but in Agios Stefanos was the most serious and strong one.
The prison was set on fire, in every corner, and there was beating and stabbing everywhere, and whoever was powerful could do anything he wanted to anyone.
This is among the darkest moments I have experienced in my life.
During this riot I understood that to be a black man is itself a crime.
Because everyone was rushing to attack us.
Niko Khajielias who was the leader of the riot, after he finished beating the director of the prison and handing him over to Niko Karaiji who was the oldest prisoner, he reorganised his group and came to us with a big kitchen knife and said: “We want everything you have otherwise your blood will run like water”.
We started giving what we had. However he struck us all with the knife, so everyone got at least one mark.
Afterwards, they took us up to the roof of the prison, so that the cameras could see us.
The rebels shouted to the MAT outside: “If you try to come in by force, these 7 arapi will die”.
Niko Khajielias was telling his group to stab us with their knives so that the MAT would not come in. We cried out to the MAT “Don’t come in, we will die!” Whoever didn’t shout loudly was stabbed.
Niko was like a beast. He stabbed us like fish so that we would shout. This man was never accused of what he did. He must be a freeman by now while we are still inside.

As a result I lost most of the documents I had with me, including: -World service passport -International Vaccination Card -Identity card of world service, given to me by the Red Cross in Lebanon.

During all this chain of events I was waiting for the reply from court of appeal, which I received on 22nd of September 1995.
In the meantime I was transferred to an open prison known as Korinthos Agrotikes Fylakes. This happened in 20 May 1997.

AGROTIKES FYLAKES “KORINTHOS” 20 May 1997 – 8 Feb. 1998 Things were calmer there.
On 21st May 1997 I started work in Korinthos prison as a cook until 15 Oct.
1997 when they called me for the second court.
NOTE: This time I was ready, knowing what I had been accused of. As for the language it had never before been such a challenge. Therefore I was to prepare myself well.

PREPARATION I contacted the social worker to explain my problems and to discuss the contents of my case. She said "We will help you find a lawyer and we will pay half the expenses of the lawyer".
Unfortunately on November 6 1997 the case was postponed without standing in court. We just got a report from the guard that “Your case has been postponed, and the new date is open. They will inform you about the day it will take place”.
Note: This was after 3 years in prison and I had been working for all this long.
Reaching 4 Feb.1998 I got transferred to another prison known as Agrotiki Hania in Crete island.

AGROTIKI HANIA CRETE 4 Feb. 1998-27 Nov. 1999 In Hania prison, I was working as a cook, but the authority changed me to work as a farmer. As my performance was very good, the authority changed me again to be coffee servant.
Note: To acquire this kind of delicate job in prison - serving the director, “archifylaka” (head guard), “sangelea” (prosecutor), as well as all the guards in prison in different shifts, day and night, it was not something easy - you should be trustful with good behaviour. This was a very delicate job.
There were no trouble in this prison.
Reaching 27 Nov. 1999, I went to the court of appeal again. This time, I had prepared myself well with the social worker’s lawyer, known as Anagnostakis Andreas.
This time the court didn’t spend 15 minutes but 3 hours, examining every evidence, questioning every witness. Finally, the justice took its own course. The court set me free, acquitting me of all charges. That was a very-very emotional moment, not only for me, but for everybody who was in the court that day.
The policeman, key witness of the case, came personally to me and apologised. He was insisting that he was not the one to blame, and that I should forgive him.
He was promising to support my life, giving me his address as well as his telephone number and he reached the extent that if I wanted to go and live with his family he was willing to accept.
However I didn’t. I will never forgive that policeman, in regard of how brutal he was on the first day and that he was the one who made me pay in my life up to now.
However I went back to Koridalos prison to finish up the office procedure, as the judges ordered. But there the story was different.
The authority kept me for 3 days more, and handed me to the immigration officer, known as Michael.
He was a young boy, around 26 years old. He was talking very gently and he looked like a gentleman and responsible in his work.
Note: The following was an exchange between me and the immigration officer in front of the gramatia (secretary desk) of the prison, a few minutes before I leave the prison.
Michael, immigration officer: “What is your name and where do you come from? I gave him my full name and where I come from, i.e. Congo.
Officer: “I don't want bullshit, otherwise you are going to stay here for more than one year".
I told him: “Do you want the truth, or do you want me to lie to you?" He said: "I want you to cooperate, and don't make my work hard. Ok? Let's go and I will come tomorrow to register you properly." He took me to the place known as Drapetsona Immigration Camp.
Next day: Michael: "Bikongo, you are not cooperating, therefore, I will keep you here as long as it takes, and some time I will find the way to send you back to Tanzania, as my record tells me”.
I tried to explain that the record was not genuine and how I lost my own documents in Patra.
Michael: “I do believe you, but let me make it short. I can't send you to Congo, because of the problems there, but I feel very deep sympathy for you so let me tell you how I can help. Fill this form, and I will find the way, but if you still insist on your Congo-Congo malakia (bullshit), no help will come on your way. Instead I will forget you here".
Anyway, what was the form? The form was written "United Republic of Tanzania” and it was an application for a passport. I filled the form under the guidance of the immigration officer, and then they sent it to the Tanzanian Embassy in Rome.
The answer was that having stayed for sometime in Tanzania doesn't mean that I became a citizen of Tanzania. Therefore there was no ground for issuing Tanzanian traveling documents, for I was not Tanzanian.
In a few days Michael came with a paper, which till now is with me and he said: “I will give you this paper, you don’t have to stay here. Whenever you have your documents ready, get out of this country, please. I promised to help you and this is the way I have kept my word”.
Bikongo: “Thank you very much”.
This was in January 2000. This was after staying for about 6 years in prison, with hard work, without expecting any help from no one, and what I needed by that time was only my freedom.
Concerning my work in prison, I can quote Michael on one occasion: According to the Greek law, whoever works inside prison, his working days will be added to what he has served in prison in order to reduce his sentence.
Therefore, with my days of hard work, my stay in prison constitutes more than 8 years.
Note: The total days of my work can be found in Hania prison records.

