Έκθεση προς τη Συνάντηση για την Επισκόπηση της Υλοποίησης των Συμφωνιών του ΟΑΣΕ για Θέματα Ανθρώπινης Διάστασης:

Ελλάδα

Βαρσοβία, 17-27 Οκτωβρίου 2000


Αντίστοιχη σελίδα στα Αγγλικά

από τη Διεθνή Ομοσπονδία Ελσίνκι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (IHF), το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) και την Ελληνική Ομάδα για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (ΕΟΔΜ)

Την παρούσα έκθεση εξέδωσαν από κοινού η Διεθνής Ομοσπονδία Ελσίνκι (IHF), το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) και η Ελληνική Ομάδα για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (ΕΟΔΜ). Τη μετάφραση στα ελληνικά έκανε ο Νίκος Μαστρακούλης.

International Helsinki Federation for Human Rights (IHF)
Wickenburggasse 14/7
A-1070 Vienna, Austria
Τηλ. +43-1-408 88 22
Φαξ: +43-1-408 88 22-50
E-Mail: office@ihf-hr.org
Ιστοσελίδα: http://www.ihf-hr.org

Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι
(ΕΠΣΕ)
Τ.Θ. 60820
15304 Γλυκά Νερά
Τηλ. (01) 347 22 59
Fax (01) 601 87 60
E-mail: office@greekhelsinki.gr
Ιστοσελίδα:
http://www.greekhelsinki.gr

Ελληνική Ομάδα για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (ΕΟΔΜ)
Τ.Θ. 60820
15304 Γλυκά Νερά
Τηλ. (01) 347 22 59
Fax (01) 601 87 60
E-mail: nafsika@greekhelsinki.gr
Ιστοσελίδα:
http://www.greekhelsinki.gr

Η Διεθνής Ομοσπονδία Ελσίνκι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (IHF) είναι μη κυβερνητική οργάνωση, η οποία παρακολουθεί τη συμμόρφωση των κυβερνήσεων προς τις αναφερόμενες στα ανθρώπινα δικαιώματα διατάξεις της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι και των κειμένων που αποτελούν συνέχειά της. Πέρα από την παροχή υποστήριξης και διασύνδεσης σε 39 Επιτροπές Ελσίνκι και συνεργαζόμενες οργανώσεις, η IHF συνδέεται κατ’ ευθείαν με υπερασπιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων εκεί όπου δεν υπάρχουν Επιτροπές Ελσίνκι. Επικρίνει τις παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων ανεξάρτητα από το πολιτικό σύστημα ή το κράτος όπου διαπράττονται αυτές οι παραβιάσεις.

Πρόεδρος: Ludmilla Alexeyeva
Γενικός Διευθυντής: Aaron Rhodes
Αναπληρωτής Γενική Διευθύντρια: Brigitte Dufour

Το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ), από το 1993, είναι η ελληνική οργάνωση μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ελσίνκι. Το 1998, το ΕΠΣΕ έγινε μέλος του Διεθνούς Δικτύου Ανταλλαγής Πληροφοριών για Θέματα Ελευθερίας της Έκφρασης (IFEX) και το 2000 έγινε μέλος του Ευρω-Μεσογειακού Δικτύου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (EMHRN). Το ΕΠΣΕ παρακολουθεί, δημοσιοποιεί και ασκεί πίεση για θέματα ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Ελλάδα και, περιστασιακά, στα Βαλκάνια. Έχει συμμετάσχει και, συχνά, συντονίσει την παρακολούθηση ελληνικών και βαλκανικών ΜΜΕ για στερεότυπα και ρητορική μίσους. Έχει συμμετάσχει στις εκδόσεις «‘Hate Speech’ in the Balkans» [‘Ρητορική Μίσους’ στα Βαλκάνια] (ΕΤΕΠΕ, 1998) και «Ελλάδα Κατά Μακεδονικής Μειονότητας: Η Δίκη του ‘Ουράνιου Τόξου’» (ΕΤΕΠΕ, 1998). Από το 1997, σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κέντρο για τα Δικαιώματα των Ρομά (ERRC), λειτουργεί Γραφείο Ρομά για την Ελλάδα. Το 1998, το ΕΠΣΕ ήταν μεταξύ των ιδρυτών του Κέντρου Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης για τις Μειονότητες στην Ευρώπη - Νοτιοανατολική Ευρώπη (CEDIME-SE).

Εκπρόσωπος: Παναγιώτης Δημητράς

Η Ελληνική Ομάδα για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (ΕΟΔΜ) δημιουργήθηκε το 1992 ως το ελληνικό παράρτημα της Διεθνούς Ομάδας για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων. Η ΕΟΔΜ επικεντρώθηκε κυρίως στη μελέτη των μειονοτήτων, στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια. Έχει συντάξει λεπτομερείς εκθέσεις για εθνοτικο-εθνικές, εθνογλωσσικές, θρησκευτικές και μεταναστευτικές κοινότητες στην Ελλάδα, καθώς και για τις ελληνικές μειονότητες στην Αλβανία και την Τουρκία. Το 1998, η ΕΟΔΜ ήταν μεταξύ των ιδρυτών του Κέντρου Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης για τις Μειονότητες στην Ευρώπη - Νοτιοανατολική Ευρώπη (CEDIME-SE), το οποίο διατηρεί web site (http://www.greekhelsinki.gr) και δύο web lists που καλύπτουν θέματα ανθρώπινων δικαιωμάτων και ολοκληρωμένες και συγκριτικές παρουσιάσεις όλων των μειονοτήτων της περιοχής.

Εκπρόσωπος: Ναυσικά Παπανικολάτου

© 2000 από τη Διεθνή Ομοσπονδία Ελσίνκι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (IHF), το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) και την Ελληνική Ομάδα για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (ΕΟΔΜ).

Πρόλογος

Αυτή η έκθεση ανήκει σε σειρά εκθέσεων που υπέβαλε η Διεθνής Ομοσπονδία Ελσίνκι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (IHF) στις Διασκέψεις Επισκόπησης, τις Συναντήσεις για την Ανθρώπινη Διάσταση και τις Συμπληρωματικές Συναντήσεις για την Ανθρώπινη Διάσταση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ). Όλα αυτά τα χρόνια, που η IHF συμμετέχει σε αυτές τις συναντήσεις, πάντοτε τις εκτιμούσε ως σημαντικά βήματα στα οποία τόσο κυβερνήσεις όσο και μη κυβερνητικές οργανώσεις αναφέρονται σε ζητήματα για τα ανθρώπινα δικαιώματα στα Κράτη που συμμετέχουν στον ΟΑΣΕ.

Η IHF πιστεύει ότι ο ρόλος των μη κυβερνητικών οργανώσεων στις συναντήσεις του ΟΑΣΕ -με τη μορφή είτε ολοκληρωμένων παρουσιάσεων της κατάστασης κατά χώρα, είτε παρεμβάσεων, είτε ανεπίσημων συζητήσεων με εκπροσώπους κυβερνήσεων - έχει ενθαρρύνει σημαντικά ένα δημιουργικό και ανοικτό διάλογο για τα τρέχοντα προβλήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων στον χώρο του ΟΑΣΕ.

Τα δύο τελευταία χρόνια, οι συζητήσεις μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (μέλους της IHF) είχαν ως αποτέλεσμα την εποικοδομητική επικοινωνία σε αρκετά ζητήματα που θίγονται σε αυτήν την έκθεση. Στόχος αυτού του κειμένου, που θα υποβληθεί επίσης στον Έλληνα Πρέσβη στη Βιέννη, είναι να ενθαρρυνθεί και να εμπλουτιστεί αυτός ο διάλογος και να βρεθούν λύσεις στα προβλήματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συνεχίζουν να υφίστανται στην Ελλάδα.

Aaron Rhodes
Γενικός Διευθυντής
Διεθνής Ομοσπονδία Ελσίνκι
για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (IHF)

Παναγιώτης Ηλίας Δημητράς
Εκπρόσωπος
Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ)

Ναυσικά Παπανικολάτου
Εκπρόσωπος
Ελληνική Ομάδα για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων
(ΕΟΔΜ)

Ετήσια Έκθεση 1999 του Συνηγόρου του Πολίτη

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ



1. ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΑΝΙΘΑΓΕΝΕΙΑ
1.1. Σύνοψη
1.2. Πολιτογράφηση Αλλοδαπών Μη Ομογενών
1.3. Ανιθαγενείς του «Άρθρου 19»
1.4. Ανιθαγενείς εκ Γενετής


2. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ
2.1. Σύνοψη
2.2. Η Ελλάδα Ουραγός Μεταξύ των Παραδοσιακά Δημοκρατικών Χωρών
2.3. Η Ελλάδα Απορρίπτει Έκκληση του IPI να Εκσυγχρονίσει τη Νομοθεσία της
2.4. Ποινικές Καταδίκες για Δυσφήμηση και Συκοφαντική Δυσφήμηση
2.5. Απαγόρευση Ραδιοσταθμού, Βιβλίου, Συναυλίας
2.6. Παρενόχληση Δημοσιογράφων από Όχλους Ανενόχλητους από την Αστυνομική Παρουσία
2.7. Παρενόχληση Μακεδόνων και Τούρκων Δημοσιογράφων και Συγγραφέων


3. ΑΠΑΝΘΡΩΠΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΠΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΑΤΙΜΩΡΗΣΙΑ
3.1. Σύνοψη
3.2. Αστυνομική Βία Κατά Ανηλίκων
3.3. Αστυνομική Βία Κατά Ρομά
3.4. Αστυνομική Βία Κατά Αιτούντων Άσυλο και Μεταναστών


4. ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΣΕ ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΗΤΗΡΙΑ
4.1. Σύνοψη


5. ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΣ
5.1. Σύνοψη
5.2. Αποφάσεις Τοπικής Αυτοδιοίκησης με Φυλετικά Κίνητρα
5.3. Παράβαση Καθήκοντος από Αστυνομικούς με Φυλετικά Κίνητρα
5.4. Ρατσισμός στα ΜΜΕ
5.5. Αντισημιτισμός


6. ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
6.1. Σύνοψη
6.2. Η Μεταρρύθμιση στα Δελτία Ταυτότητας
6.3. Μουσουλμάνοι
6.4. Μάρτυρες του Ιεχωβά
6.5. Διαμαρτυρόμενοι
6.6. Παλαιοημερολογίτες
6.7. Βουδιστές


7. ΕΘΝΙΚΕΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ
7.1. Σύνοψη
7.2. Επάνοδος στην Παραδοσιακή Μισαλλοδοξία Απέναντι σε Εθνοτικο-εθνικές Μειονότητες
7.3. Κατηγορηματική Απόρριψη των Συστάσεων της ECRI
7.4. Τουρκική Μειονότητα
7.5. Μακεδονική Μειονότητα
7.6. Μειονότητα των Ρομά

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ
8.1. Σύνοψη
8.2. Συνήγορος του Πολίτη: Διακρίσεις σε Βάρος Αλλοδαπών
8.3. Οδυνηρή Νομιμοποίηση και Αυθαίρετη Απονομιμοποίηση Μεταναστών
8.4. Εξευτελισμός στο Δρόμο και στα Νοσοκομεία
8.5. Αλβανός: Συνήθης Ύποπτος, Βολικός Αποδιοπομπαίος Τράγος


ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
9.1. Σύνοψη
9.2. Παρενόχληση Στελεχών ΜΚΟ από τις Ελληνικές Μυστικές Υπηρεσίες
9.3. Ματαίωση Εκδηλώσεων ΜΚΟ από Κρατικούς Φορείς
9.4. Άρνηση Εισόδου σε Υπερασπιστές των Δικαιωμάτων Μακεδονικής και Τουρκικής μειονότητας
9.5. Απόπειρες Παρεμπόδισης του Διεθνούς Έργου Ελληνικών ΜΚΟ


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1


1. ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΑΝΙΘΑΓΕΝΕΙΑ

1.1. Σύνοψη

Πρόκειται βέβαια για διεθνώς αποδεκτό κανόνα, που δεν μπορεί όμως να ερμηνευθεί ως καταχρηστική διακριτική ευχέρεια του κράτους. Επιπλέον, διάφορα κείμενα του ΟΗΕ δεσμεύουν τα κράτη-μέλη να παραχωρούν την ιθαγένεια σε ανιθαγενή άτομα που κατοικούν στο έδαφός τους, έτσι ώστε να μειωθεί η ανιθαγένεια. Δυστυχώς, το ελληνικό κράτος μπορεί να αφήσει τις αιτήσεις πολιτογράφησης αναπάντητες για πολλά χρόνια, ακόμη και πάνω από δέκα. Παράλληλα, η επανειλημμένη του δέσμευση να μειώσει την ανιθαγένεια τίθεται σε αμφιβολία από τις αργές διοικητικές διαδικασίες που φαίνεται να ενθαρρύνονται από την έλλειψη πολιτικής βούλησης.

1.2. Πολιτογράφηση Αλλοδαπών Μη Ομογενών

Το ακόλουθο απόσπασμα από την έκθεση 1998 του Συνηγόρου του Πολίτη δείχνει την αυθαιρεσία των ελληνικών αρχών αναφορικά με την πολιτογράφηση. Μία γυναίκα γαλλικής υπηκοότητας περίμενε περισσότερα από δέκα χρόνια να λάβει απάντηση στην αίτηση πολιτογράφησής της. Μετά την παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη, που αναφέρεται παρακάτω, το 1998, οι αρχές παραχώρησαν την ελληνική ιθαγένεια σε αυτό το άτομο το καλοκαίρι του 1999. Το θετικό αποτέλεσμα δείχνει ότι σαφώς ανταποκρινόταν στις προϋποθέσεις, αλλά η διοίκηση δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να διεκπεραιώσει αυτήν την αίτηση επί μία δεκαετία και πλέον, στάση σαφώς καταχρηστική και εξευτελιστική απέναντι στο εν λόγω άτομο. Το Υπουργείο μέχρι στιγμής έχει αγνοήσει τη σύσταση του Συνηγόρου του Πολίτη να τεθεί εύλογο χρονικό όριο για την απάντηση.

1.3. Ανιθαγενείς του «Άρθρου 19»

Το Άρθρο 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (Νόμος 3370 του 1955) αποτελούσε προφανή περίπτωση διακρίσεων. Επέτρεπε στο ελληνικό κράτος να αφαιρεί από μειονοτικούς πολίτες την ιθαγένειά τους, με το πρόσχημα ότι είχαν εγκατασταθεί μονίμως στο εξωτερικό. Μετά από διεθνή διασυρμό, το Άρθρο 19 καταργήθηκε από τη Βουλή στις 11 Ιουνίου 1998. Η κατάργηση δεν είχε αναδρομικό αποτέλεσμα: τα προηγούμενα «θύματα» αυτού του άρθρου δεν μπορούν να διεκδικήσουν αυτομάτως την ανάκτηση της ιθαγένειάς τους. Πρόκειται για όσους έμειναν ανιθαγενείς εντός Ελλάδος (οι εκτιμήσεις κυμαίνονται μεταξύ 300-1.000) ή στο εξωτερικό (περίπου 1.400 στην Τουρκία και άγνωστος αριθμός σε άλλα κράτη) και για όσους πήραν την ιθαγένεια άλλου κράτους αφού μετέβησαν εκεί και απώλεσαν την ελληνική ιθαγένεια (η συντριπτική πλειοψηφία).

Τα ανιθαγενή άτομα στην Ελλάδα δυσκολεύονται να λάβουν κοινωνικές υπηρεσίες, όπως είναι η υγειονομική περίθαλψη και η παιδεία και -μέχρι το Δεκέμβριο 1997- στερούνταν ακόμα και της προστασίας της Σύμβασης του ΟΗΕ του 1954 Περί της Νομικής Καταστάσεως των Ανιθαγενών, την οποία η Ελλάδα επικύρωσε το 1975. Λόγω των πιέσεων που ασκήθηκαν από ΜΚΟ και από μειονοτικούς βουλευτές και οργανώσεις, περίπου εκατό μέλη της τουρκικής εθνότητας, που είχαν καταστεί ανιθαγενή βάσει του Άρθρου 19, έχουν λάβει έγγραφα ταυτότητας από τις Ελληνικές αρχές σύμφωνα με τη Σύμβαση του ΟΗΕ του 1954. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε εδώ ότι από αυτούς τους ανιθαγενείς κατοίκους της Ελλάδας η ιθαγένεια αφαιρέθηκε εξ αρχής άδικα, αφού δεν εγκαταστάθηκαν ποτέ στο εξωτερικό, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση του Άρθρου 19. Τα δύο τελευταία χρόνια, πολλοί υπουργοί υπόσχονταν ότι οι ανιθαγενείς που κατοικούν στην Ελλάδα θα ανακτούσαν την ιθαγένειά τους. Τελικά, στα μέσα του 1999, τους ζητήθηκε να υποβάλουν αίτηση πολιτογράφησης, σαν να ήταν ξένοι. Για σύγκριση ας αναφερθεί ότι δεκάδες χιλιάδες πρώην Έλληνες υπήκοοι, από τους οποίους είχε αφαιρεθεί η ιθαγένεια λόγω της συμμετοχής τους στον εμφύλιο πόλεμο στα τέλη της δεκαετίας του 1940, ανέκτησαν την ιθαγένειά τους στις αρχές της δεκαετίας του 1980 με απλή αίτηση, χωρίς να περάσουν από τη διαδικασία της πολιτογράφησης.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2000, η ιθαγένεια έχει δοθεί μόνο σε περίπου δώδεκα από τους 100 και πλέον αιτούντες. Η όλη διαδικασία υπήρξε εξευτελιστική. Σε αυτήν περιλαμβανόταν η κρατική σύσταση να αλλάξουν τα ονόματά τους, καθώς και η επιμονή να υποβάλουν μη απαραίτητα έγγραφα. Τα πρώτα άτομα στα οποία δόθηκε η ιθαγένεια ήταν η Αϋσέλ Ζεϊμπέκ, Συντονίστρια του Προγράμματος Ανιθαγενών του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) και της Ελληνικής Ομάδας για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (ΕΟΔΜ), η μητέρα της και οι αδελφές της (όχι όμως ο πατέρας της), παρ' όλο που αρνήθηκαν να υποβάλουν όλα τα μη απαραίτητα έγγραφα, αποδεικνύοντας έτσι ότι η διαδικασία που επιλέχθηκε ήταν καταχρηστική. Ο πατέρας, όπως όλοι οι ανιθαγενείς που δεν έχουν καθαρό ποινικό μητρώο, ενδέχεται να χρειαστεί προεδρική χάρη. Τον Ιούνιο 2000 το κράτος υποσχέθηκε στο ΕΠΣΕ ταχεία διαδικασία για όλες τις περιπτώσεις, όμως για μία ακόμη φορά δεν τίμησε τις δεσμεύσεις του. Μία δήλωση της Α. Ζεϊμπέκ την ημέρα της ορκωμοσίας της ως Ελληνίδας υπηκόου (11 Σεπτεμβρίου 2000) είναι αποκαλυπτική:

Η Ελλάδα πρέπει να δώσει ταχέως την ιθαγένεια σε όλους τους ανιθαγενείς που κατοικούν στη χώρα ανεξαρτήτως του ποινικού τους μητρώου. Θα πρέπει επίσης να δώσει τη δυνατότητα παραχώρησης της ιθαγένειας στους λίγες χιλιάδες πρώην Έλληνες πολίτες που ζουν πλέον ως ανιθαγενείς στο εξωτερικό. Θα πρέπει, τέλος, στους πρώην Έλληνες πολίτες από τους οποίους αφαιρέθηκε η ιθαγένεια βάσει των Άρθρων 19 ή 20 του Κώδικα Ιθαγένειας και οι οποίοι ζουν στο εξωτερικό με διαφορετική ιθαγένεια (σχεδόν όλοι ανήκουν στην τουρκική ή τη μακεδονική εθνότητα), να παραχωρήσει τουλάχιστον ανεμπόδιστη είσοδο στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως των δραστηριοτήτων τους στο εξωτερικό για την υπεράσπιση μειονοτήτων, καθώς και να εξετάσει ευνοϊκά κάθε τυχόν αίτηση ιθαγένειας (αναμένεται να είναι σπάνιες).

1.4. Ανιθαγενείς εκ Γενετής

Μία άλλη κατηγορία Μουσουλμάνων έχουν γεννηθεί ανιθαγενείς. Οι πρόγονοί τους μετακινήθηκαν από τη Βουλγαρία και θεωρήθηκαν Ρομά. Στους Χριστιανούς Ρομά και στους περισσότερους Μουσουλμάνους Ρομά, των οποίων οι πρόγονοι γεννήθηκαν στην Ελλάδα, παραχωρήθηκε η ιθαγένεια στη δεκαετία του 1970 (οι περισσότεροι Ρομά ήταν ανιθαγενείς μέχρι τότε). Όμως αυτοί οι Ρομά (που αυτοπροσδιορίζονται ως Τούρκοι) υποχρεώθηκαν από την αστυνομία να προμηθευτούν δαπανηρές άδειες παραμονής με ισχύ μόνο ενός έτους: σε αυτές οι αστυνομικές αρχές ανέφεραν ότι ήταν «ακαθόριστης» ιθαγένειας και τουρκικής εθνικότητας (δηλ. εθνότητας). Το αστυνομικό τμήμα Κομοτηνής αρνήθηκε το 1999 και ξανά το 2000 να δώσει έγγραφο ταυτότητας (κάτι που αποτελεί υποχρέωση βάσει της σχετικής Σύμβασης του ΟΗΕ) σε έναν από αυτούς, τον κ. Σεζγκίν Ντουργκούτ, όταν οι ΜΚΟ μας του υπέδειξαν αυτή τη δυνατότητα. Οκτώ μήνες μετά την αίτησή του και μόνο αφού παρενέβη ο Συνήγορος του Πολίτη, οι αστυνομικοί ισχυρίστηκαν ότι η αναφορά σε ακαθόριστη ιθαγένεια ήταν ένα λάθος που, υποτίθεται, επαναλαμβανόταν επί χρόνια. Ισχυρίστηκαν ότι ο κ. Σεζγκίν έχει βουλγαρική ιθαγένεια και του ζήτησαν να αποδείξει ότι δεν είναι Βούλγαρος προκειμένου να τον θεωρήσουν ανιθαγενή. Το ίδιο επιχείρημα προέβαλαν και σε απάντηση κοινοβουλευτικής ερώτησης που υπέβαλλε η Βουλευτής του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, Μαρία Δαμανάκη. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1999, ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης απάντησε τα εξής:

Όμως, ήδη από το 1997, ο Σεζγκίν Ντουργκούτ είχε παράσχει στις ελληνικές αρχές πιστοποιητικό του Βουλγαρικού Προξενείου που έλεγε ότι δεν είναι Βούλγαρος πολίτης. Το ελληνικό κράτος γνώριζε το γεγονός, αλλά δυστυχώς υποκρινόταν παραπειστικά ότι δεν το γνωρίζει. Πριν ένα χρόνο, σε αυτό το φόρουμ του ΟΑΣΕ, η ελληνική αντιπροσωπεία, πιθανότατα παραπλανημένη από τις τοπικές αρχές, παρέσχε επίσης ανακριβείς πληροφορίες:

Ωστόσο ο κ. Ντουργκούτ υποφέρει, καθώς δεν έχει καθόλου έγγραφα ταυτότητας. Μία συνέπεια είναι ότι δεν μπορεί να λάβει επιδόματα για τα παιδιά του. Έτσι, αυτή η γραφειοκρατική παρενόχληση επηρεάζει δυσμενώς τη ζωή του. Επιπλέον, η αίτησή του να λάβει την ελληνική ιθαγένεια χρονολογείται από το 1990, παρ' όλο που θα έπρεπε να του είχε παραχωρηθεί αμέσως η ιθαγένεια, αφού πρόκειται για γιο ανιθαγενή πατέρα και ελληνίδας μητέρας, βάσει του Άρθρου 1 της Σύμβασης του ΟΗΕ Περί Μειώσεως του Αριθμού των Περιπτώσεων Ανιθαγένειας (που επικυρώθηκε με το Νόμο 535/1977 στην Ελλάδα). Άλλωστε, στην αδελφή του παραχωρήθηκε η ιθαγένεια για τους ίδιους λόγους το 1993. Ο κ. Ντουργκούτ υπέβαλλε εκ νέου το ίδιο έγγραφο των βουλγαρικών αρχών, το Φεβρουάριο 2000, ζητώντας για δεύτερη φορά να του δοθεί δελτίο ταυτότητας ανιθαγενούς, αλλά δεν έχει λάβει καμία απάντηση. Η υπόθεσή του υποβλήθηκε στο Συνήγορο του Πολίτη, ο οποίος άνοιξε διάλογο με όλες τις αρμόδιες αρχές, ερευνώντας τους λόγους για την τόσο μεγάλη καθυστέρηση και γραφειοκρατική παρενόχληση. Το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας έχει ζητήσει από το Υπουργείο Εξωτερικών της Βουλγαρίας να επιβεβαιώσει τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο έγγραφο που εξέδωσε το 1997 το Βουλγαρικό Προξενείο Θεσσαλονίκης. Έχουν περάσει μήνες και δεν έχει υπάρξει καμία πρόοδος. Είναι άραγε όλα αυτά «διοικητική διαδικασία ρουτίνας», όπως ισχυρίστηκε πέρυσι η Ελλάδα σε αυτό το φόρουμ;

Απευθύνουμε σε αυτή τη συνάντηση του ΟΑΣΕ έκκληση προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Βουλγαρίας να επισπεύσει την οποιαδήποτε απάντηση έχει να δώσει στις ελληνικές αρχές, έτσι ώστε να βοηθήσει να εκτεθούν οι πραγματικές προθέσεις των τελευταίων: δεν θέλουν να παραδεχτούν ότι επί χρόνια παρενοχλούσαν τον κ. Ντουργκούτ αντίθετα με κάθε ελληνική και διεθνή νομοθεσία και μάλιστα έδωσαν σχετικές παραπλανητικές πληροφορίες στην Ελληνική Βουλή και στον ΟΑΣΕ. Στο μεταξύ, επειδή ο κ. Ντουργκούτ τόλμησε να αμφισβητήσει την ελληνική διοίκηση, στα μάτια της είναι ανύπαρκτος. Δεν μπορεί να ταξιδέψει στο εξωτερικό, να ανανεώσει την άδεια οδήγησής του για την εργασία του, να λάβει οικογενειακό επίδομα. Περιστασιακά, μάλιστα, αστυνομικά όργανα τον έχουν προσβάλλει προφορικά.

2.1. Σύνοψη

Η Freedom House κατατάσσει την Ελλάδα στη χειρότερη θέση από πλευράς ελευθερίας της έκφρασης μεταξύ των χωρών με μακρά δημοκρατική παράδοση. Το Διεθνές Ινστιτούτο Τύπου (International Press Institute, IPI) επικρίνει επίσης τις συχνές ποινικές διώξεις σε υποθέσεις συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και τις διώξεις για κατασκοπεία σε περιπτώσεις διαρροής διαβαθμισμένων εγγράφων. Η ελληνική κυβέρνηση απορρίπτει αυτούς τους ισχυρισμούς, καθώς και την ανάγκη τροποποίησης της νομοθεσίας προκειμένου να εναρμονιστεί με τα διεθνή πρότυπα.

Επιπλέον, τα δικαστήρια μπορούν να απαγορεύσουν βιβλία, το περιεχόμενο των οποίων θεωρείται προσβλητικό γα διάφορες -συνήθως συντηρητικές- ομάδες, ενώ οι ξένοι δημοσιογράφοι και συγγραφείς από χώρες με «ευαίσθητες» σχέσεις με την Ελλάδα (όπως η Μακεδονία και η Τουρκία) έχουν αντιμετωπίσει άρνηση εισόδου ή παρενόχληση από τις αρχές.

Οι ΜΚΟ μας μαζί με όλες τις διεθνείς οργανώσεις ελευθερίας του τύπου έχουν κατ’ επανάληψη ζητήσει την τροποποίηση της νομοθεσίας ώστε να αποποινικοποιηθεί τα αδίκημα της εξύβρισης και δυσφήμισης και να καταργηθούν άρθρα που ποινικοποιούν την (έστω και ακραίας μορφής) έκφραση γνώμης (βλασφημία, διατάραξη διεθνών σχέσεων, κτλ.) ή τη συλλογή δημοσιογραφικών πληροφοριών (δημοσίευση απόρρητων εγγράφων, κτλ.).

Οι περιπτώσεις που αναφέρονται ακολούθως αποτελούν έναν όχι εξαντλητικό κατάλογο για το τελευταίο δωδεκάμηνο. Πολύ περισσότερες έχουν αναφερθεί στα ΜΜΕ, όμως οι ΜΚΟ μας δεν τις έχουν ακόμη τεκμηριώσει πλήρως.

2.2. Η Ελλάδα Ουραγός Μεταξύ των Παραδοσιακά Δημοκρατικών Χωρών

Από τις χώρες με μακρόχρονη δημοκρατική παράδοση, η Ελλάδα είναι δυστυχώς εκείνη με το λιγότερο σεβασμό της ελευθερίας του τύπου, όπως φαίνεται και από έκθεση του 2000 της διεθνούς οργάνωσης Freedom House. Στην κλίμακα 0 [πλήρης ελευθερία] - 100 [καμιά ελευθερία], η Ελλάδα βαθμολογείται με 30 που είναι η χειρότερη βαθμολογία για ελεύθερη χώρα: από το 31 αρχίζουν οι μερικά ελεύθερες χώρες (και από το 61 οι ανελεύθερες). Καλύτερη επίδοση από την Ελλάδα έχουν ακόμα και σχεδόν όλες οι νέες δημοκρατίες της Κεντρικής Ευρώπης και της Βαλτικής. Στο χώρο του ΟΑΣΕ, μόνο οι περισσότερες (αλλά όχι όλες) βαλκανικές και πρώην σοβιετικές χώρες είναι σε χειρότερη μοίρα. Η πλήρης περιγραφή για την Ελλάδα που εξηγεί την αξιολόγηση αυτή είναι: «Αν και τα δικαστήρια καταδικάζουν συχνά δημοσιογράφους για δυσφήμιση επειδή εξυβρίζουν στελέχη της διοίκησης, ο τύπος είναι γενικά ελεύθερος από κυβερνητικό έλεγχο. Πολλοί δημοσιογράφοι διώχτηκαν και καταδικάστηκαν αυτή τη χρονιά [το 1999] για δυσφήμιση. Η αυτολογοκρισία ήταν συνήθης, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των νατοϊκών βομβαρδισμών στη Γιουγκοσλαβία. Η αστυνομία έκανε επιδρομή σε ένα ραδιοσταθμό και τον έκλεισε».

2.3. Η Ελλάδα Απορρίπτει Έκκληση του IPI να Εκσυγχρονίσει τη Νομοθεσία της

Στην έκθεσή του για την Ελλάδα, τμήμα της 1999 World Press Freedom Review (Παγκόσμια Επισκόπηση της Ελευθερίας του Τύπου το 1999), το Διεθνές Ινστιτούτο Τύπου (International Press Institute, IPI) σημειώνει:

2.4. Ποινικές Καταδίκες για Δυσφήμηση και Συκοφαντική Δυσφήμηση

2.5. Απαγόρευση ραδιοσταθμού, βιβλίου ή συναυλίας

2.6. Παρενόχληση Δημοσιογράφων από Όχλους Ανενόχλητους από την Αστυνομική Παρουσία

2.7. Παρενόχληση Μακεδόνων και Τούρκων Δημοσιογράφων και Συγγραφέων

3.1. Σύνοψη

Η Ελλάδα δεν είναι απρόσβλητη από την παγκόσμια τάση των μελών των σωμάτων ασφαλείας να παραβιάζουν συχνά τα δικαιώματα των πολιτών κατά τη διάρκεια της σύλληψης, της ανάκρισης, της κράτησης ή της φυλάκισης. Μια τέτοια στάση διευκολύνεται από την πρακτική των δικαστικών αρχών να μην διώκουν παρά μόνο σπάνια την εγκληματική συμπεριφορά αυτού του είδους. Όταν το πράττουν, οι υποθέσεις φτάνουν στο δικαστήριο πολλά χρόνια μετά το γεγονός. Αυτό συμβαίνει ακόμα και σε υποθέσεις που υποστηρίζονται από ιατροδικαστικά στοιχεία. Μερικές φορές τα δικαστήρια, πέρα από τις ιατροδικαστικές βεβαιώσεις, παραβλέπουν και αδιάσειστα ενοχοποιητικά στοιχεία, καταλήγοντας έτσι στην απαλλαγή των αστυνομικών. Οι αστυνομικοί αυτοί ενδέχεται να παραμείνουν στο σώμα όλα αυτά τα χρόνια κατά τα οποία διεξάγονται έρευνες και δικαστικές ανακρίσεις, και επομένως να συνεχίζουν να είναι σε θέση να ασκούν ανάρμοστη επιρροή σε εκείνους που τολμούν να προσφεύγουν στα δικαστήρια εναντίον τους. Τέτοιου είδους πρακτικές αποθαρρύνουν πολλά θύματα αστυνομικής βίας από την υποβολή μηνύσεων εναντίον αστυνομικών. Τέλος, πολλά αστυνομικά τμήματα έχουν χώρους ανεπαρκείς ή υπερπλήρεις: κατά συνέπεια, οι κρατούμενοι τυγχάνουν εξευτελιστικής μεταχείρισης. Παρακάτω δίνονται ορισμένα πρόσφατα παραδείγματα. Οι αρμόδιες κρατικές αρχές δεν φαίνεται να είναι πολύ ευαίσθητες απέναντι σε τέτοιους ισχυρισμούς. Κατά συνέπεια, ελάχιστη πρόοδος έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια. Τέλος, ορισμένα ΜΜΕ δημοσιεύουν πυροβολισμούς ατόμων (συνήθως θανάσιμους) από αστυνομικούς οι οποίοι δεν έχουν υποστεί καμία συνέπεια για τέτοιες πράξεις: οι αρχές αφήνουν αναπάντητα αυτά τα δημοσιεύματα, επιβεβαιώνοντας την εντύπωση της γενικευμένης ατιμωρησίας.

3.2. Αστυνομική Βία Κατά Ανηλίκων

3.3. Αστυνομική Βία Κατά Ρομά

Εν μέσω επανειλημμένων ισχυρισμών για υπερβολική αστυνομική βία εναντίον Ρομά τα τελευταία χρόνια, ο φόνος ενός Ρομ και ο βασανισμός δύο άλλων το 1998, που υποστηρίχθηκαν με ιατροδικαστικά στοιχεία, δεν οδήγησαν σε κανένα πειθαρχικό μέτρο σε βάρος των εμπλεκομένων αστυνομικών: οι αστυνομικοί, εναντίον των οποίων ασκήθηκε δίωξη το 1998 για ανθρωποκτονία ή βασανισμό, παρέμειναν στις θέσεις τους και οι διαδικασίες συνεχίζονται την ώρα που γράφεται αυτό το κείμενο. Αυτό συνέβη παρά την άσκηση δικαστικών διώξεων. Το Υπουργείο απλώς διέταξε Ένορκη Διοικητική Εξέταση που δεν κατέληξε πουθενά. Οι ΜΚΟ μας έχουν ζητήσει ακόμα και σε διεθνή φόρα από το ελληνικό κράτος να τους παράσχει πληροφορίες για αυτές τις υποθέσεις και να δώσει εξηγήσεις για τη συνεχιζόμενη ατιμωρησία, αλλά εις μάτην. Παρουσιάζουμε εδώ τις τρεις σοβαρότερες υποθέσεις. Για πολλές επιπλέον υποθέσεις ταπεινωτικής μεταχείρισης, αν όχι βασανισμού, βλέπε το κεφάλαιο για τα Δικαιώματα των Ρομά.

3.4. Αστυνομική Βία Κατά Αιτούντων Άσυλο και Μεταναστών

Τα τελευταία χρόνια, περίπου 500.000-700.000 μετανάστες έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, κατά κύριο λόγο παράνομα. Τα δύο τρίτα από αυτούς είναι Αλβανοί, και οι περισσότεροι ανήκουν σε μειονοτικά θρησκεύματα, αλλά δεν υπάρχουν επίσημοι αριθμοί. Το 1998 ξεκίνησε διαδικασία νομιμοποίησης για αυτούς τους μετανάστες, η οποία τελικά συμπεριέλαβε περίπου 230.000 άτομα που υπέβαλαν αιτήσεις για άδειες παραμονής. Μέχρι το τέλος του 1999 είχαν λάβει άδειες μόνο περίπου 35.000 άτομα. Οι μετανάστες υφίστανται συχνές «επιχειρήσεις σκούπα» που στοχεύουν στη συνοπτική απέλαση όλων όσων δεν έχουν νόμιμα έγγραφα. Οι συχνοί ισχυρισμοί ότι οι μετανάστες υφίστανται εξευτελιστική και ταπεινωτική, και μερικές φορές βίαιη, μεταχείριση από αστυνομικούς στη διάρκεια αυτών των επιχειρήσεων απορρίπτονται συστηματικά χωρίς καμία έρευνα από τις κρατικές αρχές.

Απαντώντας σε παρόμοια έκθεση των ΜΚΟ μας, την οποία είχαμε υποβάλει στη σχετική Συμπληρωματική Συνάντηση Ανθρώπινης Διάστασης του ΟΑΣΕ, στις 27 Μαρτίου 2000, η ελληνική κυβέρνηση υποστήριζε τα εξής:

Θα θέλαμε να διαβεβαιώσουμε τον ΟΑΣΕ ότι ήταν η πρώτη φορά που το ΕΠΣΕ έβλεπε αυτά τα έγγραφα στα χέρια του Έλληνα διπλωμάτη στη συνάντηση του ΟΑΣΕ. Στη συνέχεια ρωτήσαμε όλους τους δικηγόρους με τους οποίους συνεργαζόμαστε και όλα τα άτομα που είχαν τεθεί υπό κράτηση και που μας είχαν δώσει συνέντευξη: θέλουμε να πληροφορήσουμε τον ΟΑΣΕ ότι κανένα από τα 163 τέτοια άτομα δεν είχε δει ποτέ το έγγραφο. Μάλιστα, λίγες ημέρες μετά τη συνάντηση της Βιέννης, ο γνωστότερος δικηγόρος ανθρώπινων δικαιωμάτων της Αθήνας το αναζήτησε στο μεγαλύτερο και σημαντικότερο κρατητήριο στη Ελλάδας στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών: ακόμα και οι αστυνομικοί δεν γνώριζαν την ύπαρξη του «ενημερωτικού εντύπου». Μία σίγουρα πρωτοποριακή πρωτοβουλία ενός ευαίσθητου Υπουργού Δημόσιας Τάξης, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, έχει μείνει νεκρό γράμμα, που φαίνεται να έχει ως μόνο σκοπό το να «κάνει επίδειξη» η Ελλάδα στα διεθνή φόρα.

4.1. Σύνοψη

Στις 20 Αυγούστου 1999, ο Συνήγορος του Πολίτη πραγματοποίησε «αυτοψία» στα κρατητήρια του Αστυνομικού Τμήματος της Πλατείας Ομονοίας, μετά από καταγγελίες πολιτών. Σε επιστολή του προς τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης (7905/99/2.3-27-8-1999), ο Συνήγορος του Πολίτη δήλωνε ότι οι εγκαταστάσεις ήταν υπερπλήρεις: μεταξύ 55-115 κρατούμενοι σε χώρο με υποδομή -ούτως ή άλλως ελλιπή- για μόλις 30 κρατουμένους. Μία από τις συνέπειες ήταν ότι ανήλικοι και ενήλικες κρατούνταν μαζί, παρανόμως. Μία άλλη, σε συνδυασμό με την έλλειψη φωτισμού και εξαερισμού, ήταν ότι όλοι αναγκάζονταν να φορούν μόνο τα εσώρουχά τους, λόγω της ζέστης, που συνιστούσε «προσβολή της αξιοπρέπειάς τους». Η καθαριότητα των δύο μοναδικών αποχωρητηρίων ήταν «τουλάχιστον απαράδεκτη». Οι περισσότεροι κρατούμενοι είχαν δερματοπάθειες και μολυσματικές ασθένειες που δεν είχαν καμία ή είχαν ελλιπή ιατρική φροντίδα.

Το σοβαρότερο πρόβλημα, όπως επεσήμανε ο Συνήγορος του Πολίτη, ήταν η μακρόχρονη (μερικές φορές μέχρι έξι μήνες) κράτηση αλλοδαπών σε αναμονή απέλασης, η οποία «ανεπισήμως μετατρέπει τους χώρους κράτησής τους σε φυλακές, χωρίς προηγούμενη άσκηση δίωξης σε αυτούς τους φυλακισμένους». «Σε συνδυασμό με τις επικρατούσες φρικτές υλικές συνθήκες, αυτή η κράτηση θα μπορούσε να θεωρηθεί de facto ‘απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση’». Επισημαίνοντας ότι ο όρος «επιχειρήσεις σκούπα» [βλ. παραπάνω] είναι «προσβλητικός για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια», ο Συνήγορος του Πολίτη συνιστούσε, σε περίπτωση έλλειψης επαρκών χώρων, να μην πραγματοποιούνται τέτοιες επιχειρήσεις που οδηγούν σε μαζική κράτηση αλλοδαπών. Προσέθετε ότι οι αλλοδαποί που δεν είναι δυνατόν να απελαθούν αμέσως [λόγω έλλειψης χώρας έτοιμης να τους δεχθεί] θα πρέπει να λαμβάνουν προσωρινή άδεια παραμονής στη χώρα και να αφήνονται ελεύθεροι. Μετά από αυτήν την έκθεση, σημειώθηκαν βραχύβιες βελτιώσεις σε εκείνο το αστυνομικό τμήμα. Παρ’ όλα αυτά, αυτές οι συνθήκες είναι κυρίαρχες σε ολόκληρη τη χώρα, οπουδήποτε τα κρατητήρια είναι ανεπαρκώς εξοπλισμένα ή/και υπερπλήρη. Αυτό το περιστατικό, καθώς και άλλοι ισχυρισμοί περί αστυνομικής κτηνωδίας, έχουν συμπεριληφθεί στην Ετήσια Έκθεση 1999 του Συνηγόρου του Πολίτη (σσ. 101-103).

5.1. Σύνοψη

Όπως συμβαίνει σε όλες τις χώρες του ΟΑΣΕ, υπάρχουν πολλά φαινόμενα ρατσισμού στην Ελλάδα, σε επίπεδο διοικητικό, πνευματικό και μέσων ενημέρωσης, καθώς και στο επίπεδο της κοινής γνώμης. Αυτό, ωστόσο, που διαφοροποιεί την Ελλάδα από τις περισσότερες παραδοσιακές δημοκρατίες είναι η έλλειψη αντίδρασης στο ρατσισμό, μέχρι του σημείου να έχει κανείς την εντύπωση ότι οι ρατσιστικές ενέργειες, απόψεις και ιδέες αποτελούν αποδεκτές εναλλακτικές στάσεις στην κοινωνία. Έλλειψη αντίδρασης, όχι μόνο σε καταφανώς εξτρεμιστικές ρατσιστικές ενέργειες, αλλά και σε «εξτρεμιστικές δηλώσεις του κυρίαρχου ρεύματος» -από πρόσωπα που δεν θεωρούνται εξτρεμιστές- που οπουδήποτε αλλού θα οδηγούσαν τουλάχιστον σε έντονη κριτική, αν όχι ευθεία καταδίκη.