A FREE MAN
When I got out in early January 2000, my life was really upside down. What I had expected was not what I saw.
Indeed it was a very big challenge to me in every way, especially economically.
Therefore, I contacted the different organizations, looking for help, but none was interested, except for the one known as YRE, i.e. Youth against Racism in Europe.
I knew these people from the time I was in Drapetsona immigration camp, and I do believe that they played an important role in my release from Drapetsona, explaining their concern to the immigration officer.
Here, what I can say about them is that they are good people, who can understand the importance of the demands of every human being to the last, without looking at their race or where they come from. The people who can stand up and fight for the rights of anyone, once they do believe that justice does not take its own course. The people who have a tremendous capacity, humanness and confidence in what they stand for.
It is a wonderful organization, with wonderful people. For me, this kind of people are those known as “good people”.
And my promise to this organisation is that I will support them wherever I am and I will give them my energy as much as I can.
They supported me after all the problems I went through, and they still do.
Made me feel like a human being like the others. Revived back my hope of living. Supported me in every problem that I went through. Made me feel like a human in a new world, deserving the right to live like the others.
Note: What they are doing is not only for me, but for whoever approached them and asked for help.
The kindness of these people I thought there no longer existed in this world, but I have met it. Those are what they call good people IN EXISTENCE.
The people who can support somebody from the darkest time to the bright one, without expecting anything in return.
Indeed, to me anything against this organization is not good.
With the support of the YRE, I started well, in a new world, going around, looking for a house of my own and then looking for a place to work to get my daily bread, starting to live like the other human beings.
But reaching 12 Dec. 2000 while I was shopping – actually, I was finished heading back home – a police car stood close to my leg, and the officer asked me in a joking way: “Ela edo mavro” (“Come here black man”). First I thought it was a joke, the way Greeks are. The police officer with two stars on his shoulder asked me: “Grigora, eki taftotita?” That meant if I had any document with me. I said “I don’t have it here with me, but this house in front of you is where I stay, therefore I can go, or we can go together to get it”.
Policeman: “What is inside your bag?” Bikongo: “My winter clothes that I have just bought, and a couple of pieces of music CD, about 22 of them”.
Policeman: “Do you know that to possess and sell these is illegal? Where have you bought them?”
Bikongo: “There”, showing with my finger the woman who was selling them.
Policeman: “Wait here a bit”.
The policeman ran to the woman but she got away, leaving a bag full of CD copies, about 200 of them, behind.
He collected the bag with the CDs and came back to me.
He said: “Come with me mavro pedhi (black boy), you are a very good guy”.
We went to a police station together and he turned to me and said: “You are accused of illegal stay in the country, and attempting to sell illegal CD’s”.
Next day, they took me to the court.
The judge refused to sentence me to deportation. Prosecutor was asking for this, but the judges, they didn’t find a legal base for my deportation. The argument was clear and everybody was listening, but still now I am in immigration camp waiting for deportation.
Does this mean that the judges don’t know what they are doing, but the immigration knows better?
When I asked the immigration officer the grounds on which they decided to keep me inside, they said: “When we released you the first time, you were telling us that you are Tanzanian. And now you are telling us that you are Congolese!!”
Now, if you read carefully the pages where I quote the dialogue between me and the immigration officer known as Michael, you will understand that the point on which they seem to rely on has no base.