Οι οργανώσεις μας καλωσόρισαν την κρατική παραδοχή και καταδίκη των εκτεταμένων ρατσιστικών προκαταλήψεων απέναντι στους Ρομά, στην απάντηση της ελληνικής αντιπροσωπείας σε δηλώσεις ΜΚΟ στη Συνάντηση Επισκόπησης του ΟΑΣΕ στη Βιέννη το Σεπτέμβριο 1999:

Τέτοιες δηλώσεις, ωστόσο, φαίνεται ότι αντανακλούν περισσότερο τις απόψεις του διπλωμάτη και ενδεχομένως ορισμένων άλλων μεσαίου επιπέδου στελεχών, παρά εκείνες της ελληνικής κυβέρνησης. Αυτός είναι ο λόγος που, λίγους μήνες αργότερα, η Ελλάδα απέρριψε έντονα την προσεκτικά διατυπωμένη κριτική της έκθεσης Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI) (όπως αναφέρεται παρακάτω). Όπως είπε σχολιάζοντας αυτές τις αντιδράσεις για την έκθεση της ECRI (στις 29 Ιουνίου, σε σεμινάριο στο Αμφιθέατρο του Υπουργείου Εξωτερικών) ο σημερινός Υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης Σταθόπουλος, που δεν είναι πολιτικός και έχει παρελθόν σε ΜΚΟ, «χαρακτήρισε όσους επαίρονται για την μη ύπαρξη ρατσισμού στην Ελλάδα ως ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει στην κριτική και αυτοκριτική.» Πρόκειται για τον Υπουργό που τόλμησε να πρωτοστατήσει το Μάιο 2000 στην εξάλειψη της αναφοράς στο θρήσκευμα στα δελτία ταυτότητας. Είναι σημαντικό ότι αυτή η κίνηση προκάλεσε αντιδράσεις από την Ορθόδοξη Εκκλησία και πολλές μερίδες της ελληνικής κοινής γνώμης, αντιδράσεις όχι απλώς φραστικά βίαιες, αλλά συχνά εντελώς ρατσιστικές και ιδίως αντισημιτικές. Πολλοί καταδίκασαν τη φραστική βία, αλλά σχεδόν κανείς τις ρατσιστικές κορώνες. Εξίσου ελάχιστοι, στην καλύτερη περίπτωση, καταδίκασαν τις περισσότερες από τις περιπτώσεις ρατσισμού που αναφέρονται εδώ, και μάλιστα μερικές δεν έτυχαν σχεδόν καμίας δημοσιότητας.

Αντίθετα, η πολιτική και πνευματική ηγεσία της χώρας υποστήριξε ομόφωνα την υποψηφιότητα του συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη για το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης, την ίδια περίπου στιγμή που ήταν από τους κύριους ομιλητές στον εορτασμό της εθνικής εορτής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εκεί εξήρε "DNA του ελληνικού χαρακτήρα” και επέμεινε στην “αντίθεση των δύο κόσμων, του ελληνικού και του άλλου. Και όταν λέω συνοπτικά ''του άλλου'', εννοώ συλλήβδην τον ανατολικό δεσποτισμό, τον ιουδαϊκό μονοθεϊσμό, τη ρωμαϊκή στρατοκρατία και τον δυτικό απολυταρχισμό.” Για να καταλήξει ότι “κι όταν πλησιάσει στην κορυφή κάθε φορά έρχονται οι ξένοι - και από αυτούς πρώτοι και καλύτεροι οι άσπονδοι φίλοι μας, για να την κατρακυλήσουν ξανά στα ερέβη.”

Στα εδάφια που ακολουθούν, επισημαίνονται λίγες μόνο περιπτώσεις που έχουν καταγραφεί από το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι και την Ελληνική Ομάδα για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων.

5.2. Αποφάσεις Τοπικής Αυτοδιοίκησης με Φυλετικά Κίνητρα

Ορισμένοι δήμαρχοι ή/και δημοτικά συμβούλια λαμβάνουν ανοικτά ρατσιστικές ή ξενόφοβες αποφάσεις χωρίς να έχει ποτέ υπάρξει εναντίον τους καμία καταδίκη από το κράτος, ούτε και καμία πειθαρχική ή άλλη ποινική ενέργεια -όπως απαιτεί η σχετική νομοθεσία.

5.3. Παράβαση Καθήκοντος από Αστυνομικούς με Φυλετικά Κίνητρα

Σε πολλές περιπτώσεις, τις οποίες παρακολουθούν ΜΚΟ, έχει γίνει εμφανές ότι στην αστυνομία υπάρχει βαθιά ριζωμένος θεσμοθετημένος ρατσισμός απέναντι στους Ρομά. Πολλές περιπτώσεις τεκμηριώνονται στα κεφάλαια αυτής της έκθεσης που είναι αφιερωμένα στους Ρομά και την αστυνομική βία. Απαντώντας στις κατηγορίες των ΜΚΟ για μία από αυτές τις περιπτώσεις, στη Νέα Κίο, το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας έγραψε τα εξής προς τη Διεύθυνση Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του Υπουργείου Εξωτερικών.

Στις 6 Ιουλίου 2000, η αστυνομία πραγματοποίησε σαρωτική επιδρομή στο μεγαλύτερο καταυλισμό Ρομά στην Ελλάδα και τον πιο εξαθλιωμένο στην Ευρώπη, στο Γαλλικό Ποταμό, κοντά στη Θεσσαλονίκη, ψάχνοντας για ναρκωτικά και όπλα. Την ίδια ημέρα, το κρατικό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων μετέδωσε κακόβουλη, συκοφαντική και ρατσιστική «είδηση» για το γεγονός, στην οποία ανακριβέστατα αναφέρεται ότι έγινε σύλληψη και «λαθρομεταναστών» κατά την «επιχείρηση ‘σκούπα’» και ότι «αρκετοί από τους προσαχθέντες είναι φυγόδικοι και φυγόποινοι - για ληστείες, κλοπές, απάτες κ.α. αδικήματα- και αύριο αναμένεται να οδηγηθούν στον εισαγγελέα». Με παρέμβαση του ΕΠΣΕ στο διευθυντή του ΜΠΕ, ζητήθηκε η πλήρης ανασκευή του δημοσιεύματος και είτε η επιβολή κυρώσεων στο συντάκτη του είτε η πληροφόρησή μας για το ποιος (πιθανότατα αστυνομικός) τον παρέσυρε ενδεχόμενα να γράψει τέτοιες ανακρίβειες. Δυστυχώς, το ΜΠΕ το μόνο που έκανε ήταν να επαναλάβει την είδηση την επόμενη ημέρα, επιμένοντας στην ύπαρξη «ενταλμάτων σύλληψης για κλοπές» μεταξύ των συλληφθέντων, γεγονός και αυτό αναληθές, αφού άλλωστε είχαν όλοι αφεθεί ελεύθεροι. Αυτή τη φορά, πάντως, κατονομαζόταν από το ΜΠΕ «ο διευθυντής ασφαλείας Θεσσαλονίκης Φιλ. Καραγκιοζίδης» ως πηγή της αναληθούς και συκοφαντικής αυτής είδησης. Οι ΜΚΟ μας ζήτησαν από τους Υπουργούς Δημόσιας Τάξης και Τύπου και ΜΜΕ να κινήσουν πειθαρχικές διαδικασίες εναντίον των εμπλεκόμενων αστυνομικών και ανθρώπων των ΜΜΕ. Δεν υπήρξε καμία απάντηση σε αυτήν την κίνηση, εκτός από το γεγονός ότι στις 10 Ιουλίου το ΜΠΕ απέδωσε τις ψευδείς πληροφορίες ξανά σε αστυνομικές πηγές -αλλά δεν ζήτησε καν συγνώμη από τους Ρομά. Έτσι ο ανώτερος αξιωματικός ή αξιωματικοί της αστυνομίας, που ευθύνονται για την αδικαιολόγητη δυσφήμηση δεκάδων Ρομά του Γαλλικού Ποταμού ως «ληστών, διαρρηκτών, απατεώνων», δεν έχουν μέχρι σήμερα γίνει καν αντικείμενο έρευνας.

5.4. Ρατσισμός στα ΜΜΕ

Τα ελληνικά ΜΜΕ και ο δημόσιος λόγος είναι γεμάτα με «ρητορική μίσους» απέναντι στις μειονότητες και στους μετανάστες, η οποία σπάνια αντιμετωπίζεται έστω και με απλή καταδίκη του κράτους, πόσο μάλλον, εκεί όπου έχει εφαρμογή, με χρήση του ειδικού νόμου που απαγορεύει την παρακίνηση σε φυλετικό μίσος. Εκτεταμένη τεκμηρίωση των αρνητικών στερεοτύπων και των εκφράσεων μίσους στα ΜΜΕ απέναντι σε εθνικές, εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες για την περίοδο 1994-1998 διατίθεται στα Balkan Neighbours και Mariana Lenkova (Ed.) ‘Hate Speech’ in the Balkans.

Αποτελεί σχεδόν τακτική πρακτική για τα ελληνικά ΜΜΕ να αναφέρονται στην εθνοτική ή εθνική ταυτότητα κάποιου φερομένου ως δράστη εγκλήματος, όταν ανήκει σε μειονότητα ή ομάδα μεταναστών, ενώ σχεδόν όλα τα εγκλήματα χωρίς γνωστούς υπόπτους δημοσιεύεται ότι έχουν «Αλβανούς υπόπτους». Όταν, σε πολλές περιπτώσεις, διαπιστώνεται ότι οι δράστες είναι Έλληνες, η είδηση σπάνια δημοσιεύεται καν. Το πιο αποκαλυπτικό πρόσφατο παράδειγμα αφορούσε την υπόθεση όπου «Αλβανοί σκότωσαν εν ψυχρώ το συνοδό 17χρονης στην Αγία Παρασκευή» -όπως επαναλάμβαναν σχεδόν όλα τα ΜΜΕ στις 8 Ιουλίου 2000. Σε ορισμένες περιπτώσεις, δόθηκε εκτενής τηλεοπτική κάλυψη σε συνεντεύξεις με κατοίκους αυτής της εύπορης αθηναϊκής συνοικίας, οι οποίοι μίλησαν για κάθε είδους προβλήματα με Αλβανούς. Δύο εβδομάδες αργότερα (22/7), αποκαλύφθηκε ότι ο δράστης ήταν ένας Έλληνας δραπέτης φυλακών και ότι το περιστατικό είχε συμβεί σε άλλη περιοχή. Πέρασε στα «ψιλά» των περισσότερων ΜΜΕ, τα οποία δεν συνέδεσαν καν την είδηση με τα προηγούμενα δημοσιεύματα έτσι ώστε να αναδειχθεί το λάθος. Δεν υπήρξε απολύτως καμία αντίδραση από καμία αρμόδια αρχή ή δημοσιογραφική ένωση.

Μια περίπτωση ένταξης του ρατσιστικού λόγου στο κυρίαρχο ρεύμα (“mainstreaming”), είναι η εξής. Η δημοσίευση ενός άκρως ρατσιστικού άρθρου για τους Ρομά, πρώτα, στις 26 Νοεμβρίου 1999, στην ακροδεξιά εφημερίδα «Χρυσή Αυγή» και στη συνέχεια στην τοπική εφημερίδα «Πρωινή» της Κορίνθου, στις 15 και 16 Δεκεμβρίου 1999, δεν επέσυρε καμία έκφραση καταδίκης, ούτε και καμία εισαγγελική ενέργεια. Στο άρθρο με τίτλο «Ας μιλήσουμε για… γύφτους», οι Ρομά παρουσιάζονταν ως εξής:

Ένα άλλο πρόσφατο παράδειγμα ρατσιστικού λόγου ασύστολα διαδιδόμενου από κρατικό πανεπιστήμιο αφορά το «Πανεπιστήμιο Θράκης», το οποίο διατηρεί ηλεκτρονικό κατάλογο συζητήσεων (electronic discussion list) όπου, από καιρό σε καιρό, διανέμονται μηνύματα με αντισημιτικό ή/και άλλου είδους ρατσιστικό περιεχόμενο. Όταν ερωτήθηκε το πανεπιστήμιο για αυτήν την «ανοχή στη μισαλλοδοξία», απάντησε, στις 14 Φεβρουαρίου 2000, ότι “είναι δημοκρατικό πανεπιστήμιο που δεν παρεμβαίνει στην έκφραση απόψεων, ακόμα και αν τις θεωρεί επιλήψιμες” Τα ρατσιστικά, συνήθως αντισημιτικά, μηνύματα συνεχίστηκαν.

Ακόμα και όταν προβλέπονται κυρώσεις για κρούσματα ρατσιστικού λόγου, οι αρμόδιες αρχές δεν μπαίνουν στον κόπο να τις εφαρμόσουν. Στις 28 Μαρτίου 2000, το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι απηύθυνε έκκληση στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) να σταματήσει ένα ξενόφοβο προεκλογικό τηλεοπτικό μήνυμα της ακροδεξιάς «Εθνικής Συμμαχίας» που προβαλλόταν όχι μόνο από τον τηλεοπτικό σταθμό «Τηλε Τώρα» του κόμματος, αλλά και από έναν από τους μεγάλους τηλεοπτικούς σταθμούς, τον «Alpha». Το μήνυμα περιλάμβανε αναφορά στο «μεγάλο εθνικό πρόβλημα των μεταναστών που δολοφονούν την ησυχία και τη γαλήνη του τόπου». Το ΕΠΣΕ δεν έλαβε ποτέ οποιαδήποτε απάντηση από το ΕΣΡ. Ωστόσο, αργότερα διαπιστώθηκε ότι ο «Alpha» πρόβαλε το τηλεοπτικό μήνυμα με πολύ μεγάλο αριθμό μεταδόσεων, που αντιστοιχούσαν σε διαφημιστική δαπάνη υπέρογκη ακόμα και για τα κυρίαρχα κόμματα. Οι υποψίες ότι αυτός ο μεγάλος τηλεοπτικός σταθμός προωθούσε το εξτρεμιστικό κόμμα επιβεβαιώθηκαν μερικούς μήνες αργότερα, όταν αποκαλύφθηκε ότι ο «Alpha» αγόρασε τον «Τηλε Τώρα»

5.5. Αντισημιτισμός

Ο λανθάνων αντισημιτισμός στην Ελλάδα επανεμφανίστηκε ανοικτά τους τελευταίους δώδεκα μήνες, φτάνοντας σε νέα ύψη κατά τη διάρκεια της εκστρατείας της Ορθόδοξης Εκκλησίας εναντίον της αφαίρεσης της αναγραφής του θρησκεύματος από τα δελτία ταυτότητας.

Στις 6 Οκτωβρίου 1999, ο επικεφαλής της μικρής Εβραϊκής κοινότητας της Ελλάδας παραπονέθηκε για μία επιστολή από τον Γιώργο Κατσανεβάκη, νομάρχη Χανίων, που ρωτούσε γιατί ξαναλειτουργεί στην Κρήτη μια αναπαλαιωμένη συναγωγή ηλικίας 400 ετών παρ’ όλο που στην πόλη υπάρχει μόνο ένας Εβραίος κάτοικος. Στην επιστολή, ο νομάρχης έγραφε: «Διατηρήστε -και αναδείξετε ακόμη περισσότερο- το μνημείο και την ιστορικότητά του και απαλείψατε τις θρησκευτικές λειτουργίες … όταν δεν υφίσταται ικανός αριθμός πιστών για τη συμμετοχή και αποδοχή τους. (…) Οι λειτουργίες και οι τελετές της Συναγωγής σε ποιους θα απευθύνονται; Στο άδειο από πιστούς μνημείο, σε αργόσχολους τουρίστες ή σε μεταφερόμενο από αλλού εκκλησίασμα;» Τι κρυβόταν πίσω από αυτές τις ανησυχίες; Ένας τοπικός παράγοντας έγραψε στην «Αυγή» (7 Οκτωβρίου 1999), αναφερόμενος και σε άλλες αντιδράσεις:

Ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, κ. Ανδρέας Σεφιχά, σε μια φορτισμένη συναισθηματικά δήλωση έκανε λόγο για επανεμφάνιση του «εφιάλτη του φασισμού και του ναζισμού [...] πενήντα πέντε μόλις χρόνια μετά το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου». Συνέχισε αναφέροντας ότι «Μόλις προχθές οι επίγονοί του [του φασισμού και του ναζισμού] κατέλαβαν κυβερνητικούς θώκους στην Αυστρία. Μόλις χθες ο αξιότιμος πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κ. Ράου μας ήλθε, μας είδε, και μας αντιπαρήλθε δίχως να θεωρήσει επιβεβλημένο να τιμήσει την μνήμη των θυμάτων του ναζισμού. Και σήμερα βεβηλώνονται δύο απροστάτευτοι ιεροί μας χώροι, ασφαλώς γιατί κάποιοι εδώ ύστερα από όσα προαναφέραμε, πιστεύουν βάσιμα ότι ο δρόμος τους είναι πλέον ανοιχτός. [...] Μήπως ο ναζισμός χτυπάει και πάλι την πόρτα μας; Μήπως κερδίζει έδαφος χάρη στον εφησυχασμό και στη μη επαρκή διέγερση των συνειδήσεων όλων μας;».

Όμως η χειρότερη περίπτωση αντισημιτισμού προέκυψε από τη διαμάχη για την αφαίρεση της αναγραφής του θρησκεύματος από τα δελτία ταυτότητας των Ελλήνων. Αν και την τελευταία δεκαετία έχουν υπάρξει πολλές πιέσεις προς αυτήν την κατεύθυνση, καθώς η αναγραφή αποτελεί παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων, από ελληνικές και διεθνείς ΜΚΟ και ΔΚΟ, οι περισσότεροι υποστηρικτές της διατήρησης της αναγραφής επέλεξαν να παρουσιάσουν παραπλανητικά την κίνηση ως υποχώρηση της Ελλάδας σε εβραϊκές πιέσεις. (Ευρω)βουλευτές και των δύο μεγάλων κομμάτων, όπως ο κ. Παπαθεμελής από το κυβερνών ΠΑΣΟΚ και οι κύριοι Μαρίνος, Γιακουμάτος και Καρατζαφέρης από την αντιπολιτευόμενη Νέα Δημοκρατία (ο τελευταίος αργότερα διαγράφηκε, αλλά για άλλους λόγους) πρόβαλαν τέτοιους ισχυρισμούς όταν δεν αποκαλούσαν ευθέως ακόμα και τον Πρωθυπουργό «πρώτο αρχιερέα του Ιουδαϊσμού» (Γεράσιμος Γιακουμάτος στη Βουλή, 5 Σεπτεμβρίου 2000). Για παράδειγμα, σημαντικοί κληρικοί και λαϊκοί που συνδέονται με την Εκκλησία έκαναν τις ακόλουθες μεροληπτικές δηλώσεις:

6.1. Σύνοψη

Οι ΜΚΟ και όλοι οι παρατηρητές των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Ελλάδα υποδέχτηκαν θετικά την πρωτοβουλία του Υπουργού Δικαιοσύνης Μιχάλη Σταθόπουλου να υποδείξει ότι είναι απαραίτητη η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας και πρακτικής προς τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας σε θέματα ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως η αφαίρεση της αναγραφής του θρησκεύματος στα δελτία ταυτότητας και η θέσπιση κοσμικού όρκου και κοσμικής κηδείας. Χαιρέτισαν επίσης την επακολουθήσασα απόφαση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων να εκσυγχρονιστούν τα δελτία ταυτότητας με την αφαίρεση των στοιχείων για το θρήσκευμα, το επάγγελμα και το όνομα συζύγου. Η μεταρρύθμιση, στην αντίδραση εναντίον της οποίας πρωτοστάτησε η Ορθόδοξη Εκκλησία, οδήγησε σε παρατεταμένη κρίση στην Ελλάδα. Μέχρι το Σεπτέμβριο 2000, η κυβέρνηση επαναλαμβάνει σταθερά ότι τα νέα δελτία ταυτότητας θα χρησιμοποιηθούν, αλλά δεν τα έχει ακόμα θέσει σε εφαρμογή. Στο μεταξύ, η Εκκλησία της Ελλάδας έχει ξεκινήσει εκστρατεία για τη συλλογή εκατομμυρίων υπογραφών έτσι ώστε να πιέσει την κυβέρνηση να υποχωρήσει ή να διοργανώσει δημοψήφισμα για το θέμα. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το 75% θέλει να διατηρηθεί η υποχρεωτική ή προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, ενώ το 50% υποστηρίζει δημοψήφισμα για το θέμα (παρ’ όλο που μόνο το 12% εκκλησιάζεται τακτικά). Η δυσκολία εισαγωγής μιας μεταρρύθμισης ελάσσονος σημασίας, σε σύγκριση με άλλες μεταρρυθμίσεις που θα έπρεπε να εφαρμόσει η Ελλάδα σε ζητήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων, καθώς και η στάση του κοινού, δείχνουν πόσο ελάχιστα εξοικειωμένοι, αν όχι εχθρικοί, είναι οι Έλληνες απέναντι στα σύγχρονα πρότυπα ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Στις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις, που σχετίζονται με τη θρησκευτική ελευθερία και σχετικές ανησυχίες, περιλαμβάνονται:

6.2. Η Μεταρρύθμιση των Δελτίων Ταυτότητας

Στις 8 Μαΐου 2000, ο νέος Υπουργός Δικαιοσύνης, Καθηγητής Μιχάλης Σταθόπουλος, σε συνέντευξή του στην ημερήσια εφημερίδα «Έθνος», δήλωσε μεταξύ άλλων ότι η -μέχρι τώρα υποχρεωτική- αναγραφή του θρησκεύματος στα δελτία ταυτότητας που εκδίδει το κράτος παραβιάζει το Νόμο Περί Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Στις 15 Μαΐου, η αντίστοιχη Ανεξάρτητη Αρχή, που δημιουργήθηκε με το νόμο του 1997, εξέδωσε δεσμευτική απόφαση που ζητούσε από το κράτος να αφαιρέσει το θρήσκευμα καθώς και άλλα προσωπικά δεδομένα (δακτυλικά αποτυπώματα, ιθαγένεια, όνομα συζύγου και επάγγελμα) από τα δελτία ταυτότητας. Η αφαίρεση του θρησκεύματος ήταν ένα από τα πολλά εκκρεμή αιτήματα μερικών οργανώσεων ανθρώπινων δικαιωμάτων και όλων των θρησκευτικών μειονοτήτων. Το επιχείρημά τους ήταν ότι μια τέτοια αναφορά παραβιάζει τα διεθνή πρότυπα ανθρώπινων δικαιωμάτων και επίσης βοηθάει να γίνονται διακρίσεις σε βάρος των θρησκευτικών μειονοτήτων στην Ελλάδα, μια χώρα που φημίζεται για τη θρησκευτική της μισαλλοδοξία. Άλλωστε, την τελευταία δεκαετία, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων έχει καταδικάσει την Ελλάδα σε υποθέσεις που αφορούν όλες τις μεγάλες θρησκευτικές της μειονότητες (Μουσουλμάνους, Μάρτυρες του Ιεχωβά, Καθολικούς, Διαμαρτυρόμενους). Επιπλέον, ο Ειδικός Εισηγητής του ΟΗΕ είχε υποβάλει στη Γενική Συνέλευση το 1996 μία έκθεση έντονα επικριτική για την έλλειψη θρησκευτικής ελευθερίας στην Ελλάδα.