PIRAEUS IMMIGRATION CAMP
The police station they took me in the beginning, Moschato, was very dirty.
The toilet was almost in the same room where we slept and instead of a proper bath they only let us use some water from the sink in the toilet room. The toilet usually had no paper. The bed mattresses and the blankets were very filthy and they smelled and I tried to avoid touching them.
I started to have blood in my urine. They took me to the hospital, but the policeman and the doctor agreed not to give me proper medicine, because they were expensive. They only wrote Depon.
With all this filth and the problem with my kidneys I was afraid I was going to die in there.
Many times I shouted and complained. I asked to be transferred to Piraeus Immigration Camp.
Indeed, after a few days they transferred me there.
But things were different there. The policemen who were waiting for me asked me to take off my pants, because no lace or rope was allowed. I pointed to the other prisoners saying that they also wore trousers and pants with laces. Then one of them pushed me, threw me down and started together with the others to kick me, before the eyes of the other prisoners.
Afterwards, I had to bandage my arm and shoulder, because it hurt for many days.
On another occasion, it was afternoon, the policemen were sitting and drinking ouzo, laughing and shouting.
Then one of them said: “Call this arapi (I was the only black in that camp) so that we see his black ass!”
They took me out of the cell and they asked me to take off my pants. I said no and they jumped on to me and started to beat me and shout at me.
They beat me very often during the first days, until YRE talked to the Immigration Officers.

CONCLUSION
My name is Ramadhani Omagi BikongoWa Bikongulabus. I was born in Congo Leopold Ville, on 27 Nov. 1963. My mother’s name is Kading Rehani Mumba Rehani, born in Gomu, Congo Leopold Ville.
Concerning the issue of Tanganyika, or now Tanzania, I lived there for two periods in a row during my life. But I never was or asked to be Tanzanian.
Although we were approached by different groups of people who tried to convince us to change our nationality we refused. On the one hand, this would destroy the roots which our kids will rely on.
This was what me and my brother were defined by.
But there was one more reason. A more serious one. Our father was a mature politician who had died for what he stood for. We didn’t want to wipe out that tradition.

I have never been to the school enough to comment about the constitution or the laws of different countries, but I myself, like any human being, have my view toward what I believe is:
1. Constitution
2. Court
3. Police
A constitution of any country is a key or mechanism which any legal argument or decision rely on. A constitution is a key law mechanism of any society. For the societies which don’t have a constitution or didn’t follow it should be referred to as dictatorial.
The court of law is a mechanism set by any democratic society in order to interpret the law of constitution, to be implemented in society.
The police is a mechanism set up by the government or society to practice the rule of law based on the decisions of the court.
Again I am sorry but this is what I believe. It may not be this way.
Okay.
Coming back to my story, with all these three mechanisms of society, which should be democratic, the judgment has been made in the court of law, what else is to be in practice? Here I am facing a different reality.
In my case, in general, they told me to wait for the Ministry decision. I don’t understand. Is the Ministry given power by constitution to overrule or to add its own to the law of this land?
If that is the case, what is the meaning of having the court of law? Again, if that is the case, what makes a difference between a democratic country, a non-democratic country and gangsters?
I do believe that I do not deserve all of what is happening to me, for there is not any definite constitution or judgment that makes me be in this ambiguous situation, not only today but also since the beginning of all of this, that is 25 May 1994.
I am still behind bars in Pireaus, waiting for what I do believe is a ridiculous decision of one person. I don’t know who. But he is not my God whatsoever.