Μέσα σε ένα μήνα, στη χώρα είχε δημιουργηθεί ένα βαθύ χάσμα. Η σοσιαλιστική κυβέρνηση (ΠΑΣΟΚ) υποστήριζε σταθερά ότι η απόφαση της Αρχής πρέπει να γίνει σεβαστή, όμως ελάχιστοι υπουργοί ή βουλευτές αυτού του κόμματος υποστήριξαν δημόσια αυτήν την επιλογή. Οι περισσότεροι παρέμειναν σιωπηλοί, αν δεν επέκριναν άμεσα ή έμμεσα τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε το θέμα η κυβέρνηση, αν όχι και την ίδια την απόφαση. Μάλιστα, πολλοί από αυτούς σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις και σε τουλάχιστον δύο δημόσιες δηλώσεις ζητούσαν να παραιτηθεί ο Υπουργός Δικαιοσύνης για να «βοηθήσει να εκτονωθεί η κρίση». Αντίθετα, σχεδόν όλοι οι πολιτικοί δύο μικρών κοινοβουλευτικών κομμάτων, των Φιλελευθέρων και του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, καθώς και η πρόσφατα αποσχισθείσα από τον τελευταίο Ανανεωτική Εκσυγχρονιστική Κίνηση της Αριστεράς (ΑΕΚΑ), έγιναν οι κύριοι δημόσιοι υποστηρικτές της απόφασης. Στο άλλο άκρο, η συντηρητική Νέα Δημοκρατία, το παλαιότερα αποσχισθέν από το ΠΑΣΟΚ Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κοινωνικό Κίνημα (ΔΗΚΚΙ), καθώς και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ), άμεσα ή έμμεσα υποστήριξαν τη διαμαρτυρία της Εκκλησίας και δεν βρήκαν λόγια για να αντιταχθούν στη διοργάνωση δύο τεράστιων συγκεντρώσεων. Τα πρώτα δύο κόμματα, μάλιστα, αντιτάχθηκαν στην αφαίρεση του θρησκεύματος από τις ταυτότητες, προτιμώντας, όπως και η Εκκλησία, την προαιρετική αναγραφή.

Τον Ιούνιο πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη δύο μαζικές συγκεντρώσεις, με τεράστια συμμετοχή με τα σημερινά δεδομένα. Οι φωτογραφίες από αυτές τις συγκεντρώσεις, που έκαναν το γύρο του κόσμου, έδειχναν δεκάδες μαυροφορεμένους επισκόπους να κάθονται σε μία εξέδρα κάτω από τον κύριο ομιλητή, τον Αρχιεπίσκοπο Ελλάδας Χριστόδουλο. Οι λαϊκιστικές αν όχι σκοταδιστικές δημόσιες εκκλήσεις ηγετών της Εκκλησίας -οι οποίοι, όπως όλοι οι κληρικοί στην Ελλάδα, είναι δημόσιοι υπάλληλοι- σε πολιτική ανυπακοή (“αν ένας νόμος είναι απαράδεκτος δεν πρέπει να εφαρμόζεται” και “η Αγία Γραφή είναι πάνω από τους νόμους”) έρχονταν σε οξεία αντίθεση με την είσοδο της χώρας στη λέσχη των εκσυγχρονιστικών και κοσμικών κρατών που καταργούν σύνορα και νομίσματα, την ΟΝΕ της ΕΕ.

6.3. Μουσουλμάνοι

6.4. Μάρτυρες του Ιεχωβά

6.5. Διαμαρτυρόμενοι

6.6. Παλαιοημερολογίτες

6.7. Βουδιστές

7.1. Σύνοψη

Οι ελπίδες που δημιουργήθηκαν στα μέσα του 1999, μετά από δημόσιες δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Παπανδρέου που υποστήριζαν το δικαίωμα των μειονοτήτων να αυτοπροσδιορίζονται και ανακοίνωναν την επικύρωση της Σύμβασης-Πλαίσιο για τις Εθνικές Μειονότητες κατά την κοινοβουλευτική σύνοδο του φθινοπώρου 1999, έχουν έκτοτε διαλυθεί. Πιθανότατα λόγω της ισχυρότατης αντίδρασης που υπήρξε τότε εναντίον του Υπουργού (και των ΜΚΟ ανθρώπινων δικαιωμάτων και μειονοτικών στελεχών που υποστηρίζουν αυτό το δικαίωμα), αυτός ο πολυπόθητος εκσυγχρονισμός της πολιτικής της Ελλάδας για τις μειονότητες ακυρώθηκε. Το 2000, ο ίδιος ο Υπουργός επέστρεψε στην παλιά πολιτική της «μίας, ευημερούσας, θρησκευτικής μειονότητας των Μουσουλμάνων» ενώ το Υπουργείο του αντέκρουσε με έντονες εκφράσεις τις συστάσεις της ECRI να αναγνωρίσει η Ελλάδα τον πολυπολιτισμικό της χαρακτήρα και να σεβαστεί την ταυτότητα των μειονοτήτων της. Επιπλέον, τα ελληνικά δικαστήρια συνέχισαν να αγνοούν, σε υποθέσεις που αφορούν μειονότητες, τους διεθνείς κανόνες και τη νομολογία για τα δικαιώματα των μειονοτήτων, ενώ παράλληλα η Ελλάδα καταδικάστηκε τρεις φορές (και μετά βίας απέφυγε τέταρτη καταδίκη) από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων για υποθέσεις σχετικές με την τουρκική μειονότητα.

7.2. Επάνοδος στην Παραδοσιακή Μισαλλοδοξία Απέναντι σε Εθνοτικο-εθνικές Μειονότητες

Στα τέλη Ιουλίου 1999, για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, συζητήθηκε ο πιθανός εκσυγχρονισμός της πολιτικής της χώρας για τις μειονότητες και την ιθαγένεια. Με την ώθηση του Υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Παπανδρέου, που τότε θεωρείτο υποστηρικτής της πολυπολιτισμικότητας, η κοινή γνώμη πληροφορήθηκε ότι η Ελλάδα προχωρούσε επιτέλους προς την κατεύθυνση της εφαρμογής των διεθνώς παραδεκτών κανόνων για τις εθνικές μειονότητες και της αναγνώρισης του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού για τους Μακεδόνες και τους Τούρκους. Ο Γ. Παπανδρέου τότε είχε πει:

Συμπτωματικά, στις 23 Ιουλίου, έγινε δημόσια έκκληση για την αναγνώριση μακεδονικής και τουρκικής μειονότητας, την άνευ περιορισμών επικύρωση από τη Βουλή της Σύμβασης-Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης και το σεβασμό των δικαιωμάτων αυτών των μειονοτήτων, από τους τρεις βουλευτές της ελληνικής Βουλής που ανήκουν στην τουρκική μειονότητα, τρεις μακεδονικές ΜΚΟ, επτά τουρκικές και τρεις ανθρώπινων δικαιωμάτων (περιλαμβανομένων του ΕΠΣΕ και της ΕΟΔΜ, που ξεκίνησαν την έκκληση). Η αντίδραση σε αυτές τις περιπτώσεις έδειξε ότι ούτε το ελληνικό κοινό, ούτε οι διαμορφωτές της ελληνικής κοινής γνώμης ήταν έτοιμοι να δεχθούν μια τέτοια προοδευτική στάση. Υπήρξε σχεδόν ομόφωνη φραστικά βίαιη αντίδραση στην έκκληση, εμπλουτισμένη με ξενόφοβη και άλλης μορφής «ρητορική μίσους» και μάλιστα ακόμα και ορισμένες προσωπικές δυσφημιστικές επιθέσεις εναντίον υπογραφόντων την έκκληση.

Η Σύμβαση-Πλαίσιο ποτέ δεν στάλθηκε στη Βουλή για επικύρωση. Ένα χρόνο αργότερα, ο Γ. Παπανδρέου είχε αλλάξει στάση:

Πρόκειται σίγουρα για περίεργο, αν όχι διαστρεβλωμένο τρόπο ερμηνείας των εγγράφων του ΟΑΣΕ και των θέσεων του Ύπατου Αρμοστή του ΟΑΣΕ για τις Εθνικές Μειονότητες. Αρκεί να λεχθεί ότι όλοι οι εκλεγμένοι ηγέτες της «μουσουλμανικής μειονότητας» διεκδικούν το δικαίωμα να αναγνωρίζεται η μειονότητα ως τουρκική. Αυτό συμβαδίζει με την πραγματικότητα. Μία έρευνα του «Euromosaic» της ΕΕ που διεξήχθη μεταξύ μειονοτικών της Θράκης κατέγραψε το 1995 ότι το 80% των μελών της μειονότητας έχουν τουρκική ταυτότητα (έναντι 10% που έχουν ελληνική ταυτότητα).

Συμβατή με αυτή τη θέση ήταν η απάντηση της ελληνικής κυβέρνησης, μέσω του εκπροσώπου της, Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ Δημήτρη Ρέππα, σε μία έκκληση της ομάδας «Πράσινη και Ευρωπαϊκή Ελεύθερη Συμμαχία» του Ευρωκοινοβουλίου προς τον Πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη, το Μάιο 2000, για την αναγνώριση της μακεδονικής γλώσσας και την εισαγωγή της στο εκπαιδευτικό σύστημα: «Δεν μας απασχολεί τέτοιο θέμα.»

7.3. Κατηγορηματική Απόρριψη των Συστάσεων της ECRI

Στη Δεύτερη Έκθεση για την Ελλάδα -που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 27 Ιουνίου 2000- η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (European Commission against Racism and Intolerance, ECRI) κατέγραψε ως εξής την κατάσταση στην Ελλάδα αναφορικά με τις μειονότητες:

Σε αυτήν την κριτική της ECRI -που βασιζόταν κυρίως σε πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν από εκθέσεις ΜΚΟ και συναντήσεις με εκπροσώπους μειονοτήτων- η αντίκρουση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν σχεδόν κατηγορηματική απόρριψη. Η απάντηση περιλάμβανε μερικές περιπτώσεις παραπλανητικής πληροφόρησης.

Πρέπει να επισημανθεί εδώ ότι ο Γιώργος Παπανδρέου έχει αναγνωρίσει επανειλημμένα και δημόσια τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, γι’ αυτό και προκαλεί αμηχανία η απόρριψη αυτής της αντίληψης από το υπουργείο του και την ελληνική κυβέρνηση. Κατά τα άλλα, σε μια προσπάθεια να αντικρούσει το επιχείρημα για τη δυσκολία της τουρκικής μειονότητας να εκλέξει νομάρχες, η κυβέρνηση αντέτεινε την παρουσία τριών μειονοτικών βουλευτών στη Βουλή πέρυσι. Τώρα, μετά τις τελευταίες εκλογές, μόνο ένας εξελέγη: μήπως αυτό σημαίνει ότι υπάρχει πρόβλημα ακόμα κι εκεί;

Όσο για το ίδιο το επιχείρημα, τα γεγονότα επιβεβαιώνουν την ανησυχία της ECRI. Υπήρξαν δύο μέτρα που θεσπίστηκαν ειδικά για να αποτρέψουν την ανεμπόδιστη συμμετοχή Τούρκων στα όργανα της πολιτείας. Πρώτον, μετά την εκλογή δύο ανεξάρτητων τούρκων βουλευτών στις τρεις εκλογές του 1989 και 1990, στα τέλη του 1990 θεσπίστηκε κατώφλι 3% σε εθνική κλίμακα. Αυτό στην πράξη εξάλειψε τους Τούρκους βουλευτές από τη Βουλή του 1993, καθώς οι ανεξάρτητοι βουλευτές ξεπέρασαν ή μόλις απέτυχαν να πιάσουν το τοπικό κατώφλι εκλογής αλλά δεν εξελέγησαν αφού οι ψήφοι τους απείχαν από το 3% σε εθνική κλίμακα. Στη συνέχεια, οι Τούρκοι ψηφοφόροι άρχισαν να υποστηρίζουν μειονοτικούς υποψήφιους των κύριων κομμάτων που μπορούσαν να υπερβούν το 3% σε εθνική κλίμακα. Το κατώφλι του 3% θεσπίστηκε αργότερα και για τις εκλογές του Ευρωκοινοβουλίου. Από το 1994 οι νομάρχες στην Ελλάδα είναι αιρετοί. Ωστόσο, ο σχετικός νόμος περιλάμβανε αυθαίρετη ανακατανομή εκλογικών περιφερειών, συνενώνοντας έναν από τους δύο κύριους μειονοτικούς νομούς, τον ένα -την Ξάνθη- με τις γειτονικές Καβάλα και Δράμα, και τον άλλο νομό -τη Ροδόπη, με το γειτονικό Έβρο. Σκοπός ήταν να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να εκλέξει η μειονότητα δικούς της νομάρχες, καθώς και το ενδεχόμενο μια αναμέτρηση στο δεύτερο γύρο μεταξύ ενός Έλληνα και ενός ανεξάρτητου Τούρκου υποψήφιου να κάνει την επιλογή των ελληνικών κομμάτων «αδύνατη».

Είναι επίσης καινοφανές επιχείρημα ο ισχυρισμός της Ελλάδας ότι τα μουσουλμανικά φιλανθρωπικά ιδρύματα (βακούφια) δεν μπορούν να εκλέγουν τα διοικητικά τους συμβούλια επειδή λέγεται ότι δεν έχουν δηλώσει την περιουσία τους. Αυτά τα ιδρύματα έχουν σήμερα διορισμένα διοικητικά συμβούλια που διαχειρίζονται γνωστή και δηλωμένη περιουσία. Επιπλέον, αυτά τα ιδρύματα εξέλεγαν τα συμβούλιά τους μέχρις ότου η δικτατορία του 1967 κατάργησε τις εκλογές, χωρίς κανείς να έχει εγείρει τέτοιο πρόβλημα. Τέλος, είναι λυπηρό το ότι η Ελλάδα προσπαθεί να παραπλανήσει για άλλη μια φορά ένα διεθνές όργανο όπως είναι η ECRI όταν ισχυρίζεται, αδιάντροπα, ότι «η μουσουλμανική κοινότητα εμπλέκεται στη διαδικασία διορισμού, αφού η μειονότητα είναι εκείνη που επιλέγει και υποβάλλει στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων κατάλογο τριών υποψηφίων, από τους οποίους ο Υπουργός κάνει τον τελικό διορισμό». Οι τρεις υποψήφιοι επιλέγονται στην πραγματικότητα από μία ενδεκαμελή συμβουλευτική επιτροπή που περιλαμβάνει δέκα μουσουλμάνους διορισμένους από κρατικό λειτουργό, το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, και όχι από την ίδια τη μειονότητα. Στην πρώτη εφαρμογή του μέτρου, για το Μουφτή Ξάνθης, ο Υπουργός επέλεξε από τους τρεις υποψήφιους εκείνον που είχε τον μικρότερο αριθμό ψήφων.

7.4. Τουρκική Μειονότητα

Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα των Τούρκων είναι σίγουρα εκείνο της συνεχιζόμενης δίωξης των εκλεγμένων μουφτήδων τους.

Άλλες νομικές υποθέσεις, που αφορούν μέλη της μειονότητας, περιλαμβάνουν τις εξής:

Ένα άλλο κατάλοιπο του παρελθόντος είναι η «επιτηρούμενη ζώνη» μόλις βόρεια από την Ξάνθη και την Κομοτηνή, τις πρωτεύουσες των νομών όπου κατοικεί η μειονότητα. Στην περιοχή αυτή βρίσκονται περίπου είκοσι ορεινά χωριά με μειονοτικούς κατοίκους. Οι ελληνικές αρχές ισχυρίζονται μερικές φορές ότι κατάργησαν τη ζώνη το 1995 αλλά, όπως έχουν επανειλημμένα βεβαιώσει τις ΜΚΟ μας οι τοπικές αρχές, η κατάργηση ισχύει μόνο για του Έλληνες πολίτες, που μπορούν πλέον να μπαινοβγαίνουν ελεύθερα στη ζώνη αυτή. Οι αλλοδαποί μπορούν να εισέλθουν στη ζώνη μόνο με ειδικές άδειες, τις οποίες εκδίδει ο ελληνικός στρατός, και μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας. Αν αποπειραθούν να εισέλθουν χωρίς άδειες, οι αστυνομικές αρχές μπορούν να τους σταματήσουν ή ακόμα και να τους θέσουν υπό κράτηση, όπως συνέβη τον Αύγουστο 2000 με μία ομάδα Τούρκων δημοσιογράφων (βλ. κεφάλαιο για την ελευθερία της έκφρασης). Επιπλέον, ο πάνω δρόμος που συνδέει την Ξάνθη με την Κομοτηνή υπόκειται και αυτός σε περιορισμούς για ξένους διπλωμάτες (όπως μας έχουν καταγγείλει ορισμένοι και όπως έχουν επιβεβαιώσει τοπικοί αξιωματούχοι). Δεδομένου ότι το νέα πανεπιστημιακό συγκρότημα Ξάνθης του Πανεπιστημίου Θράκης βρίσκεται κατά μήκος αυτού του δρόμου, πιθανότατα φέρει τη διάκριση να είναι το μόνο πανεπιστημιακό κτιριακό συγκρότημα σε επιτηρούμενη ζώνη στον χώρο του ΟΑΣΕ.

7.5. Μακεδονική Μειονότητα

Η ενδεικτικότερη ίσως περίπτωση εχθρότητας όσο και βίας εναντίον μειονοτήτων τα τελευταία χρόνια ήταν η επίθεση και εντέλει ο εμπρησμός των γραφείων του κόμματος «Ουράνιο Τόξο» της μακεδονικής μειονότητας το 1995. Οι δράστες δεν είχαν προσαχθεί στη δικαιοσύνη μέχρι τα μέσα του 2000, σε αντίθεση με τους ηγέτες του «Ουράνιου Τόξου» που δικάστηκαν για τη δημόσια χρήση της μητρικής τους γλώσσας.

Είναι αξιοσημείωτο ότι στους μάρτυρες κατηγορίας περιλαμβάνονταν οι τοπικοί ηγέτες και των πέντε κυριότερων, εκείνη την εποχή, ελληνικών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, Πολιτική Άνοιξη, ΚΚΕ και Συνασπισμός), καθώς και ηγέτες επαγγελματικών ενώσεων (δικηγόροι, έμποροι, ιερείς, οδηγοί ταξί). Οι περισσότεροι από αυτούς, στις προανακριτικές τους καταθέσεις, χαρακτήριζαν τους κατηγορούμενους ως «πληρωμένους πράκτορες της σκοπιανής προπαγάνδας», «ανθέλληνες», κλπ.

Το «Ουράνιο Τόξο» άνοιξε στις 6/9/1995 γραφείο στη Φλώρινα, με πινακίδα που ανέφερε «Ουράνιο Τόξο - Νομαρχιακή Επιτροπή Φλώρινας» στα ελληνικά και στα μακεδονικά. Το βράδυ και τη νύχτα της 13ης (και τις πρώτες πρωινές ώρες της 14ης) Σεπτεμβρίου 1995, το γραφείο δέχθηκε επίθεση και τελικά πυρπολήθηκε από «όχλο», με επικεφαλής το δήμαρχο Φλώρινας. Πριν τον εμπρησμό, αστυνομικοί που ενεργούσαν με εντολή του εισαγγελέα αφαίρεσαν την πινακίδα, ενώ ο εισαγγελέας ανακοίνωσε την ποινική δίωξη των ηγετών του «Ουράνιου Τόξου» επειδή με τη χρήση της μακεδονικής γλώσσας στην πινακίδα τους προκάλεσαν διχόνοια μεταξύ των πολιτών. Κανένα πολιτικό κόμμα και κανένα ΜΜΕ δεν καταδίκασε τον εμπρησμό των γραφείων του κόμματος. Αντίθετα, τον εξύμνησαν ακροδεξιές εθνικιστικές εφημερίδες όπως ο «Στόχος» και η «Χρυσή Αυγή», μέλη της οποίας φέρεται να έλαβαν μέρος στον εμπρησμό. Αντίθετα, η χρήση της δίγλωσσης πινακίδας καταδικάστηκε από όλα τα κύρια πολιτικά κόμματα και άλλες κοινωνικές ομάδες: η τοπική οργάνωση του ΠΑΣΟΚ μάλιστα ξεκίνησε δικαστική διαδικασία, η οποία αργότερα αποσύρθηκε όταν φάνηκε ότι πολλές υπογραφές στη μήνυση είχαν μπει χωρίς να το γνωρίζουν οι ενδιαφερόμενοι.

Η άσκηση δίωξης ανέφερε:

Στις 15 Σεπτεμβρίου 1998 οι κατηγορούμενοι τελικά αθωώθηκαν, εν μέρει επειδή η δίκη προσέλκυσε τη διεθνή προσοχή.

Η μήνυση που υπέβαλαν το 1995 οι ηγέτες του «Ουράνιου Τόξου» εναντίον υπόπτων ως δραστών, συνεργών και υποκινητών του εμπρησμού των γραφείων (στους οποίου περιλαμβάνονταν ο τοπικός δήμαρχος και ο μητροπολίτης) απορρίφθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1999 από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Φλώρινας, που δεν βρήκε κανέναν λόγο ούτε καν να ορίσει δικάσιμο. Εξηγώντας την απόφασή τους, οι δικαστές ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων, ότι η αντίδραση ατόμων και ομάδων στη Φλώρινα ήταν δικαιολογημένη από το γεγονός ότι η πινακίδα τους προκαλούσε ανησυχία. Έτσι οι εμπρηστικές και δυσφημιστικές δηλώσεις (π.χ. «ανθέλληνες!», «προδότες!», «θα πεθάνετε!») και η υποκίνηση σε βία από ιερείς, τοπικές αρχές κλπ θεωρήθηκαν σε αυτή την περίπτωση «αναγκαίες, κατά αντικειμενική κρίση, για να υπογραμμίσουν και να αποδώσουν τις σκέψεις τους σχετικά με (…) την ανακίνηση του δήθεν μειονοτικού προβλήματος». Στις 5 Απριλίου 2000, το Συμβούλιο Εφετών Κοζάνης επανέλαβε την απόρριψη των κατηγοριών. Οι ηγέτες του «Ουράνιου Τόξου» προσέφυγαν στον Άρειο Πάγο στις 4 Μαΐου 2000. Μέχρι στιγμής, τα δικαστήρια έχουν δώσει την εντύπωση ότι η «ρητορική μίσους» είναι αποδεκτή και δικαιολογημένη σε επιχειρήματα και ενέργειες εναντίον αυτού που οι αρχές θεωρούν ως «ανύπαρκτη» μειονότητα.

7.6. Μειονότητα Ρομά

Σύνοψη

Όταν η κυβέρνηση του Πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη ανήλθε στην εξουσία τον Ιανουάριο του 1996, δημιούργησε πολλές ελπίδες ότι η Ελλάδα επιτέλους θα ακολουθήσει πορεία εκσυγχρονισμού, η οποία θα συμπεριλαμβάνει τον πλήρη σεβασμό των ανθρώπινων και μειονοτικών δικαιωμάτων. Δόθηκε μάλιστα στον κ. Σημίτη ευθύς αμέσως, το Φεβρουάριο του 1996, η ευκαιρία να δικαιώσει αυτές τις προσδοκίες. Μία αστυνομική επιδρομή σε εξαθλιωμένο καταυλισμό Ρομά στον Ασπρόπυργο, η οποία μεταδόθηκε ζωντανά από την τηλεόραση και περιλάμβανε χρήση υπερβολικής βίας από τους αστυνομικούς, τον έκανε να διατάξει την επιβολή βαριών κυρώσεων στους δράστες και την καταβολή αποζημιώσεων στα θύματα. Ένα χρόνο αργότερα, το Φεβρουάριο του 1997, στο λόγο του κατά την έναρξη της εκστρατείας της ΕΕ κατά του ρατσισμού, ανέφερε εκείνη την αστυνομική επιχείρηση ως παράδειγμα ρατσισμού στην Ελλάδα. Στο μεταξύ, με οδηγίες του, τρεις υπουργοί εγκαινίασαν τον Ιούλιο του 1996 ένα φιλόδοξο «Πλαίσιο Πολιτικής» τριών δισεκατομμυρίων δραχμών με ορίζοντα έως το τέλος του 1997. Σε αυτό συμπεριλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, η «άμεση, εντός του 1996» κατασκευή πέντε προσωρινών, αλλά επαρκώς εξοπλισμένων καταυλισμών (σε Μενεμένη, Μεσσήνη, Θήβα, Καρδίτσα και Ρόδο) και η μετεγκατάσταση δύο άλλων κοινοτήτων στο Αντίρριο και τις Σέρρες.

Δυστυχώς, η υλοποίηση αυτής της πολιτικής, για την καταπολέμηση του θεσμοθετημένου ρατσισμού και την παροχή αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης στους Ρομά, απέτυχε οικτρά. Ο «Απολογισμός Έργου 1996-2000» της ίδιας της κυβέρνησης αναφέρει ότι οι καταυλισμοί και μετεγκαταστάσεις που προαναφέρθηκαν βρίσκονται ακόμη στη φάση της υλοποίησης. Επιπλέον, όχι μόνο δεν έλαβε οποιαδήποτε αποζημίωση για τις ζημιές του 1996 καμία οικογένεια Ρομάνι του Ασπροπύργου, αλλά επιπλέον ο κυβερνητικός «Απολογισμός» δεν αναφέρει καν οποιαδήποτε σχέδια για την παροχή αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης σε αυτήν την κοινότητα. Έτσι, οι τοπικές αρχές ερμήνευσαν αυτή τη σιωπή ως πράσινο φως για το «σχέδιο διαίρει και εκκαθάριζε» που εφαρμόζουν από το 1997. Στους λίγους Ρομά των καταυλισμών Ασπροπύργου - Άνω Λιοσίων που είναι πολιτογραφημένοι σε αυτούς τους δήμους έχουν προσφερθεί χρήματα ή υποτιθέμενες καλύτερες συνθήκες για να μετακινηθούν, ενώ στη συντριπτική τους πλειονότητα οι υπόλοιποι Ρομά, που είχαν μεταναστεύσει από την υπόλοιπη χώρα, έχουν εκδιωχθεί άγρια και παράνομα με συνοπτικές διαδικασίες. Από το 1997 έχουν πραγματοποιηθεί τέσσερις τέτοιες εκδιώξεις. Η πλέον πρόσφατη βρισκόταν σε εξέλιξη το καλοκαίρι του 2000.

Όλες οι προσπάθειες να αποτραπούν αυτές οι εκδιώξεις -καθώς και άλλες παρόμοιες στην Πρωτεύουσα (στην Αγία Παρασκευή, το Χαλάνδρι, τη Νέα Ιωνία)- ή να βρεθούν εναλλακτικές τοποθεσίες για να στεγαστούν αυτοί οι Ρομά έχουν αποτύχει, καθώς οι τοπικές αρχές ισχυρίζονται ότι θέλουν τη γη στην οποία είναι εγκατεστημένοι ή μπορούν να εγκατασταθούν οι Ρομά για να κατασκευάσουν αθλητικές εγκαταστάσεις για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας του 2004. Μία επιστολή του ΕΠΣΕ και της ΕΟΔΜ που στάλθηκε στον Πρόεδρο της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής (ΔΟΕ) Χουάν Αντόνιο Σάμαρανκ, τον Αύγουστο 2000 -ζητώντας από τη ΔΟΕ να μην ανεχτεί μία εκκαθαρισμένη, απαλλαγμένη από Ρομά Μητροπολιτική Αθήνα ως τόπο φιλοξενίας αυτών των Ολυμπιακών Αγώνων- οδήγησε, σύμφωνα με πληροφορίες σε επιστολή έκφρασης ανησυχίας από τον Πρόεδρο της ΔΟΕ προς τις ελληνικές αρχές. Ελπίζουμε ότι ίσως τελικά αυτή η επιστολή να κάνει τις ελληνικές αρχές να σχεδιάσουν σοβαρά τη μετεγκατάσταση -και όχι την «εκκαθάριση»- των Ρομά στην πρωτεύουσα της χώρας, περιλαμβανομένης της επίσπευσης των αποθαρρυντικά αργών, μέχρι στιγμής, διαδικασιών που έχουν ξεκινήσει μετά από πιέσεις ΜΚΟ και του Γραφείου του Συνηγόρου του Πολίτη (όπως στο Χαλάνδρι).

Η Εκτελεστική Διευθύντρια του Ευρωπαϊκού Κέντρου Δικαιωμάτων των Ρομά, Dimitrina Petrova, μετά την επιτόπια αποστολή της στην Ελλάδα, δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (12 Μαΐου 1998) ότι:

Η Petrova χαρακτήρισε «εκπληκτική» τη φτώχεια στην οποία πολλοί [Ρομά] ζουν και το επίπεδο αστυνομικής βίας που υφίστανται. «Σε μερικές περιοχές, φαίνεται αν αποτελεί καθημερινότητα η κακομεταχείριση και βιαιοπραγία κατά των [Ρομά] που συλλαμβάνονται» είπε η Petrova, προσθέτοντας ότι αυτά τα επεισόδια ποτέ δεν ερευνήθηκαν από τις αρχές.

Ο Αντιπρόεδρος των «Γιατρών του Κόσμου - Ελλάδας» Γιάννης Μπουκοβίνας μίλησε (στον κρατικό τηλεοπτικό σταθμό ΕΤ-3 στις 24 Οκτωβρίου 1998) για το μεγαλύτερο καταυλισμό Ρομά στην περιοχή Θεσσαλονίκης, κοντά στον Γαλλικό Ποταμό: «Είναι χειρότερος από τους καταυλισμούς προσφύγων που έχω επισκεφθεί με την οργάνωσή μας στην κατεχόμενη Παλαιστίνη η στο πολεμοδαρμένο Ιράκ.»

Ο κυβερνητικός «Απολογισμός» αναφέρει πράγματι αυτήν την κοινότητα του Γαλλικού Ποταμού. Ισχυριζόταν (όταν κατατέθηκε στη Βουλή, σε απάντηση ερώτησης της βουλευτού Μαρίας Δαμανάκη, το Φεβρουάριο 2000) ότι ολοκληρωνόταν η μετεγκατάστασή της σε πλήρως εξοπλισμένο οικισμό, στου Γκόνου. Όμως, το Σεπτέμβριο 1998, η κυβέρνηση, απαντώντας σε άλλη κοινοβουλευτική ερώτηση της βουλευτού Στέλλας Αλφιέρη, είχε ήδη υποσχεθεί ότι η εκκαθάριση του πρώην στρατοπέδου Γκόνου από νάρκες θα είχε τελειώσει μέχρι το Νοέμβριο 1998, κάτι που σήμαινε ότι η υποδομή θα ήταν έτοιμη μέχρι το Φεβρουάριο 1999. Ενώ, όταν ερωτήθηκε από τον Ύπατο Αρμοστή του ΟΑΣΕ για τις Εθνικές Μειονότητες (ΥΑΕΜ) το Μάιο 1999, η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί ότι η μετεγκατάσταση θα είχε ολοκληρωθεί μέχρι το Σεπτέμβριο 1999. Πριν τις εκλογές του Απριλίου 2000, οι εργασίες προσωρινά επιταχύνθηκαν για να μπορούν οι τοπικοί πολιτικοί -όπως ο Υπουργός Άμυνας Άκης Τσοχατζόπουλος- να καυχηθούν μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες ότι επίκειται η ολοκλήρωση, έτσι ώστε να καταφέρουν να συγκεντρώσουν ψήφους. Σήμερα, στα μέσα Αυγούστου 2000, οι εργασίες βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη: η κυβέρνηση είχε στο μεταξύ ανακοινώσει ως καταληκτική προθεσμία την 30η Ιουλίου 2000, που ούτε και αυτή τηρήθηκε. Αν δεν ήταν η συνεχής πίεση του τοπικού DROM και άλλων εθνικών ΜΚΟ (που είχαν μάλιστα μηνύσει το κράτος για αμέλεια το 1997), το πρόγραμμα Γκόνου (που δεν περιλαμβανόταν στο αρχικό Πλαίσιο Πολιτικής του 1996) δεν θα είχε καν υπάρξει ή θα είχε εγκαταλειφθεί, όπως αναγνωρίζει σιωπηρά ακόμα και ο ΟΑΣΕ ΥΑΕΜ. Ήδη, το στέλεχος του DROM Θανάσης Τριαρίδης έχει μετρήσει 11 προθεσμίες τις οποίες έθεσε το κράτος και ποτέ δεν σεβάστηκε.

Η ελληνική κυβέρνηση απέδειξε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι στερείται της πολιτικής βούλησης να στεγάσει τους πλέον εξαθλιωμένους Ρομά της Ευρώπης όταν κινητοποίησε το διοικητικό μηχανισμό το Σεπτέμβριο 1999 για τα θύματα του σεισμού των Αθηνών. Βρέθηκαν ακαριαία ελεύθεροι χώροι για να εγκατασταθεί προσωρινή στέγη για ένα σεισμόπληκτο πληθυσμό μεγαλύτερο από το συνολικό αριθμό των εξαθλιωμένων Ρομά στην Ελλάδα. Τα έργα υποδομής ολοκληρώθηκαν σχεδόν σε μια νύχτα και διατέθηκαν λυόμενα σπίτια σε όλα τα άστεγα θύματα. Είναι ειρωνικό το γεγονός ότι βρέθηκαν άφθονες εκτάσεις για τα θύματα του σεισμού σε δήμους κοντά στην Αθήνα, όπως τα Άνω Λιόσια και ο Ασπρόπυργος, όπου η έλλειψη γης ήταν η κύρια δικαιολογία για την αδυναμία μετεγκατάστασης των Ρομά που ζουν εκεί.

Την αποκαρδιωτική πραγματικότητα της Ελλάδας περιέγραψε δεόντως ο ΟΑΣΕ ΥΑΕΜ:

Και όχι μόνο αυτών, θα μπορούσε να προσθέσει κανείς. Ακόμα και ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών, Καθηγητής Σ. Αλαχιώτης, (σε συνάντηση με το ΕΠΣΕ, την ΟΔΜ και το Γραφείο Ποιότητας Ζωής του Γραφείου του Πρωθυπουργού, την 1η Δεκεμβρίου 1999, για να συζητηθούν τρόποι να βοηθηθούν οι Ρομά που έχουν καταλάβει εκτάσεις που ανήκουν στο πανεπιστήμιο ή που γειτονεύουν με γη του πανεπιστημίου) δηλώνει, χωρίς να προσφέρει ούτε ίχνος αποδεικτικών στοιχείων όταν προκλήθηκε, ότι:

Όταν, μετά από μακρόχρονη εκστρατεία των ΜΚΟ και -γεγονός πρωτοφανές για την Ελλάδα- των τοπικών ΜΜΕ, ο δήμαρχος Πατρών τελικά ανέλαβε τον Ιούλιο 2000 τις ευθύνες του για την κοινότητα των Ρομά του Ριγανόκαμπου (έκταση που ανήκει στο πανεπιστήμιο αλλά βρίσκεται μακριά από τις πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις) και αποφάσισε να τους προσφέρει τρεχούμενο νερό ως ένα πρώτο βήμα, ο Πρύτανης αντιτάχθηκε στο μέτρο. Προέβαλε το επιχείρημα ότι αυτό μπορεί να αποτελέσει αρχή νομιμοποίησης της παρουσίας των Ρομά στην περιοχή. Έτσι οι βρύσες τοποθετήθηκαν κατά μήκος του παρακείμενου δρόμου… Ο κυβερνητικός «Απολογισμός» δεν έχει καμία πρόβλεψη για αυτόν τον καταυλισμό.

Η ελληνική κυβέρνηση φάνηκε πρόσφατα να ενθαρρύνει ρητές αποφάσεις δημοτικών συμβουλίων που χαρακτηρίζουν όλους τους Ρομά ως εγκληματίες και ζητούν την εκδίωξή τους, απαγορεύοντας μάλιστα -σε μία περίπτωση- ακόμα και την παρουσία τους εντός των ορίων της πόλης. Τέτοιες ομόφωνες αποφάσεις έλαβαν το Μάιο και τον Ιούνιο 2000 τα δημοτικά συμβούλια των δήμων Νέας Κίου, Νέας Τίρυνθας και Μιδέας (όλοι βρίσκονται στην Αργολίδα): στη Νέα Τίρυνθα, μάλιστα, την εκδίωξη είχε ζητήσει επίσης το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Οι αποφάσεις συνέβαλαν στη δημιουργία εκρηκτικού κλίματος στην περιοχή, το οποίο οδήγησε, μεταξύ άλλων, τον Ιούνιο 2000, στον εμπρησμό ενός παραπήγματος Ρομά, στον τραυματισμό με πυροβόλο όπλο ενός νεαρού Ρομ, στον προπηλακισμό ενός δημοσιογράφου και στην απαγόρευση της εισόδου μιας αντιρατσιστικής ομάδας στη Νέα Κίο. Όταν του ζητήθηκε να καταδικάσει αυτές τις απροκάλυπτα ρατσιστικές και εκκαθαριστικές ενέργειες, ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Υπουργός Δημήτρης Ρέππας απέρριψε αυτού του είδους τις αιτιάσεις και περιέγραψε αυτές τις ενέργειες ως «προσωπικές διενέξεις, περιστατικά ‘βεντέτας’ που ξεσπούν συχνά σε ορισμένες περιοχές».

Ο Συνήγορος του Πολίτη έχει προειδοποιήσει επανειλημμένα για τον παράνομο και μερικές φορές ρατσιστικό χαρακτήρα των αποφάσεων ή ενεργειών εκδίωξης, και των «σαρωτικών» αστυνομικών επιδρομών σε οικισμούς Ρομά για την ανεύρεση πιθανών υπόπτων κακοποιών, συνήθως χωρίς την παρουσία Εισαγγελέα. Στην επιστολή του της 1ης Ιουνίου 2000 προς το Δήμαρχο Νέας Κίου και το Δημοτικό Συμβούλιο, αποκαλούσε τμήματα του κειμένου της απόφασης εκδίωξης ως «χαρακτηριστικές εκδηλώσεις μισαλλόδοξου λόγου και -κυρίως- προτροπή άλλων -και συγκεκριμένα των δημοτών σας- σε φυλετικές διακρίσεις και πράξεις φυλετικού μίσους.» Υπενθύμιζε επίσης σε αυτές τις αρχές ότι η απόφασή τους, περιλαμβανομένης της σύστασης ομάδας περιφρούρησης, οδηγούσε σε ενέργειες κολάσιμες βάσει των άρθρων 1, 2 και 3 του αντιρατσιστικού νόμου 927/1979 της προτροπής σε φυλετικές διακρίσεις και μίσος, της σύστασης ομάδων και οργανώσεων προπαγάνδας ή ενεργειών που στοχεύουν σε φυλετικές διακρίσεις, και της άρνησης εξυπηρέτησης ατόμων με φυλετικά κριτήρια.

Επιπλέον, σε επιστολή προς την Αστυνομία Θεσσαλονίκης (11 Αυγούστου 2000), επισήμαινε ότι τα καταλύματα των Ρομά καλύπτονται ως κατοικίες από το άρθρο 9 του Συντάγματος. «Τυχόν αντίθετη άποψη θα διαφοροποιούσε κατά τρόπο απροκάλυπτα ρατσιστικό -και καταφανώς αντισυνταγματικό- τα ενδιαιτήματα των ομάδων αυτών του ελληνικού πληθυσμού λόγω του νομαδικού τρόπου διαβίωσής τους.». Παρότρυνε επίσης να «αποφεύγεται η δημιουργία στερεοτύπων ‘συνήθως υπόπτων’ σε βάρος φυλετικών μειονοτήτων όπως οι Ρομά» και αποκαλούσε τη σαρωτική αστυνομική επιδρομή στην κοινότητα Ρομά του Γαλλικού ποταμού, στις 6 Ιουλίου 2000, πιθανή «ένδειξη μιας στερεότυπης αντίληψης για σύνδεση των Ρομά με σοβαρά ποινικά αδικήματα.» Ενώ σε «κατεπείγουσα» επιστολή της 25ης Ιουλίου 2000 προς το Δήμαρχο και το Δημοτικό Συμβούλιο Ασπροπύργου τους υπενθύμιζε ότι οι εκδιώξεις από δημοτικές εκτάσεις απαιτούσαν την έκδοση «πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής» από τις δημοτικές αρχές μετά από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, τα οποία πρέπει πρώτα να επιδοθούν στους καταληψίες. Ζητούσε άμεση πληροφόρηση για το κατά πόσον ο αστυνομικός «καθαρισμός» των οικισμών Ρομά -στην πραγματικότητα η «εκκαθάρισή» τους περιλάμβανε την κατεδάφιση παραπηγμάτων Ρομά- είχε καλυφθεί με τέτοια έγγραφα. Αν δεν είχε καλυφθεί, τότε η αστυνομική και δημοτική επιχείρηση παραβίαζε τα άρθρα 241 (παραβίαση οικιακού ασύλου) και 331 (αυτοδικία) του ελληνικού Ποινικού Κώδικα.

Ο Συνήγορος του Πολίτη πιθανότατα θα αγνοηθεί για μια ακόμα φορά. Κανείς εισαγγελέας δεν θα ερευνήσει σοβαρά αυτές τις υποθέσεις, ακόμα και όταν ασκηθεί δίωξη, αν κρίνουμε από την πρόσφατη πρακτική. Ούτε και θα διεξαχθεί εσωτερική έρευνα. Όπως έγραφε ο Συνήγορος του Πολίτη στην «Ετήσια Έκθεση 1999»:

Τέλος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI) του Συμβουλίου της Ευρώπης, στη «Δεύτερη Έκθεση για την Ελλάδα» -που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 27 Ιουνίου 2000- καταλήγει σε παρόμοια συμπεράσματα με τον ΟΑΣΕ ΥΑΕΜ και το Συνήγορο του Πολίτη, και προσθέτει:

Στη λεπτομερή μας έκθεση που ακολουθεί, υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα αμέλειας από τις δικαστικές και πειθαρχικές αρχές. Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπήρξαν αναμφισβήτητα και ενοχοποιητικά στοιχεία βασανισμού (υπόθεση Μπέκου και Κοτρόπουλου) ή φόνου (υπόθεση Τζελάλ) Ρομά στα χέρια της αστυνομίας, που είχαν αρχικά οδηγήσει στην απαγγελία σοβαρών κατηγοριών σε βάρος αστυνομικών. Η έκθεση προσφέρει επίσης άφθονα τεκμήρια για την αδυναμία εφαρμογής του φιλόδοξου Πλαισίου Πολιτικής που αναφέρεται εδώ, καθώς και σύντομες αναφορές στα σοβαρά προβλήματα υγείας των σκηνιτών Ρομά και στο αφομοιωτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα της ελληνικής κυβέρνησης, το οποίο δεν δείχνει κανέναν σεβασμό στη γλώσσα και τον πολιτισμό των Ρομά.

Όπως έχει ήδη υποστηριχθεί σε έκθεση που υπέβαλαν το ΕΠΣΕ και η ΕΟΔΜ στην Επιτροπή του ΟΗΕ για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων (UN Committee on the Elimination of Racial Discrimination, CERD), τα όποια μέτρα έχει λάβει η ελληνική κυβέρνηση για την καταπολέμηση του ρατσισμού είναι ανεπαρκή για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής της Σύμβασης, ιδίως αναφορικά με τα Άρθρα 2, 3, 4, 5, 6 και 7 και ως προς τον πληθυσμό των Ρομά.