29 Dec 2000
Ramadhani Omagy Bikongo Wa Bikangulabus
Born 27 Nov. 1963 in Congo Leopold Ville
AND MY TRIBE IS MANYEMA

2. December Press Release

ΘΕΜΑ: Να απελευθερωθεί αμέσως ο πολιτικός πρόσφυγας Μπικόνγκο Ραμαντάνι

Η YRE καταγγέλλει τη συνεχιζόμενη, σκανδαλώδη κι εντελώς άδικη κράτηση του Μπικόνγκο Ραμαντάνι, πολιτικού πρόσφυγα από το Κονγκό, στο Αστυνομικό Τμήμα Πειραιά.
Ο Μπικόνγκο, έχοντας χάσει και τους δυο γονείς του στον εμφύλιο πόλεμο του Βελγικού Κόνγκο (Ζαΐρ), διέφυγε από τη χώρα το 1972, σε ηλικία 9 χρόνων, και φιλοξενήθηκε από τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό σε προσφυγικό καταυλισμό αρχικά στην Τανζανία και στη συνέχεια στο Λίβανο.
Για κακή του τύχη «βρήκε δουλειά» σαν ναύτης σε Έλληνες εφοπλιστές, οι οποίοι αφού τον άφησαν απλήρωτο, τον «ξεφόρτωσαν» και τον εγκατέλειψαν στην Ελλάδα το 1991 όπου κι έπεσε στα χέρια της αστυνομίας η οποία τον συνέλαβε με ψεύτικες κατηγορίες για ναρκωτικά (26/5/1994). Χωρίς να μπορέσει να έχει πρόσβαση σε ουσιαστική νομική υποστήριξη ο Μπικόνγκο καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλακή (απόφαση υπ’ αριθμ. 3908/95 του Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Αθηνών)!
Η έφεση που υπέβαλε χρειάστηκε 5½ ολόκληρα χρόνια για να δικαστεί, στη διάρκεια των οποίων ο Μπικόνγκο παράμενε στη φυλακή. Στη διάρκεια της φυλάκισης του καταστρέφονται τα χαρτιά του (σε πυρκαγιά στις φυλακές Πάτρας) και ο Μπικόνγκο δεν έχει πια κανένα τρόπο να αποδείξει την ταυτότητα και καταγωγή του. Η αστυνομία δεν του είχε χορηγήσει, όπως όφειλε, βεβαίωση για τα έγγραφα του που ήταν στη φύλαξη της, ούτε είχε αντίγραφα.
Στη δεύτερη δίκη αποδείχθηκε η αθωότητα του (19/11/1999, Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, απόφαση υπ’ αριθμ. 1548/99). Όμως το ελληνικό κράτος αντί να τον αποζημιώσει αποφάσισε την απέλαση του! Επειδή μάλιστα η κατάσταση στο Κονγκό δεν επέτρεπε την εκεί απέλαση του, οι αξιωματικοί της αστυνομίας, δεν δίστασαν να τον εμφανίσουν σαν Τανζανό! 4 φορές προσπάθησαν να τον πείσουν να υπογράψει αίτηση προς την πρεσβεία της Τανζανίας, ως υπήκοος αυτής της χώρας, για χορήγηση ταξιδιωτικών εγγράφων για να τον απελάσουν, και τελικά την τέταρτη φορά υπέγραψε, διαγράφοντας όμως τη λέξη «Τανζανία» και αναγράφοντας με δικά του γράμματα «Κονγκό»!. Αυτή του η ενέργεια προφανώς αναιρεί την ουσία αυτής της αίτησης. Παρόλ’ αυτά, οι αξιωματικοί της Διεύθυνσης Αλλοδαπών επέμειναν στην υποβολή της. Και ενώ η απάντηση της Πρεσβείας ήταν αρνητική ο Μπικόνγκο δεν αφέθηκε αμέσως ελεύθερος.
Τελικά, αναγκάστηκαν να τον αφήσουν ελεύθερο τον Γενάρη του 2000, μετά από επίμονη εκστρατεία της YRE (απόφαση υπ' αριθ. 3/546817435529 του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης).
Όμως για την αστυνομία η υπόθεση Μπικόνγκο δεν είχε τελειώσει. Τον περασμένο Δεκέμβρη τον ξανάπιασαν με ψεύτικες, στημένες κατηγορίες για δήθεν πώληση πλαστών CD. Στην πραγματικότητα είχε αγοράσει 22 cd αφρικάνικης μουσικής, προφανώς για προσωπική του χρήση, και υπέδειξε στους αστυνομικούς τους πωλητές, οι οποίοι όμως δεν συνελήφθηκαν. Κι αφού άσκησε έφεση στην αρχική απόφαση του δικαστηρίου (4 μήνες φυλακή εξαγοράσιμη προς 1.500 δρχ. τη μέρα, απόφαση Πρωτοδικείου Πειραιά 4/12/2000) αντί να αφεθεί ελεύθερος, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, η αστυνομία τον ρίχνει ξανά στα κελιά της για να τον απελάσει (απόφαση υπ’ αριθμ. 3/546817-26153). Η απίστευτη δικαιολογία για την απέλαση, αυτή τη φορά, είναι ότι ο Μπικόνγκο κοροϊδεύει το κράτος γιατί δηλώνει ότι κατάγεται από το Κονγκό...! Στα κρατητήρια Πειραιά οι φρουροί τον ξυλοφόρτωναν και τον εξευτέλιζαν καθημερινά. Η παρέμβαση της YRE υποχρέωσε την αστυνομία να σταματήσει την κακομεταχείριση και αποκάλυψε τη γελοιότητα των επιχειρημάτων περί της πραγματικής καταγωγής του Μπικόνγκο. Εκπρόσωπος της είδε το έγγραφο που προαναφέρθηκε, στο οποίο ο Μπικόνγκο υπέγραψε αναγράφοντας τη λέξη «Κονγκό», όταν ο αξιωματικός της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Πειραιά κ.
Καραμπέκιος άνοιξε μπροστά του το φάκελο. Παρ’ όλα αυτά, ο εν λόγω αξιωματικός αρνήθηκε να χορηγήσει αντίγραφο του εγγράφου αυτού στον Μπικόνγκο ή σε εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο του, γεγονός που αποτελεί παραβίαση στοιχειωδών δικαιωμάτων του Μπικόνγκο, που δικαιούται να έχει πλήρες αντίγραφο ολόκληρου του φακέλου του που τηρεί η Αστυνομία.
Μετά απ’ αυτό η αστυνομία ανακάλυψε καινούργιο βιολί, ότι η απέλαση αποφασίστηκε γιατί ο Μπικόνγκο δεν έχει έγγραφα παραμονής... Τη στιγμή που ξέρουν πολύ καλά ότι δεν μπορούσε να κάνει αίτηση νομιμοποίησης γιατί με δική τους ευθύνη ήταν άδικα στη φυλακή την περίοδο της υποβολής αιτήσεων για πράσινη κάρτα. Ακόμα η αστυνομία γνωρίζει πολύ καλά πως δεν μπορεί να απελάσει τον Μπικόνγκο είτε στο Κονγκό είτε οπουδήποτε, αφού δεν έχει ταυτότητα ή διαβατήριο. Έτσι τον αφήνουν απλά να σαπίζει στη φυλακή επ’ αόριστο.
Για να αποφύγουν μάλιστα να υποχρεωθούν να τον αποφυλακίσουν δεν υπέβαλαν όπως όφειλαν γραπτή αίτηση προς το Προξενείο του Κονγκό για χορήγηση πιστοποιητικού εθνικότητας και ταξιδιωτικού εγγράφου για την απέλαση, γιατί ήδη γνώριζαν από προφορική συνομιλία με τον Πρόξενο ότι δεν μπορούσε το Προξενείο να εκδώσει αυτά τα έγγραφα γιατί δεν είχε στοιχεία για τον Μπικόνγκο.
Έτσι, η YRE αναγκάστηκε να μεσολαβήσει για να υποβάλει ο ίδιος ο Μπικόνγκο την αίτηση στο Προξενείο. Παρόλο που έχουμε καταθέσει στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών Πειραιά και το Υπουργείο ΔΤ την γραπτή αρνητική απάντηση του Προξενείου, ο Μπικόνγκο παραμένει στη φυλακή, χωρίς να έχει αφεθεί προσωρινά ελεύθερος, όπως ορίζει ο νόμος όταν η απέλαση είναι αδύνατη.
Του αφαιρέσανε μάλιστα τα πιο στοιχειώδη δημοκρατικά του δικαιώματα, μη επιτρέποντας του να διορίσει δικηγόρο ή άλλο εκπρόσωπο, με τη δικαιολογία ότι δεν έχει έγγραφα ταυτότητας και άρα δεν μπορούν να θεωρήσουν το γνήσιο της υπογραφής του. Παρ’ όλα αυτά, σε προηγούμενη περίπτωση, όταν ο Μπικόνγκο όρισε εκπρόσωπο του ένα μέλος της Νεολαίας ενάντια στο Ρατσισμό στην Ευρώπη για την υποβολή αιτήσεων στο Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, ώστε να αναζητηθούν τα έγγραφα του, η Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών Πειραιά δέχτηκε να θεωρήσει την εξουσιοδότηση «κατά δήλωση», δηλαδή θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής, αλλά όχι τα στοιχεία ταυτότητας που δηλώνει ο Μπικόνγκο. Γιατί η ίδια υπηρεσία αρνείται τώρα να κάνει κάτι παρόμοιο;