Άρθρο 2: Οι διακρίσεις και η βία σε βάρος Ρομά είναι διαδεδομένες στην Ελλάδα. Η νομική προστασία κατά των διακρίσεων και της βίας με φυλετικά κίνητρα είναι μάλλον ανεπαρκής. Ωστόσο, οξύτερο είναι το πρόβλημα της αδυναμίας διασφάλισης της αποτελεσματικής εφαρμογής της υπάρχουσας νομοθεσίας.

Άρθρο 3: Όπως και σε αρκετές άλλες χώρες της Ευρώπης, οι κυβερνητικές πολιτικές έναντι των Ρομά, ιδίως στους τομείς της στέγασης και της παιδείας, αλλά και σε άλλους τομείς, έχουν αποδειχθεί μέχρι σήμερα αναποτελεσματικές για την απάλειψη του φυλετικού διαχωρισμού. Καμία άλλη μερίδα του ελληνικού πληθυσμού δεν υπόκειται στις ίδιες βιοτικές συνθήκες όπως οι Ρομά.

Άρθρο 4: Ορισμένοι δημόσιοι αξιωματούχοι στην Ελλάδα έχουν εκφωνήσει ρατσιστικούς λόγους ή έχουν λάβει ρατσιστικές αποφάσεις με στόχο τους Ρομά, ενθαρρύνοντας έτσι το ρατσισμό αντί να τον καταπολεμούν στην κοινωνία όπου άρχουν. Κανείς δεν έχει υποστεί κυρώσεις ή τιμωρηθεί για τέτοιες δηλώσεις.

Άρθρο 5: Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να εξασφαλίσει ισονομία στους Ρομά (καθώς και σε άλλες μειονότητες ή ομάδες μεταναστών). Οι Ρομά υφίστανται εκτεταμένες διακρίσεις στο δικαστικό σύστημα και γίνονται θύματα βίας στα χέρια των αρχών επιβολής του νόμου. Επιπλέον, είναι κοινός τόπος οι διακρίσεις σε βάρος των Ρομά αναφορικά με ευρύ φάσμα δικαιωμάτων, όπως η απασχόληση, η στέγαση, η υγειονομική περίθαλψη, η παιδεία και η πρόσβαση σε δημόσια αγαθά και υπηρεσίες.

Άρθρο 6: Οι εκτεταμένες παραβιάσεις της Σύμβασης οι οποίες διαπράττονται σε βάρος των Ρομά στην Ελλάδα διευκολύνονται από τη γενικευμένη ατιμωρησία. Η προστασία των Ρομά είναι ελλιπής ή αναποτελεσματική και τα ένδικα μέσα ανύπαρκτα ή ανεπαρκή.

Άρθρο 7: Η προαγωγή της φυλετικής ανεκτικότητας, μέσω εκστρατειών στην εκπαίδευση και τα μέσα ενημέρωσης για την εξοικείωση του κοινού με τη Σύμβαση και τα πρότυπά της, είναι εντελώς απούσα στην Ελλάδα.

Στις 23 Ιουλίου 2000, με την ευκαιρία του εορτασμού της 26ης επετείου από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα, το ΕΠΣΕ και η ΕΟΔΜ εξέδωσαν δημόσια δήλωση θυμίζοντας ότι:

Ακολουθεί ενδεικτικός (όχι όμως εξαντλητικός) κατάλογος παραβιάσεων των δικαιωμάτων των Ρομά, σημειώνοντας ότι, για τις υποθέσεις εκείνες που παραπέμφθηκαν στο Συνήγορο του Πολίτη, αυτός επιβεβαίωσε τις κατηγορίες που διατύπωσαν οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ). Αυτά τα συμβάντα, που καλύπτουν την περίοδο 1996-2000, έλαβαν τη μορφή «καταγραφής» της υποτιθέμενης εφαρμογής του κυβερνητικού «Πλαισίου Πολιτικής για τους Έλληνες Τσιγγάνους», το οποίο εγκαινιάσθηκε τον Ιούλιο του 1996.

Τοποθεσίες: Ρίο (1999), Νέα Κίος Αργολίδας (2000) και Νέα Τίρυνθα Αργολίδας (2000).

Τοποθεσίες: Εύοσμος Θεσσαλονίκης (1998), Άνω Λιόσια Αττικής (1997, 1999), Ανατολή Ιωαννίνων (1999), Μακρυγιάννη Πατρών (1997), Φοίνικας Θεσσαλονίκης (1997) και Τρίκαλα Πύργου (1997).

Τοποθεσίες: Χαλάνδρι (1999), Ασπρόπυργος (Νέα Ζωή 1999, Χωματερή 2000), Αγία Παρασκευή Αττικής (1997), Τρίκαλα (Κόκκινος Πύργος, 1998), Λάρισα (Νεάπολη, 1998), Νέα Αλικαρνασσός Κρήτης (1999), Σπάτα (1997), Καλαμάτα (1997) και Φοίνικας Θεσσαλονίκης (2000).

Τοποθεσίες: Ριγανόκαμπος/Κάτω Σούλι Πατρών, Νταμάρια Λαμίας, Τενεκεδούπολη Κομοτηνής, Χαλάστρα Θεσσαλονίκης, Νέα Ζωή και Χωματερή Ασπροπύργου, Νέα Τίρυνθα Αργολίδας, Γαλλικός Ποταμός Θεσσαλονίκης, Περιφερειακό Νοσοκομείο και Κάτω Καστρίτσι Ρίου Αχαΐας, Σαγαίικα Αχαΐας, Αιτωλικό Αιτωλοακαρνανίας. «Πρότυποι οργανωμένοι καταυλισμοί» [κατά την πολιτεία - «πρότυπα τρισάθλιοι» κατά τις ΜΚΟ] με υποτυπώδη υποδομή: Μενεμένη Θεσσαλονίκης, Μακρυγιάννη Πατρών.

Τοποθεσίες: Γαλλικός Ποταμός Θεσσαλονίκης (2000), Ασπρόπυργος (2000),

Θάνατος: Α. Μουράτη (Λιβαδειά, 1996) και Α. Τζελάλ (Παρθένι Θεσσαλονίκης, 1998).

Αναπάντητη από το 1990 αίτηση πολιτογράφησης του ανιθαγενούς Σεζγκίν Ντουργκούτ (Κομοτηνή) και πολλαπλή άρνηση χορήγησης σε αυτόν εγγράφου ταυτότητας ανιθαγενούς από το 1998. Άρνηση από το 1999 χορήγησης στη σύζυγό του Σονγκιούλ Ντουργκούτ επίσημης απάντησης από το Νοσοκομείο Κομοτηνής στο ερώτημα γιατί της αφαιρέθηκε η μήτρα στη διάρκεια επέμβασης που της έγινε ύστερα από αποβολή.

Τον Σεπτέμβριο 1999, κατά τη διάρκεια της Συνόδου για την Επισκόπηση των Συμφωνιών του ΟΑΣΕ στη Βιέννη, η επίσημη ελληνική αντιπροσωπεία, απαντώντας για μιαν ακόμη φορά σε σχετική παρουσίαση ΜΚΟ, περιέγραψε και ερμήνευσε με ασυνήθιστη ειλικρίνεια και ακρίβεια την κατάσταση των Ρομά στην Ελλάδα:

Δυστυχώς, το παραπάνω κείμενο αντανακλά μόνο τη βούληση μερικών μεσαίων στελεχών του Υπουργείου Εξωτερικών και του Γραφείου Ποιότητας Ζωής του Γραφείου του Πρωθυπουργού (ΓΠΖΓΠ) τα οποία, από μόνα τους, ελάχιστα μπορούν να κάνουν για να βοηθήσουν στην επίλυση των προβλημάτων. Η υψηλού επιπέδου στήριξη που απαιτείται για την ενδυνάμωση των μεσαίων στελεχών, εκ των ουκ άνευ προκειμένου να είναι αποτελεσματικά, όπως επισήμανε ακόμα και ο ΟΑΣΕ/ΥΑΕΜ (βλ. παραπάνω), είναι απούσα στην Ελλάδα και επομένως οι διακηρύξεις των μεσαίων στελεχών έχουν συνήθως μικρή αξία. Για παράδειγμα, ο διευθυντής του Γραφείου Ποιότητας Ζωής του Γραφείου του Πρωθυπουργού (ΓΠΖΓΠ), κ. Αγγελίδης, δήλωσε πρόσφατα ότι «μέχρι να αρχίσουν οι βροχές, οι Τσιγγάνοι σε όλη την επικράτεια θα μένουν σε λυόμενα. Έχουμε ήδη παραδώσει περισσότερα από 500» . Η εκπλήρωση μιας τέτοιας υπόσχεσης είναι εξαιρετικά απίθανη, τη στιγμή που ακόμα και το πρώτο πρόγραμμα μετεγκατάστασης στο πρώην στρατόπεδο Γκόνου, κοντά στη Θεσσαλονίκη (βλπ. παρακάτω), έχει ήδη καθυστερήσει κατά 18 μήνες.

Τα αρμόδια Υπουργεία, με πρώτο το Υπουργείο Εσωτερικών και Δημόσιας Διοίκησης (ΥΠΕΣ), συνεχίζουν να δίνουν την εντύπωση ότι τους λείπει η απαραίτητη βούληση για την εφαρμογή της διακηρυγμένης πολιτικής καθώς και για το σεβασμό των δικαιωμάτων των Ρομά. Δεδομένου ότι οι προσπάθειες του Υπουργείου μέχρι στιγμής περιορίζονται αποκλειστικά στην ανεξέλεγκτη ανάθεση προγραμμάτων και την παροχή επιδοτήσεων συνολικού ύψους πολλών δισεκατομμυρίων δραχμών, δεν πρέπει να εκπλήσσει ότι, από το 1996, όλες οι απόπειρες που έγιναν ως μέρος του κυβερνητικού Πλαισίου Πολιτικής για τους Ρομά έχουν εγκαταλειφθεί ημιτελείς. Σύμφωνα με ένα μακροσκελή «Απολογισμό Έργου 1996-1999» που δόθηκε από το ΥΠΕΣ στη Βουλευτή του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου Μαρία Δαμανάκη, το Φεβρουάριο του 2000, απαντώντας σε κοινοβουλευτική ερώτησή της, φαίνεται ότι το μόνο τμήμα του προγράμματος που ολοκληρώθηκε κατά τα τελευταία τρία χρόνια ήταν μία έρευνα των στεγαστικών αναγκών των Ρομά.

Θεωρητικά, «στο στεγαστικό, οι προσπάθειες της Κυβέρνησης επικεντρώνονται στην (α) εύρεση μόνιμων λύσεων, μέσα από την κατασκευή σπιτιών, τη διανομή γης και την παραχώρηση στεγαστικών δανείων και, (β) δημιουργώντας οικισμούς μεταβατικού χαρακτήρα μέχρι να βρεθούν μόνιμες λύσεις». Εντούτοις, μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει κανένα παράδειγμα ικανοποιητικής μετεγκατάστασης εξαθλιωμένου καταυλισμού Ρομά. Αντίθετα, πολυάριθμες κοινότητες σκηνιτών Ρομά υπέστησαν έξωση ή απειλήθηκαν με έξωση, ή, ακόμα χειρότερα, οι τοπικές αρχές σε συνεργασία με άλλους δημόσιους φορείς τους μετεγκατέστησαν σε υποτιθέμενους «πρότυπους καταυλισμούς» που αποτελούν απλώς «πρότυπα κυβερνητικής εξαπάτησης». Στην πρόσφατη έκθεσή της για την Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI) κάνει ρητή αναφορά στα στεγαστικά προβλήματα των Ρομά και στις εξαθλιωμένες βιοτικές συνθήκες:

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της απουσίας βούλησης των αρμοδίων αρχών να ασχοληθούν με τους εν λόγω σκηνίτες Ρομά και με τις μη κυβερνητικές οργανώσεις που προωθούν λύσεις στα προβλήματα αυτών των Ρομά αποτελεί η αυθαίρετη απόφαση του ΥΠΕΣ να ανακαλέσει, με αντιδημοκρατικό τρόπο, το σχηματισμό Επιτροπής για τα Προβλήματα των Σκηνιτών Ρομά. Η σύσταση της επιτροπής αποφασίστηκε στα μέσα Ιουνίου 1999 μετά από συνάντηση, στο ίδιο αυτό Υπουργείο, με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Την επιτροπή θα αποτελούσαν κυβερνητικά στελέχη, μη κυβερνητικές οργανώσεις και οργανώσεις των Ρομά. Αντίθετα, τον Ιανουάριο 2000, η κυβέρνηση συνέστησε διυπουργικό όργανο για τον καλύτερο συντονισμό των ενεργειών της για τους Ρομά. Αυτό το όργανο τέθηκε υπό την ευθύνη του ΥΠΕΣ. Σε αυτό περιλαμβάνονταν μόνο οι κρατικής έμπνευσης φορείς Διαδημοτικό Δίκτυο ΡΟΜ και Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Ελλήνων Ρομ (δύο φορείς τους οποίους οι ελληνικές αντιπροσωπείες στον ΟΑΣΕ το 1998 και 1999 είχαν θεωρήσει υπεύθυνες για τα πενιχρά επιτεύγματα της Ελλάδας αναφορικά με τη μετεγκατάσταση των Ρομά). Αγνοήθηκαν, όμως, Σύλλογοι Ρομά και οι ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στην προώθηση των δικαιωμάτων των σκηνιτών.

Την άνοιξη του 1999, ΜΚΟ σε συνεργασία με το κόμμα του Συνασπισμού υπέβαλαν στο ΓΠΖΓΠ εμπεριστατωμένο σχέδιο πρότασης νόμου -προϊόν της μακροχρόνιας εμπειρίας τους σε καταυλισμούς- για τη δημιουργία αυτοδιαχειριζόμενων οικισμών Ρομά με όλες τις προϋποθέσεις για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής τους και για την ομαλή σύνδεσή τους με την κοινωνία. Η στέγαση των αστέγων Ελλήνων πολιτών αποτελεί συνταγματική επιταγή (άρθρο 21, παράγραφος 4): το κράτος όφειλε -αλλά δεν το έχει πράξει επί 25 χρόνια- να είχε θεσπίσει νομοθεσία για να διασφαλίσει την εφαρμογή αυτού του άρθρου καθώς και την εφαρμογή του Άρθρου 11(1) της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτισμικά Δικαιώματα.

Την ίδια στιγμή, η κατάχρηση βίας αστυνομικών σε βάρος Ρομά συνεχίζεται: ακόμα και σε περιπτώσεις στις οποίες έχει ασκηθεί δίωξη σε βάρος αστυνομικών για ανθρωποκτονία ή βασανιστήρια, οι αστυνομικοί αυτοί δεν τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, ούτε καν μετατέθηκαν και βέβαια δεν τους επιβλήθηκαν πειθαρχικές ποινές από το οικείο αστυνομικό τμήμα ούτε και προσήχθησαν σε δίκη. Οι Ένορκες Διοικητικές Εξετάσεις και οι νομικές διαδικασίες εναντίον τους προχωρούν με πολύ αργούς ρυθμούς. Όλα αυτά είναι συνέπειες θεσμοθετημένου ρατσισμού στο αστυνομικό σώμα. Η παρουσία του επιβεβαιώθηκε σε πρόσφατη επιστολή που έστειλε το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας στη Διεύθυνση Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του Υπουργείου Εξωτερικών, στην οποία η ΕΛ.ΑΣ. προσπαθούσε να αντικρούσει τις κατηγορίες για ρατσισμό και αστυνομική αδράνεια που περιέχονταν σε διαδοχικές εκθέσεις και δελτία τύπου του ΕΠΣΕ και της ΕΟΔΜ σχετικά με ρατσιστικά επεισόδια εναντίον των Ρομά στη Νέα Κίο Αργολίδας. Η επιστολή δεν στάλθηκε ποτέ στο ΕΠΣΕ και την ΕΟΔΜ αλλά δημοσιεύτηκε σε τοπική εφημερίδα. Η αρχή της επιστολής αποτελεί κλασικό δείγμα ρατσιστικών στερεοτύπων εναντίον των Ρομά:

Σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση, ελάχιστοι Ρομά σε ηλικία υποχρεωτικής σχολικής εκπαίδευσης (μεταξύ 6 και 15 ετών) παρακολουθούν σχολικά μαθήματα λόγω της αδιαφορίας, αν όχι της ρατσιστικής στάσης, κρατικών αξιωματούχων (δημοτικών συμβούλων, δασκάλων και διευθυντών). Ακόμα και αν αληθεύει ο ισχυρισμός των ελληνικών αρχών προς την ECRI για πρόσφατη αύξηση κατά 30% του αριθμού των Ρομά μαθητών, η παρακολούθηση σχολικών μαθημάτων από Ρομά συνεχίζει να είναι πολύ μικρή, ιδίως όσον αφορά στους σκηνίτες. Επιπλέον, η προαγωγή της πολιτισμικής ποικιλότητας, παρά τις σχετικές συστάσεις διεθνών οργανισμών, όπως τα Ηνωμένα Έθνη, το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν συγκαταλέγεται στις προτεραιότητες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος το οποίο παραμένει, στην ουσία, εθνοκεντρικό και αφομοιωτικό. Το υπάρχον Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα για τους Ρομά, το οποίο διαχειρίζεται το Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων υπό την αιγίδα του ελληνικού Υπουργείου Παιδείας, μοιάζει να υπονομεύει τη σπουδαιότητα της πολιτισμικής και γλωσσικής ταυτότητας των Ρομά και ο διευθυντής του προγράμματος έχει επανειλημμένα επικρίνει δημόσια την πολυπολιτισμικότητα. Ως προς αυτό είναι ευθυγραμμισμένος με την επίσημη απόρριψη του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας στην απάντηση της κυβέρνησης στην ECRI, η οποία παρατίθεται σε παράρτημα της έκθεσης της ECRI.

Σύσταση της ECRI:

Απάντηση της ελληνικής κυβέρνησης:

Επιπλέον, μελέτες που πραγματοποίησαν σε διεθνές και εθνικό επίπεδο οι Γιατροί του Κόσμου και οι Γιατροί του Κόσμου-Ελλάδας δείχνουν ότι τα προβλήματα υγείας των σκηνιτών Ρομά στην Ελλάδα συγκαταλέγονται στα χειρότερα της Ευρώπης. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες οργανώσεις, οι βιοτικές συνθήκες σε πολλούς από τους καταυλισμούς, που θα αναφερθούν αμέσως παρακάτω, είναι χειρότερες απ’ ό,τι στους προσφυγικούς καταυλισμούς σε διάφορες περιοχές της Ασίας και της Αφρικής τους οποίους έχουν επισκεφθεί. Η ECRI συμφωνεί:

Εξαθλιωμένοι Καταυλισμοί Ρομά σε Εγκατάλειψη ή Συχνό Διωγμό

Α. Καταυλισμοί από όπου οι Ρομά εκδιώχθηκαν (5)

Με δικαστική απόφαση, μετά από προσφυγή των δημοτικών αρχών και των ιδιοκτητών γης όπου βρισκόταν ο καταυλισμός, 3.500 σκηνίτες υποχρεώθηκαν το 1997 να φύγουν από περιοχή χωρίς καμιά υποδομή όπου έμεναν για 30 χρόνια. Με παρέμβαση μη κυβερνητικών οργανώσεων, η πολιτεία δεσμεύθηκε τότε να τους μεταφέρει σε κατάλληλα διαμορφωμένο χώρο, στο πρώην στρατόπεδο Γκόνου και η έξωση αναβλήθηκε. Ένα χρόνο αργότερα, καμιά εργασία δεν είχε γίνει, ενώ οι παρακείμενοι δήμοι εξέδωσαν απόφαση πως θα εμποδίσουν ακόμα και με χρήση βίας τη μεταστέγαση: καμιά αρχή δεν τους τιμώρησε για την παράνομη και φυσικά ρατσιστική αυτή πράξη τους. Παράλληλα, μετά από ενέργειες του Δήμου Ευόσμου, οι Ρομά απειλήθηκαν με φυλάκιση, πληρωμή προστίμων αλλά και χρήση αστυνομικής βίας αν δεν έφευγαν. Ύστερα από άρνηση παρακείμενων δήμων να τους δεχθούν, κατέληξαν μετά από ένα μήνα περιπλανήσεων, τον Αύγουστο 1998, στην αποξηραμένη κοίτη του Γαλλικού ποταμού.

Μετά από συνεχείς πιέσεις ΜΚΟ -μηνύσεις εναντίον των υπευθύνων, δημοσιοποίηση της κατάστασης σε ελληνικά και διεθνή ΜΜΕ, αλλεπάλληλες κοινοβουλευτικές ερωτήσεις του Συνασπισμού- και αφού δύο φορές οι Ρομά κινδύνευσαν σοβαρά από πλημμύρες του ποταμού, τα έργα στου Γκόνου ξεκίνησαν από τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, αλλά προχωρούν με αργούς ρυθμούς και σημαντικές καθυστερήσεις. Το Μάιο 2000 το στρατόπεδο συνδέθηκε με το δίκτυο παροχής ηλεκτρισμού και ύδρευσης αλλά δεν είχε ακόμα αποχετευτικό σύστημα. Το Μάρτιο και τον Απρίλιο 2000, λόγω των επικείμενων εκλογών, μεταφέρθηκαν στον οικισμό 69 λυόμενα σπίτια -που είχαν αρχικά χρησιμοποιηθεί για τους σεισμόπληκτους της Αθήνας- ενώ αναμένονταν, σύμφωνα με αναφορές, τα υπόλοιπα 190. Μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές της 9ης Απριλίου, οι εργασίες σταμάτησαν. Η νέα προθεσμία για τη μεταφορά των Ρομά ορίστηκε για τις 30 Ιουλίου 2000, αλλά οι αρχές δεν την τήρησαν. Θυμίζουμε ότι η αρχική προθεσμία για αυτή τη μεταστέγαση είχε οριστεί για το Φεβρουάριο 1999.

Η μετεγκατάσταση αυτή είναι η πρώτη που γίνεται από Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση σύμφωνα με την Πρόταση Νόμου για τη δημιουργία Αυτοδιαχειριζόμενων Οικισμών της Σύμπραξης ΜΚΟ και Συνασπισμού και υλοποιείται με την εποπτεία του ΓΠΖΓΠ και σε συνεργασία με τις οργανώσεις της Σύμπραξης.