ΖΗΤΟΥΜΕ:
- Την άμεση απελευθέρωση του Μπικόνγκο Ραμαντάνι
- Την χορήγηση σε αυτόν πολιτικού ασύλου
- Την κατάργηση της αυθαίρετης «διοικητικής απέλασης» που δίνει το δικαίωμα στην αστυνομία να απελαύνει όποιον θέλει χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα, αγνοώντας ακόμα και δικαστικές αποφάσεις.
Από τη Γραμματεία της YRE

3. February Press Release

Ο ΜΠΙΚΟΝΓΚΟ ΡΑΜΑΝΤΑΝΙ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ
Ο Μπικόνγκο Ραμαντάνι, πολιτικός πρόσφυγας από το Κονγκό, που κρατούνταν άδικα για 2½ μήνες στο Αστυνομικό Τμήμα Πειραιά, αφέθηκε ελεύθερος στις 17 Φλεβάρη, μετά από εντατική εκστρατεία της YRE.
Χιλιάδες αφίσες και φυλλάδια της YRE είχαν γεμίσει την Αθήνα, κάνοντας γνωστό το όνομα του Μπικόνγκο, ενώ τα μέλη της YRE μάζευαν συνεχώς υπογραφές υποστήριξης στα πανεπιστήμια, στο κέντρο και στις γειτονιές της Αθήνας. Ανάμεσα σε αυτούς που υπέγραψαν τα ψηφίσματα για την απελευθέρωση του Μπικόνγκο ήταν η Αλέκα Παπαρήγα (γ.γ. του ΚΚΕ), οι Φώτης Κουβέλης, Παναγιώτης Λαφαζάνης, Γιώργος Αμπατζόγλου (βουλευτές του ΣΥΝ), η ΟΛΜΕ, η Νεολαία ΣΥΝ και αντιρατσιστικές οργανώσεις.
Η περίπτωση του Μπικόνγκο είναι αποκαλυπτική της αντιμετώπισης των προσφύγων και μεταναστών από το ελληνικό κράτος. Τον είχαν κρατήσει επί 5½ χρόνια φυλακισμένο με ψεύτικες κατηγορίες για ναρκωτικά, για να αθωωθεί τελικά από το Εφετείο. Παρ’ όλα αυτά, προσπάθησαν να τον παρουσιάσουν για Τανζανό, προκειμένου να τον απελάσουν, για να τον κατηγορήσουν μετά ότι προσπαθεί να κοροϊδέψει το κράτος δηλώνοντας ότι είναι από το Κονγκό.
Στο αστυνομικό τμήμα τον ξυλοκόπησαν επανειλημμένα. Όταν μάλιστα αντιλήφθηκαν πως η YRE στήριζε μαχητικά τον Μπικόνγκο του αφαίρεσαν το δικαίωμα για δικηγόρο ή άλλο εκπρόσωπο και κόψανε τις επισκέψεις σε όλους τους κρατούμενους του τμήματος. Πιάσανε έναν – έναν τους υπόλοιπους κρατούμενους και προσπάθησαν μάταια να τους στρέψουν ενάντια στον Μπικόνγκο, λέγοντας τους πως αυτός φταίει για την απαγόρευση των επισκέψεων. Και βέβαια προσπάθησαν να εκφοβίσουν τον ίδιο για να σταματήσει να ενημερώνει την YRE για το τι γίνεται μέσα στο τμήμα και να διακοπεί η εκστρατεία.
Όμως, ο Μπικόνγκο, όπως διηγείται ο ίδιος, μπορούσε να διακρίνει πίσω από τις φωνές εκφοβισμού τον δικό τους φόβο μπροστά σε μια τέτοια εκστρατεία, που έβγαζε στο φως την βάρβαρη συμπεριφορά τους.
Τώρα βρίσκεται ελεύθερος προσπαθώντας να ξαναβάλει μια τάξη στη ζωή του.
Όμως, αυτή η ελευθερία είναι προσωρινή όσο το κράτος δεν του χορηγεί πολιτικό άσυλο. Γι’ αυτό και η εκστρατεία πρέπει να συνεχιστεί μέχρι την πλήρη νομιμοποίηση του.
Μπορείτε να ζητήσετε πληροφορίες για το πώς μπορείτε να συμμετέχετε, καθώς και την αυτοβιογραφία του που έγραψε μέσα στη φυλακή στο τηλέφωνο της YRE 2283077.

4. Άρθρο Ελευθεροτυπία 7/2/2001
Στα δίκτυα της απΕΛΑΣης
Tης IΩANNAΣ ΣΩTHPXΟY
Πώς μπορεί κάποιος να χωρέσει ολόκληρη τη ζωή του σε εννιά σελίδες; Οχι δέκα, μα εννιά. Ο Μπιγκόνγκο Ραμαντανί βρήκε το κουράγιο κι έγραψε για τις τρεις δεκαετίες του στην εξορία. Μάζεψε τις δυνάμεις του και κατάφερε, μέσα από τους εξευτελισμούς των αστυνομικών στα κρατητήρια Πειραιά, να μας μιλήσει για τον ξενιτεμό. Ποιος; Αυτός ο «αράπης», κατά την προσφιλή προσφώνηση των φυλάκων του, που τον έστειλαν στο νοσοκομείο τον περασμένο Δεκέμβριο και τον κρατούν ακόμη, άδικα, επιμένοντας, παρά την αντίθετη γνώμη των δικαστικών αρχών, να τον απελάσουν.
Από την αυτοβιογραφία του ξεπηδούν θαρρείς όλα τα βάσανα της μαύρης ηπείρου: ανεξαρτησία, εμφύλιοι σπαραγμοί, προσφυγιά, εξευτελισμοί ενός ξένου σε μια χώρα που πίστευε ότι θα βρει καταφύγιο. Ετσι απλά και αποδραματοποιημένα...
Η γέννηση στο Ζαΐρ, πρώην Κονγκό, «ζωή στην Τανγκανίκα (Τανζανία), 1972», «Δεύτερη διαβίωση σε καταυλισμό 1975-76», «ζωή στην Ελλάδα 1992-2000», «ζωή στη φυλακή-η φυλακή Κορυδαλλού», «φυλακή Αγίου Στεφάνου», «Εξέγερση 1995-96», «Αγροτικές Φυλακές Κορίνθου», «Αγροτική Χανίων, Κρήτη», «Ελεύθερος», «Κρατητήρια Αλλοδαπών Πειραιά», «Επίλογος»: οι επικεφαλίδες στη ζωή του Μπιγκόνγκο.
Στην Ελλάδα; Παρέμεινε άδικα πεντέμισι χρόνια στη φυλακή μέχρι να αθωωθεί στο Eφετείο το Νοέμβριο του 2001, με προσωρινή άδεια παραμονής, καταδικάστηκε τον περασμένο Δεκέμβριο για κατοχή παράνομων cd, άσκησε έφεση και αφέθηκε ελεύθερος. Η Aστυνομία αποφάσισε την απέλασή του, ισχυριζόμενη ότι δήλωσε δύο διαφορετικές χώρες προέλευσης (Τανζανία και Κογκό), ενώ δεν αντικατέστησε τα έγγραφά του που είχε στη φύλαξή της και τα οποία καταστράφηκαν στην εξέγερση στις φυλακές του Αγίου Στεφάνου.
Αντιγράφουμε από τον επίλογό του: «Το όνομά μου είναι Ραμαντανί Ομάγκι Μπικόνγκο Γουά Μπικονγκουλάμπους. Γεννήθηκα στο Κονγκό Λεοπολντβίλ, στις 27/11/1963. Το όνομα της μητέρας μου είναι Κάντινγκ Ρεχάνι Μούμπα Ρεχάνι, γεννημένη στο Γκόμου, στο Κονγκό Λεοπολντβίλ. Οσον αφορά το ζήτημα της Τανγκανίκας, που τώρα λέγεται Τανζανία, έζησα δύο περιόδους της ζωής μου εκεί. Αλλά ποτέ δεν ήμουν και δεν ζήτησα να γίνω Τανζανός. Οσες φορές μας πλησίασαν διάφοροι, για να πείσουν εμένα και τον αδελφό μου να αλλάξουμε εθνικότητα, αρνηθήκαμε. Από τη μια γιατί έτσι καταστρέφαμε τις ρίζες μας, αλλά και γιατί ο πατέρας μας ήταν ένας ώριμος πολιτικός που πέθανε για τις ιδέες του. Αυτή την παράδοση της οικογένειάς μας δεν θέλαμε να σβήσουμε.
(...) Πιστεύω πραγματικά πως δεν αξίζω όλα αυτά που μου συμβαίνουν, μια και δεν υπάρχει συγκεκριμένο σύνταγμα ή δικαστική απόφαση που να επιβάλλει να βρίσκομαι σε αυτή την άθλια κατάσταση, από τις 25 Mαΐου 1994. Είμαι ακόμη πίσω από τα κάγκελα στον Πειραιά, Αγ. Σοφίας 23, περιμένοντας αυτό που πιστεύω πως είναι μια ανόητη απόφαση ενός ανθρώπου. Δεν ξέρω ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος. Οπωσδήποτε όμως δεν είναι Θεός μου».
Η Νεολαία Ενάντια στο Ρατσισμό στην Ευρώπη ζητεί την απελευθέρωσή του και την κατάργηση των αυθαίρετων διοικητικών απελάσεων που αγνοούν τις δικαστικές αποφάσεις.
Θα βρίσκαμε χρήσιμο το υπουργείο Δημόσιας Τάξης να μοιράσει την αυτοβιογραφία του Ραμαντανί στους υπαλλήλους του: Iσως, μαθαίνοντας την ιστορία κάποιου κρατούμενού τους, το σκέφτονταν δεύτερη φορά πριν τον εξευτελίσουν...