Στο μεταξύ, στις 6 Ιουλίου 2000, γύρω στις 6 πμ, αστυνομικοί πραγματοποίησαν επιδρομή στον οικισμό του Γαλλικού ποταμού αναζητώντας ναρκωτικά, όπλα και υπόπτους. Σχεδόν εκατό άτομα προσήχθησαν στο αστυνομικό τμήμα. Σε βάρος ορισμένων από αυτούς οι αστυνομικοί διαπίστωσαν ότι εκκρεμούσαν εντάλματα σύλληψης λόγω της μη καταβολής προστίμων για εμπόριο ή οδήγηση χωρίς άδεια. Κατά την έρευνα δεν βρέθηκαν όπλα, ούτε ναρκωτικά. Σε μία πρωτοφανή ενέργεια, η Νομαρχία Θεσσαλονίκης κατήγγειλε την απουσία εισαγγελέα και το ρατσιστικό χαρακτήρα της αστυνομικής ενέργειας. Εντούτοις, το κρατικό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΜΠΕ) κάλυψε το περιστατικό (6 Ιουλίου) κατά τρόπο που στιγμάτιζε τους Ρομά: ανέφερε ψευδώς ότι μεταξύ εκείνων που τέθηκαν υπό κράτηση υπήρχαν φυγάδες και ύποπτοι για ληστείες, απάτες και άλλες παράνομες πράξεις, καθώς και λαθρομετανάστες. Όταν το ΕΠΣΕ ζήτησε από τις αρχές να ερευνήσουν και να τιμωρήσουν τόσο την αντικανονική επιδρομή της αστυνομίας όσο και τη συκοφαντική κάλυψη της είδησης από το κρατικό πρακτορείο, το ΜΠΕ απέδωσε τις αρχικές «υπερβολικές» πληροφορίες στην αστυνομία, αλλά δεν επανόρθωσε (10 Ιουλίου). Ο τοπικός σύλλογος σκηνιτών Ρομά, με τη βοήθεια του ΕΠΣΕ, υπέβαλε έκθεση στο Συνήγορο του Πολίτη καταγγέλλοντας τη ρατσιστική και ανάρμοστη μεταχείρισή τους.

Τον Οκτώβριο 1996, με το πρόσχημα έρευνας για ναρκωτικά, η αστυνομία εισέβαλε στον καταυλισμό Ρομά. Η φημολογία περί διακίνησης ναρκωτικών διευκόλυνε την πολιτική των τοπικών αρχών να διώξουν τους Ρομά τον Απρίλιο 1997. 25 από τις 70 οικογένειες -οι δημότες και μόνιμοι κάτοικοι- μεταφέρθηκαν σε μεταλλικά προκατασκευασμένα σπίτια σε γειτονική περιοχή. Στους λοιπούς σκηνίτες δόθηκε τελεσίγραφο να φύγουν. Η νέα περιοχή ήταν εξαιρετικά απομονωμένη χωρίς υποδομή (τα σπίτια δεν συνδέθηκαν ποτέ με ύδρευση και αποχέτευση) και περιφράχτηκε με συρματόπλεγμα. Ο νέος καταυλισμός ήταν ένα από τα παραπλανητικά «πρότυπα» μέχρι το Δεκέμβριο 1999, οπότε και έπαψε να υπάρχει. Τότε η ιστορία επαναλήφθηκε. Οι τοπικές αρχές μοίρασαν ξανά τον πληθυσμό στα δύο και μετέφεραν τους δημότες (10 από τις 20 οικογένειες) σε λυόμενα σπίτια για σεισμόπληκτους, ενώ απομάκρυναν «βελούδινα» τους υπόλοιπους. Οι περισσότεροι κατέφυγαν στη χωματερή.

Τον Αύγουστο 1999 οι τοπικές αρχές προέβησαν σε εκδίωξη 30 οικογενειών Ρομά (Ελλήνων και Αλβανών) από χώρο χωρίς υποδομή (Ανατολή), τον οποίο ενοικίαζαν επί 7 χρόνια. Δεν τους επιδόθηκαν εξωστήρια. Οι πρώτες απειλές έξωσης άρχισαν το Μάιο 1999. Με παρέμβαση ερευνητών του Προγράμματος του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων για τους Ρομά, στο οποίο είχε ενταχθεί ο καταυλισμός, οι αρχές αναδιπλώθηκαν και δεσμεύτηκαν να εξετάσουν τη μετεγκατάσταση σε άλλη περιοχή, υπόσχεση που φυσικά δεν τηρήθηκε.

Το Μάιο 2000 έγινε απόπειρα έξωσης τριών οικογενειών Ρομά και κατεδάφισης των σπιτιών τους. Οι Ρομά κατηγορήθηκαν για καταπάτηση ιδιωτικής έκτασης και παράνομη δόμηση. Δικαστικός επιμελητής, παρουσία της αστυνομίας και δημοτικών υπαλλήλων, τους επέδωσε εξωστήρια. Μετά τις έντονες αντιδράσεις των Ρομά, η έξωση αναβλήθηκε. Οι εν λόγω οικογένειες ζουν σε αυτήν τη διαρκώς αναπτυσσόμενη περιοχή περισσότερα από 30 χρόνια. Η απόπειρα έξωσης έγινε παρ’ όλο που από νομικής απόψεως η υπόθεση ακόμα εκκρεμούσε. Οι οικογένειες Ρομά ισχυρίζονται ότι έχουν και αυτές δικαιώματα στη γη και μέχρι στιγμής δεν έχουν εξεταστεί οι προσφυγές τους.

Στις 29/5/1997 οι δημοτικές αρχές, παρουσία και της αστυνομίας, εκδίωξαν 20 οικογένειες Ρομά από την περιοχή Πύργου ή Αγροβίζ, μετά από πίεση ιδιοκτητών παρακείμενων νυκτερινών κέντρων. Πριν 8 χρόνια, είχαν εκδιωχθεί πάλι από άλλη περιοχή των Τρικάλων.

Β. Καταυλισμοί που απειλούνται με εκδίωξη (12)

Τον Οκτώβριο 1999, το δημοτικό συμβούλιο Ρίου ψήφισε υπέρ της εκδίωξης των Ρομά για λόγους υποτιθέμενης εγκληματικής τους δραστηριότητας, κακών συνθηκών υγιεινής και καταπάτησης δημόσιας περιουσίας. Οι περισσότεροι είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή πριν τουλάχιστον πέντε χρόνια, σε χώρο που ανήκει στο Πανεπιστήμιο Πατρών, όπου μετακινήθηκαν από άλλες περιοχές της χώρας. Το τοπικό πανεπιστήμιο δεν έχει μέχρι στιγμής δείξει πραγματικό ενδιαφέρον για την εξεύρεση λύσης στο πρόβλημα. Αντίθετα, σε συνάντησή του με το ΕΠΣΕ, την ΕΟΔΜ και το ΓΠΖΓΠ, την 1η Δεκεμβρίου 1999, ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου, Καθηγητής Σ. Αλαχιώτης, έκανε ρατσιστικά σχόλια σε βάρος των Ρομά και, όταν ερωτήθηκε, δεν παρουσίασε απολύτως κανένα στοιχείο για τις κατηγορίες του:

Άλλες οικογένειες, που ζουν σε δημοτική έκταση στο Ρίο, απειλήθηκαν επίσης το φθινόπωρο του 1999 με έξωση. Ένας τροχονόμος τους είχε ζητήσει να εγκαταλείψουν την τοποθεσία, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν να υπακούσουν. Το Δεκέμβριο 1999, το ΕΠΣΕ, η ΕΟΔΜ και το ΓΠΖΓΠ επισκέφθηκαν τους καταυλισμούς και πραγματοποίησαν συναντήσεις με εκπροσώπους των τοπικών και νομαρχιακών αρχών και με τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου. Η έκβαση της επίσκεψης οδήγησε σε δέσμευση των νομαρχιακών αρχών -όχι όμως και των δημοτικών αρχών ή του πανεπιστημίου- ότι δεν θα επέτρεπαν να πραγματοποιηθεί έξωση αν δεν παρέχονταν στους Ρομά ικανοποιητικές εναλλακτικές λύσεις στέγασης. Στις 27 Μαΐου 2000 στη Νομαρχία Αχαΐας πραγματοποιήθηκε συνάντηση για τους Ρομά της περιοχής με συμμετοχή των ενδιαφερόμενων δήμων, του ΓΠΖΓΠ και του Προέδρου της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου. Ο Δήμαρχος Ρίου δεν έλαβε μέρος στη συνάντηση, επιβεβαιώνοντας την έλλειψη ενδιαφέροντός του. Η επίσημη θέση του δήμου είναι ότι αναγνωρίζει την ανάγκη στεγαστικών πρωτοβουλιών μόνο για τρεις ντόπιες οικογένειες Ρομά που είναι δημότες.

13 από τις 30 οικογένειες του καταυλισμού καταδικάστηκαν ερήμην σε έξωση από περιοχή χωρίς καμία υποδομή, όπου διαμένουν για περίπου 20 χρόνια, κατηγορούμενοι για καταπάτηση ξένης περιουσίας. Έντονες διαπραγματεύσεις με τον εισαγγελέα και την αστυνομία που θα εκτελούσαν την απόφαση είχαν ως αποτέλεσμα να δοθεί ολιγοήμερη προθεσμία μέχρι το τέλος Απριλίου 1999. Μετά από αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις Σύμπραξης ΜΚΟ, ΓΠΖΓΠ και Συνασπισμού με τη δημοτική αρχή, συμφωνήθηκε να προταθεί στους ιδιοκτήτες να νοικιαστεί ο χώρος στους Ρομά για ένα διάστημα 6-12 μηνών μέχρι να βρεθεί μόνιμος χώρος μετεγκατάστασης. Η κυβέρνηση δεσμεύτηκε στο Κοινοβούλιο, κατά τη συζήτηση σχετικής ερώτησης του Συνασπισμού, ότι θα υποστηρίξει οικονομικά την ενοικίαση. Αυτή η ιδέα δεν τέθηκε ποτέ σε εφαρμογή και η έξωση παραμένει σε εκκρεμότητα. Επιπλέον, οι ιδιοκτήτες του χώρου κατέφυγαν στον Συνήγορο του Πολίτη για να διεκδικήσουν την ιδιοκτησία τους. Η Σύμπραξη ξεκίνησε ένα στεγαστικό πρόγραμμα με την υποστήριξη του ΓΠΖΓΠ και του Συνηγόρου του Πολίτη. Θα αγοραστούν οικόπεδα στην ευρύτερη περιοχή και θα διατεθούν στον τοπικό πληθυσμό Ρομά. Καθώς το πρόγραμμα βρίσκεται ακόμα στο αρχικό του στάδιο, η πιθανότητα της έξωσης παραμένει.

Το Φεβρουάριο 1999 οι δημοτικές αρχές με τη συνοδεία αστυνομίας έβαλαν φωτιά σε 5 καταλύματα Ρομά του καταυλισμού Νέας Ζωής Ασπροπύργου, όπου 100 περίπου οικογένειες έχουν εγκατασταθεί από το 1990. Η ενέργεια έγινε χωρίς παρουσία εισαγγελέα και χωρίς δικαστική απόφαση έξωσης, παρά μόνο με επιλεκτική σε βάρος των Ρομά απόφαση κατεδάφισης της πολεοδομίας, μολονότι ολόκληρη η κατοικημένη -από Ρομά και μη Ρομά- περιοχή βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως. Για την υπόθεση έχει υποβληθεί μηνυτήρια αναφορά στον Εισαγγελέα από την Σύμπραξη ΜΚΟ και τη βουλευτή του Συνασπισμού Στέλλα Αλφιέρη, ενώ διεθνείς οργανώσεις διαμαρτυρήθηκαν στο ελληνικό κράτος για παραβίαση διεθνών συνθηκών και συμφωνιών που δεσμεύουν την Ελλάδα. Το γεγονός αυτό δεν εμπόδισε ωστόσο τον Υφυπουργό Εσωτερικών Γ. Φλωρίδη, σε απάντηση σχετικής κοινοβουλευτικής ερώτησης, να επιχειρήσει να προκαταλάβει τη δικαιοσύνη και να δικαιολογήσει την ωμή βία του Δήμου, με το επιχείρημα ότι οι Ρομά είχαν καταλάβει το χώρο αυθαίρετα. Λίγες ημέρες μετά, οι Ρομά απειλήθηκαν με επανάληψη της επιχείρησης. Προεκλογικές υποσχέσεις του Δήμου για βελτίωση των συνθηκών ζωής στον καταυλισμό έμειναν κενό γράμμα. Στο μεταξύ, η Σύμπραξη και το ΓΠΖΓΠ έχουν προτείνει χώρο για τη δημιουργία αυτοδιαχειριζόμενου οικισμού για τους Ρομά της ευρύτερης περιφέρειας, μια δασική περιοχή που υπάγεται στο γειτονικό δήμο των Άνω Λιοσίων. Ο εκεί Δήμαρχος κ. Παπαδήμας αρνείται τη λύση, ενώ ο προϊστάμενός του εκλεγμένος Νομάρχης κ. Παπαπέτρου αδιαφορεί: πρόφαση αποτελεί εδώ η κατασκευή ολυμπιακών εγκαταστάσεων τόσο στη Νέα Ζωή όσο και στη δασική περιοχή. Για τους Ρομά Ασπροπύργου η εν λόγω επιχείρηση αποτέλεσε τη δεύτερη τραυματική εμπειρία μετά τη βίαιη αστυνομική επέμβαση του 1996 -με αυτόματα όπλα και μαχαίρια- παρουσία τηλεοπτικών συνεργείων τα οποία και μετέφεραν τις εικόνες των Ρομά με το πιστόλι στον κρόταφο να δέχονται απειλές των αστυνομικών: οι σκηνές αυτές είχαν οδηγήσει στην εξαγγελία του Πλαισίου Πολιτικής του 1996. Ακολούθησε τρίτη τραυματική εμπειρία. Το Μάιο 2000, κάτοικοι της περιοχής ξεκίνησαν συλλογή υπογραφών υπέρ της εκδίωξης των Ρομά από την περιοχή τους. Τον Ιούλιο 2000, μετά την εκδίωξη των Ρομά από τη γειτονική τοποθεσία της χωματερής (βλπ. αμέσως παρακάτω), στα σύνορα του Ασπροπύργου με το δήμο Άνω Λιοσίων, οι Ρομά κάτοικοι της Νέας Ζωής απειλήθηκαν ξανά με έξωση. Μέχρι τις 26 Ιουλίου τα μισά καταλύματα στους καταυλισμούς της Νέας Ζωής είχαν κατεδαφιστεί από τις μπουλντόζες του δήμου.

Στις 14 Ιουλίου 2000 μία μπουλντόζα του δήμου, παρουσία του Δημάρχου Ασπροπύργου και της αστυνομίας, μπήκε στον καταυλισμό και κατεδάφισε τα περισσότερα καταλύματα. Τα καταλύματα ανήκαν σε Έλληνες και Αλβανούς σκηνίτες Ρομά και ήταν γεμάτα με οικιακά σκεύη. Σε περίπου 7-8 οικογένειες [Ελλήνων] Ρομά, με αρρώστους και χωρίς τη δυνατότητα μετακίνησης, δόθηκε τελεσίγραφο να εγκαταλείψουν το χώρο μέχρι τις 17 Ιουλίου. Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε χωρίς να προηγηθούν οι απαιτούμενες δημοτικές αποφάσεις, ούτε και δόθηκαν εξωστήρια στις οικογένειες Ρομά. Δεν ήταν παρών εισαγγελέας. Σύμφωνα με την αστυνομία, αυτή ήταν μία «επιχείρηση καθαρισμού» του δήμου που εκκένωσε το χώρο από κενά καταλύματα που ανήκαν σε «Αλβανούς Γύφτους». Το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι αντέτεινε ότι αυτό που συνέβη ήταν πράγματι μια «επιχείρηση κάθαρσης», που παραβίασε τα δικαιώματα οικιακού ασύλου και ιδιοκτησίας των σκηνιτών. Μετά από αυτές τις εξελίξεις, οι ντόπιοι Ρομά, με τη βοήθεια του ΕΠΣΕ, υπέβαλαν καταγγελία στο Συνήγορο του Πολίτη. Αυτός κάλεσε το Δήμο να αιτιολογήσει αμέσως την ενέργειά του και να παράσχει τα απαραίτητα νομικά έγγραφα (25 Ιουλίου), αλλά ο δήμος αγνόησε το αίτημα. Λίγες ημέρες πριν την επιχείρηση, ο Δήμαρχος Άνω Λιοσίων προχώρησε σε «βελούδινη» έξωση των σκηνιτών Ρομά από το άνω τμήμα της χωματερής, προσφέροντας 100.000 δραχμές σε κάθε οικογένεια για να εγκαταλείψει την περιοχή και κατεδαφίζοντας έπειτα τα καταλύματά τους. Ο καταυλισμός γύρω από τη χωματερή υπάρχει επί χρόνια με ημι-νόμιμο τρόπο. Μετά την αστυνομική επιδρομή του 1996 στον Ασπρόπυργο, ο δήμος επέτρεψε σε σκηνίτες Ρομά να κατασκηνώσουν στην περιοχή, μοιράζοντας επίσης υποσχέσεις για ύδρευση και αποκομιδή απορριμμάτων. Καμία από αυτές τις υποσχέσεις δεν τηρήθηκε. Οι Ρομά συνέχισαν αν ζουν ανάμεσα στα σκουπίδια και τους αρουραίους, σε απομακρυσμένη περιοχή με μηδενική υποδομή.

Τον Ιούλιο 1997 ο δήμος Αγίας Παρασκευής κατέστρεψε 10 από τις 28 παράγκες των Ρομά που έμεναν στην περιοχή μέχρι και 30 χρόνια. Οι Ρομά κατηγορήθηκαν για καταπάτηση ιδιωτικής περιουσίας και αυθαίρετη δόμηση. Μερικές ημέρες μετά, ο δήμαρχος επιχείρησε να καταστρέψει και τις υπόλοιπες παράγκες, παρουσία και της αστυνομίας, κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε λόγω παρέμβασης μη κυβερνητικών οργανώσεων. Ωστόσο, το ζήτημα διωγμού των Ρομά εκκρεμεί, γιατί υπάρχουν δικαστικές αποφάσεις έξωσης. Ο δήμος ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει διαθέσιμη γη, ενώ παρακείμενα διαθέσιμα 35 στρέμματα υποτίθεται πως προορίζονται για αθλητικές εγκαταστάσεις στα πλαίσια της Ολυμπιάδας. Το Νοέμβριο 1999, ο δήμαρχος Αγίας Παρασκευής συμφώνησε να προσφέρει σε κάθε οικογένεια Ρομά 3 εκατομμύρια δραχμές για αγορά γης στην ευρύτερη περιοχή Γέρακα και Αγίας Παρασκευής. Έτσι ξεκίνησε το στεγαστικό πρόγραμμα του δήμου, σε συνεργασία με το ΓΠΖΓΠ και τη Σύμπραξη. Είχε ως στόχο να δώσει τη δυνατότητα τους ντόπιους Ρομά να αποκτήσουν γη και να αγοράσουν κατοικίες μέσω δανείων. Το πρόγραμμα δεν έχει ακόμα τεθεί σε εφαρμογή και, επομένως, η πιθανότητα της έξωσης υφίσταται.

Σκηνίτες Ρομά, που κατασκήνωσαν κοντά σε οικισμό Ρουντάρηδων (Ρουμανόφωνων που μερικοί τους θεωρούν Ρομά) -σε χώρο χωρίς καμιά υποδομή- απειλήθηκαν το Μάιο 1998 για δεύτερη φορά από τις δημοτικές αρχές με εκδίωξη, χωρίς καμιά δικαστική απόφαση έξωσης. Την πρώτη φορά συνεργείο του δήμου, παρουσία ισχυρής αστυνομικής δύναμης, κατέστρεψε τα αντίσκηνα των Ρομά οι οποίοι τα ξαναέστησαν. Σύμφωνα με αναφορές, τελικά οι Ρομά εκδιώχθηκαν από το χώρο λίγο καιρό αργότερα με εντολή του δημάρχου. Τελικά αναφέρθηκε ότι τον Ιούλιο 2000 μεταφέρθηκαν σε δημοτική έκταση σε λυόμενα σπίτια που διέθεσε το ΓΠΖΓΠ. Ο νέος καταυλισμός στην περιοχή «Κηπάκι-Αγροβίζ» είναι κοντά στην κυρίως πόλη και λέγεται ότι έχει πλήρη υποδομή.

Οι Ρομά του καταυλισμού (περίπου 50 νομαδικές οικογένειες) το Μάιο του 1998 απειλήθηκαν με διωγμό από την αστυνομία και με εντολή του δημάρχου. Στην πλειονότητά τους είναι δημότες της περιοχής και διαμένουν στον καταυλισμό για 30 χρόνια.

400 οικογένειες Ρομά, αν και ιδιοκτήτες της γης όπου διαμένουν, παραμένουν σε αντίσκηνα λόγω της άρνησης των αρχών να εντάξουν την περιοχή στο σχέδιο πόλης σε μια προσπάθεια αποθάρρυνσης μόνιμης εγκατάστασης. Δεν υπάρχει νερό, ηλεκτρικό και τουαλέτες. Οι Ρομά έχουν αποπειραθεί να χτίσουν τουαλέτες ή δωμάτια για να βελτιώσουν οι ίδιοι τις συνθήκες διαβίωσής τους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Οι δημοτικές αρχές τα γκρεμίζουν επιβάλλοντας υψηλά πρόστιμα για παράνομη δόμηση.

Ανάλογη με τον Τύρναβο προσπάθεια εκβιασμού των Ρομά. Αν και οι ντόπιοι Ρομά ήταν νόμιμοι κάτοχοι της γης του καταυλισμού, ζούσαν εκεί επί χρόνια χωρίς καμιά υποδομή. Το 1999 ντόπιοι κάτοικοι εξαγόρασαν τη γη των Ρομά για να τους αναγκάσουν να εγκαταλείψουν την περιοχή.