5. Article Athens News

Rights advocates urge Congolese migrant's release from prisonMan's health deteriorates as he awaits official decision on his fate
BY KATHY TZILIVAKIS
HUMAN rights advocates are demanding the immediate release of a 38-year-old Congolese man who they say has been unjustly imprisoned. Bikongo Ramadhani, who cannot be deported due to the turbulent situation in his homeland, faces an indefinite prison sentence in Greece. Ramadhani, who entered the country illegally in 1991, describes his experiences with the Greek justice and prison system in a nine-page letter. He says his identification papers were destroyed in a fire during a jail riot in Patras, western Greece, in 1995 and that he has been beaten by other inmates and prison guards.
Ramadhani also says his health has seriously deteriorated due to deplorable living conditions in prison. In the letter, which was made public yesterday by the Greek branch of the organisation Youth Against Racism in Europe (YRE), Ramadhani states that he has been denied a fair trial and that his basic human rights have been violated. He was convicted of drug charges in 1994 and spent more than five years in prison until an appeals court ruled in his favour. Ramadhani was acquitted in November 1999 but remained in prison until January last year. He was arrested 12 months later, convicted of selling pirate CDs and sentenced to four months in prison. Ramadhani, who is currently at a Piraeus detention centre, vehemently denies the charges. "There are hundreds of such cases of foreigners waiting in prison to be deported for no reason," YRE spokesman Pavlos Rolandos told the Athens News yesterday. "It is difficult, if not impossible, for them to appeal against these deportations. The only way to reverse a decision is to take it to the Council of State and this costs a lot of money. It is too expensive and very difficult, and most of these people know it. Few will try to seek justice." The New York-based Human Rights Watch has also voiced its concerns about detention conditions for foreigners in Greece. In a report issued last December, the organisation stressed that "the Greek government cannot simply warehouse migrants who cannot be sent back home.
When migrant detainees are held indefinitely and do not know when, if ever, they will be released, their detention becomes arbitrary and that's a violation of international law." A joint decision taken by the ministries of public order, justice and foreign affairs states that if a deportation order cannot be executed, a court is able to order the release of the foreigner under certain conditions restricting his or her residence and employment. But, despite the decision, relatively few foreigners have been released to date.
ATHENS NEWS , 08/02/2001, page: A02