Οι τοπικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι η παρουσία των Ρομά συνέβαλε στην υψηλή εγκληματικότητα της περιοχής, αν και ο ισχυρισμός ήταν αβάσιμος, σύμφωνα με τις εκθέσεις της αστυνομίας. Το δημοτικό συμβούλιο εξέδωσε στις 20 Μαΐου 2000 απόφαση να εκδιωχθούν όλοι οι Ρομά από την περιοχή. Ζητήθηκε από την αστυνομία να προχωρήσει σε ενέργειες και να εφαρμόσει την απόφαση εντός 48 ωρών. Η παρουσία των Ρομά, ακόμα και διερχομένων, σε αυτόν τον δήμο χαρακτηρίστηκε επισήμως ανεπιθύμητη. Στις 25 Μαΐου 2000, η αστυνομία επέδραμε στους καταυλισμούς των Ρομά ερευνώντας για όπλα και ναρκωτικά, αλλά μάταια: βρήκε μόνο υπόπτους για κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος. Αν και οι δημοτικές αρχές έλαβαν επιστολή από το Συνήγορο του Πολίτη, την 1η Ιουνίου, η οποία επεσήμαινε τις πιθανές ποινικές τους ευθύνες, οι απαγορεύσεις και οι προπηλακισμοί συνεχίστηκαν. Σε μία ομάδα μελών αριστερών κομμάτων, οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οικολογικών οργανώσεων, που επισκέφθηκε τη Νέα Κίο στις 8 Ιουνίου για να εκφράσει την αλληλεγγύη της προς τους ντόπιους Ρομά, δεν επιτράπηκε η είσοδος στην πόλη. «Αγανακτισμένοι» κάτοικοι είχαν κλείσει τους δρόμους ενώ η αστυνομία παρακολουθούσε άπρακτη. Ντόπιοι κάτοικοι, συγκεντρωμένοι έξω από το δημαρχείο κατόπιν οδηγιών του δημάρχου, προπηλάκισαν αντιπροσωπεία που αποπειράθηκε να συναντηθεί με τις δημοτικές αρχές, μεταξύ των οποίων και το δημοσιογράφο Πάνο Λάμπρου της εβδομαδιαίας εφημερίδας Εποχή. Την επόμενη ημέρα, 9 Ιουνίου, κάηκε μία καλύβα Ρομά. Οι Ρομά απέδωσαν τον εμπρησμό σε μία ομάδα πολιτών, μη Ρομά, οι οποίοι λίγο νωρίτερα είχαν απειλήσει τους κατοίκους της καλύβας.

Στις 15 Ιουνίου 2000 πυροβολήθηκε και τραυματίστηκε ελαφρά στο χέρι ένας 17χρονος Ρομ, ο Χρήστος Δημητρόπουλος. Με βάση τη μαρτυρία του, οι δράστες ήταν πολίτες της Νέας Κίου, μη Ρομά, οι οποίοι τον πυροβόλησαν χωρίς λόγο. Η αστυνομία δεν διερεύνησε τους ισχυρισμούς του, αντίθετα κατηγόρησε αμέσως το Δημητρόπουλο για ψευδορκία και συνέλαβε τον ίδιο και τη μητέρα του. Η αστυνομία είχε συμπεράνει αυθαίρετα ότι το Δημητρόπουλο πυροβόλησε ένας άγνωστος Ρομ. Όμως, κατά την προσαγωγή, ο Εισαγγελέας άφησε ελεύθερους τους Ρομά και διέταξε προανάκριση, έχοντας προφανώς θεωρήσει την εκδοχή της αστυνομίας μάλλον αβάσιμη.

Στο μεταξύ, οι διεθνείς αντιδράσεις για την προηγηθείσα παρενόχληση του δημοσιογράφου και τον εμπρησμό της καλύβας οδήγησαν στην απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, στις 16 Ιουνίου 2000, να ζητήσει από τον τοπικό Εισαγγελέα προανάκριση για τους ισχυρισμούς των ΜΚΟ. Στις 30 Ιουνίου 2000, υποβλήθηκε επίσης μήνυση για την όλη σειρά των γεγονότων, υπογεγραμμένη από 15 άτομα, μεταξύ των οποίων μέλη πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Στις 31 Μαΐου 2000, το δημοτικό συμβούλιο της Νέας Τίρυνθας αποφάσισε ομόφωνα την εκδίωξη των ντόπιων Ρομά από την περιοχή των πρώην αγροτικών φυλακών. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης διέθεσε τμήμα της περιοχής στο δήμο για τη διαπλάτυνση του κεντρικού δρόμου της πόλης το Σεπτέμβριο 1999, δημιουργώντας μία από τις προϋποθέσεις για την εκδίωξη του καταυλισμού των Ρομά. Στους Ρομά δόθηκε προθεσμία τριών μηνών, πρέπει να εγκαταλείψουν το χώρο μέχρι τον Αύγουστο 2000. Οι οικογένειες των Ρομά στη Νέα Τίρυνθα είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή πριν περίπου 20 χρόνια, μετά την εκδίωξή τους από άλλη περιοχή του δήμου. Ζουν χωρίς καμία υποδομή σε έναν από τους πιο εξαθλιωμένους καταυλισμούς στην Ελλάδα. Ο Δήμαρχος είχε παραδεχτεί δημόσια ότι ο δήμος ποτέ δεν προέβη σε ενέργειες για να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των Ρομά με το επιχείρημα ότι ο καταυλισμός είναι παράνομος.

Με την ομόφωνη απόφαση 165/2000 (που δημοσιεύτηκε στις 7 Αυγούστου 2000 στην τοπική ημερήσια εφημερίδα «Νέα της Αργολίδας»), το δημοτικό συμβούλιο Μιδέας αποφάσισε να εκδιώξει όλους τους Ρομά που κατοικούν σε διασταύρωση τουριστικού δρόμου, αφού τους κατηγόρησε συλλογικά, και χωρίς κανένα στοιχείο, για επιθέσεις εναντίον περαστικών. Όσοι έχουν εκτάσεις εκεί θα πρέπει να τις ανταλλάξουν με άλλες εκτάσεις σε άλλη περιοχή της Μιδέας, ενώ οι υπόλοιποι καλούνταν να μετακομίσουν οπουδήποτε, εκτός Μιδέας, θα έβρισκε η Νομαρχία κατάλληλο μέρος. Η δημοτική απόφαση επίσης υπαινισσόταν ότι οι μετανάστες που κατοικούν στη Μιδέα συνδέονται με την εγκληματικότητα, και περιείχε καλυμμένη απειλή ότι οι μη Ρομά πολίτες θα αντιδρούσαν αν δεν εφαρμοζόταν η απόφαση.

Γ. Καταυλισμοί που μέχρι τώρα απέφυγαν την τελευταία στιγμή την εκδίωξη (3)

Το Νοέμβριο 1997 έγινε βίαιη επιδρομή της αστυνομίας στον καταυλισμό ύστερα από έντονη φημολογία για διακίνηση ναρκωτικών. Χρησιμοποιώντας απόφαση του δημοτικού συμβουλίου από το 1997 και με το επιχείρημα της επικείμενης ανάπλασης του χώρου, το Μάρτιο 1999 ο δήμος ξεκίνησε τη διαδικασία έξωσης των Ρομά. Εξωστικά παραδόθηκαν σε 102 οικογένειες και το θέμα παραμονής τους μένει εκκρεμές όπως και τα χρόνια αιτήματα για παροχή στοιχειώδους υποδομής στον καταυλισμό. Η μετεγκατάσταση των Ρομά σε άλλη περιοχή δεν προχώρησε μια και κανείς από τους γειτονικούς δήμους δεν θέλησε σκηνίτες στα όριά του. Η μεταφορά τους σε πρώην στρατόπεδο εντός των ορίων του δήμου και η δημιουργία αυτοδιαχειριζόμενου οικισμού, σύμφωνα με σχέδιο της Σύμπραξης ΜΚΟ με τη συνεργασία του ΓΠΖΓΠ, συνάντησε τη σθεναρή αντίδραση του δημάρχου, που είχε διαδηλώσει την πρόθεσή του να μην επιτρέψει την παρουσία Ρομά στο δήμο. Μόνο μετά από πολλές πιέσεις των ΜΚΟ μπόρεσε να ξεκινήσει αυτό το σχέδιο μετεγκατάστασης. Σε απόφασή του που δημιουργεί προηγούμενο (976/12-11-1999), το Ειρηνοδικείο Ηρακλείου είχε αποφανθεί ότι η δημοτική απόφαση έξωσης ήταν καταχρηστική. Αυτό διευκόλυνε την πρόοδο του σχεδίου, το οποίο τέθηκε υπό την αρμοδιότητα του Περιφερειάρχη Κρήτης. Ξαφνικά, ο δήμος εξέδωσε καταχρηστικά νέα εξωστήρια που επιδόθηκαν στα μέσα του καλοκαιριού 2000, παρ’ όλο που ποτέ δεν άσκησε έφεση στη δυσμενή για αυτόν δικαστική απόφαση του 1999. Οι Ρομά προσέφυγαν στο Συνήγορο του Πολίτη που προειδοποίησε το δήμο ότι η ενέργειά του ήταν κατ’ αρχήν νομικά αβάσιμη.

Το Νοέμβριο 1997 έγινε απόπειρα εκδίωξης, ύστερα από έξωση, 100 Ρομά από περιοχή όπου έμεναν από το 1992. Η απόπειρα διωγμού έγινε με το αιτιολογικό αυθαίρετης δόμησης και με βάση δικαστική απόφαση που εκδόθηκε ερήμην των Ρομά. Η απόπειρα είχε την υποστήριξη των κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι δεν ήθελαν τον καταυλισμό κοντά σε νεόκτιστο βρεφονηπιακό κέντρο και θα γινόταν με την παρουσία αστυνομίας. Μετά από κινητοποίηση, η επιχείρηση δεν πραγματοποιήθηκε και οι δημοτικές αρχές δεσμεύτηκαν να μελετήσουν ενδεχόμενα μετεγκατάστασης σε άλλη περιοχή. Αυτή τη στιγμή, σε συνεργασία με το γραφείο του Πρωθυπουργού, οι δημοτικές αρχές έχουν ξεκινήσει σχέδιο μεταστέγασης. Ο δήμος παραχώρησε γη στους Ρομά ενώ το ΓΠΖΓΠ θα εξασφαλίσει λυόμενα σπίτια και στις 20 οικογένειες. Τα έργα υποδομής θα πραγματοποιήσει ο δήμος.

Το 1997 ο Δήμος Καλαμάτας κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος 70 οικογενειών Ρομά στη βιομηχανική ζώνη Καλαμάτας όπου και διέμεναν για περίπου 5 χρόνια. Η αιτιολογία για τη δίωξη ήταν ότι υπάρχουν σχέδια ανάπλασης της περιοχής. Μετά την άρνηση παρακείμενης κοινότητας να δεχτεί τους Ρομά και μετά από συνεχείς και έντονες πιέσεις μη κυβερνητικών οργανώσεων της περιοχής, υιοθετήθηκε η πρόταση αγοράς οικοπέδων σε άλλη περιοχή, αξίας 70 εκατομμυρίων δρχ., από τη Νομαρχία και με επιχορήγηση του Υπουργείου Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων. Ο φάκελος της υπόθεσης παραδόθηκε στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και μέχρι το Νοέμβριο 1999 είχε σχηματισθεί η επιτροπή για την υλοποίηση του πλειστηριασμού. Ο πλειστηριασμός πραγματοποιήθηκε, αλλά δεν απέφερε αποτελέσματα, καθώς κανείς ιδιοκτήτης δεν προσφέρθηκε να πουλήσει τα κτήματά του στη Νομαρχία. Προτάθηκε η ιδέα να προχωρήσει η Νομαρχία σε αναγκαστικές απαλλοτριώσεις γης. Όμως, είναι πιθανό ότι οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις θα δημιουργήσουν αντιδράσεις υπέρ των θιγομένων ντόπιων κατοίκων. Αφού ξεπεραστεί το πρόβλημα της γης, το σχέδιο, στη δεύτερη φάση του, προβλέπει ότι την κατασκευή των κατοικιών θα αναλάβει ο κρατικός Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας. Σύμφωνα με το υπάρχον σχέδιο, οι Ρομά θα μεταφερθούν προσωρινά σε δημόσιους χώρους του μελλοντικού οικισμού -με πλήρη υποδομή- μέχρι να ολοκληρωθεί η κατασκευή των κατοικιών. Σύμφωνα με αναφορές, οι ντόπιοι κάτοικοι είναι αρνητικά προδιατεθειμένοι απέναντι στους Ρομά, συλλέγοντας υπογραφές και στέλνοντας επιστολές στις αρχές για την εκδίωξη των Ρομά από την περιοχή. Προς το παρόν οι Ρομά διαμένουν σε έναν εξαθλιωμένο καταυλισμό στην περιοχή, χωρίς στοιχειώδη υποδομή.

Δ. Καταυλισμοί σε Πλήρη Εξαθλίωση (6)

Σε 3 οικισμούς της περιοχής διαμένουν 600 άτομα. Οι 2 οικισμοί έχουν νερό. Η νομαρχία έχει υποσχεθεί καταυλισμό με όλη την αναγκαία υποδομή, όμως το θέμα προχωρά αργά. Την άνοιξη του 2000, διατέθηκαν λυόμενα σπίτια στους ντόπιους Ρομά κατοίκους, μετά από πρωτοβουλίες του ΓΠΖΓΠ.

Κοντά στο σκουπιδότοπο, 30 οικογένειες ζουν για περισσότερο από 20 χρόνια χωρίς καμιά υποδομή, σε περιοχή που ανήκει στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Τα τελευταία τρία ή τέσσερα χρόνια προστέθηκαν στον καταυλισμό 10 οικογένειες Αλβανών Ρομά. Ο δήμος αρνήθηκε να καθαρίσει έναντι αμοιβής την περιοχή από τα σκουπίδια και να παράσχει νερό στον καταυλισμό. Ακριβώς δίπλα, μέρος της χωματερής που φυτεύτηκε με δενδρύλλια ποτίζεται με σύστημα αυτόματης άρδευσης. Μέχρι τα μέσα του 2000 ο δήμος είχε παραμελήσει τον καταυλισμό. Μετά από επίμονη εκστρατεία του ΕΠΣΕ και της ΕΟΔΜ, που είχε απήχηση σε μία χωρίς προηγούμενο σειρά ευνοϊκών άρθρων στον τοπικό τύπο, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Στην πρότασή του προς τη Νομαρχία τον Ιούνιο 2000, ο δήμος τουλάχιστον πρότεινε αόριστα τη διάθεση λυόμενων σπιτιών σε όλες τις οικογένειες του καταυλισμού, αν και δεν προσέφερε κανέναν πιθανό χώρο για μετεγκατάσταση. Η εξεύρεση χώρων αφέθηκε στο Πανεπιστήμιο Πατρών το οποίο, σε προηγούμενες περιπτώσεις, είχε κάνει σαφές ότι δεν θα διαθέσει τη γη στους Ρομά. Τον Ιούλιο 2000, ο δήμος έκανε ένα πρώτο βήμα για τη βελτίωση των άθλιων συνθηκών ζωής των Ρομά, παρέχοντάς τους εξωτερικές βρύσες για ύδρευση. Αυτή η πρωτοβουλία συνάντησε την έντονη αντίθεση του Πανεπιστημίου Πατρών και του Πρύτανη, Καθηγητή Αλαχιώτη, ο οποίος υποστήριξε ότι μπορεί να οδηγήσει σε μερική νομιμοποίηση της παρουσίας των Ρομά στην περιοχή. Αποτέλεσμα ήταν ο δήμος, σύμφωνα με αναφορές, να εγκαταστήσει τις βρύσες στο δημόσιο δρόμο έξω από τον καταυλισμό και όχι κοντά στις καλύβες των Ρομά.

Στα παλιά νταμάρια της πόλης και κοντά σε ποτάμι 100 περίπου οικογένειες -εκ των οποίων οι 60 δημότες- διαμένουν σε παραπήγματα, μέσα στα σκουπίδια με λιγοστό νερό και χωρίς άλλη υποδομή.

Για περισσότερο από 70 χρόνια ζουν σε τσίγκινες παράγκες 350 οικογένειες Μουσουλμάνων Ρομά. Υπάρχουν λιγοστές δημόσιες τουαλέτες σε κακή κατάσταση. Εκκρεμεί επί χρόνια απόφαση μετεγκατάστασής τους σε άλλη περιοχή μέσω του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας. Το ίδιο εκκρεμεί και η βελτίωση των άθλιων συνθηκών ζωής των Ρομά. Τον Αύγουστο 2000, η μετεγκατάστασή τους ανακοινώθηκε και πάλι δημόσια.

Σε δημοτική έκταση έχουν καταλύσει, από το 1989, 38 οικογένειες Μουσουλμάνων Ρομά η οποίοι διαμένουν στην περιοχή για 35-40 χρόνια. Ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες με μόνο μια αντλία νερού και χωρίς άλλη υποδομή.

Σε περιοχή που γειτονεύει με καταυλισμό Ρομά ζουν για περισσότερα από 30 χρόνια σκηνίτες Ρομά χωρίς καμία υποδομή. Από το 1998 δεν έχει υπάρξει καμία βελτίωση των άθλιων συνθηκών ζωής τους, παρά το γεγονός ότι έχουν αναφέρει τα προβλήματά τους στις αρμόδιες δημοτικές και νομαρχιακές αρχές.

Ε. Καταυλισμοί με κάποια θετική συμβολή των τοπικών αρχών (5)

Με πρωτοβουλία των δημοτικών αρχών και αφού εκδιώχθηκαν από την παραλία, 11 οικογένειες -περίπου 100 άτομα- μεταφέρθηκαν στο χώρο των σφαγείων. Η οσμή των σφαγείων και το αμμώδες έδαφος που συγκέντρωνε όλη την ηλιακή θερμότητα το καλοκαίρι έκαναν τη ζωή στις τενεκεδοπαράγκες αφόρητη. Με την ανάληψη των σφαγείων από το δήμο η οσμή περιορίστηκε σημαντικά. Παράλληλα ο Δήμος κατέβαλε προσπάθειες βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης, αν και η κατάσταση παραμένει δυσάρεστη. Υπάρχουν τουαλέτες, δυο κεντρικές βρύσες και ηλεκτρικό ρεύμα. Ο δήμαρχος δεν απάντησε ποτέ στην πρόσκληση των ΜΚΟ για συνάντηση με εκπροσώπους του ΓΠΖΓΠ για να συζητήσουν πιθανές λύσεις μετεγκατάστασης των Ρομά. Από το 1999 δεν έχει υπάρξει καμία βελτίωση των συνθηκών ζωής των Ρομά.

500 οικογένειες -συνολικά 2.500 άτομα- ζουν σε οικισμό όπου πέρα από 100 μονοκατοικίες υπάρχουν παράγκες και αντίσκηνα. Οι δρόμοι του καταυλισμού ασφαλτώθηκαν, έγινε εγκατάσταση νερού, ηλεκτρικού, τουαλετών και κάδων απορριμμάτων. Για τους σκηνίτες έχει προβλεφθεί να τους δοθεί η έκταση της χωματερής μόλις αυτή παύσει να λειτουργεί. Το σχέδιο μετεγκατάστασης έχει ήδη ξεκινήσει. Τα σπίτια θα κατασκευάσει ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας.

Στις αρχές του 1997 με πρωτοβουλία του δημάρχου παραχωρήθηκε από τις εκκλησιαστικές αρχές του νησιού έκταση σε 10 οικογένειες Ρομά. Η εγκατάστασή τους στην περιοχή προκάλεσε την αντίδραση κατοίκων του νησιού και του αστυνομικού διευθυντή.

Και οι δύο δήμοι ξεκίνησαν στεγαστικό πρόγραμμα για όλους τους Ρομά της περιοχής σε συνεργασία με το ΓΠΖΓΠ. Οι σκηνίτες πρόκειται να μεταφερθούν προσωρινά σε λυόμενα σπίτια με πλήρη υποδομή. Μακροπρόθεσμα θα δοθεί στους Ρομά η δυνατότητα να αγοράσουν το σπίτι τους μέσω του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας ή του προγράμματος δανειοδότησης.

ΣΤ. Καταυλισμοί «επίσημα γκέτο» (3)

Ρομά από διάφορες περιοχές των Τρικάλων μεταφέρθηκαν στην περιοχή Ράξα με την υπόσχεση ο χώρος να λειτουργήσει ως οργανωμένο κάμπινγκ. Το Μάιο 1998 η παροχή νερού και ρεύματος διακόπηκε χωρίς προειδοποίηση και οι δημοτικές αρχές αμέλησαν να αποκαταστήσουν τις βλάβες που πιθανότατα προκλήθηκαν από κατοίκους της περιοχής που θέλουν να απομακρύνουν τους Ρομά. Αποχετευτικό δίκτυο και τουαλέτες δεν υπάρχουν. Το 2000, οι μισοί κάτοικοι του καταυλισμού μεταφέρθηκαν σε λυόμενα σπίτια με πλήρη υποδομή στην περιοχή «Κηπάκι-Αγροβίζ». Οι υπόλοιπες 37 οικογένειες πρόκειται να μεταφερθούν σε λυόμενα σπίτια μόλις διατεθεί στο δήμο νέα σειρά σπιτιών. Οι περισσότεροι από αυτούς αντιδρούν στην απομάκρυνσή τους από τα Ράξα, ισχυριζόμενοι ότι η έκταση στο Κηπάκι δεν είναι αρκετά μεγάλη για να φιλοξενήσει όλους τους σκηνίτες Ρομά της περιφέρειας. Ο τοπικός σύλλογος των Ρομά στα Ράξα έχει προτείνει στο δήμαρχο να μείνουν σε λυόμενα σπίτια στα Ράξα. Ο δήμος δεν έχει απορρίψει επισήμως την πρόταση.

Το Νοέμβριο 1997 οι δημοτικές αρχές κατεδάφισαν, με τη συναίνεση 25 οικογενειών - δημοτών Πατρών, 23 παραπήγματα και ξαναέστησαν τον καταυλισμό αφού πρώτα εκδίωξαν όλους τους Ρομά μη δημότες της περιοχής. Οι Ρομά περιορίστηκαν σε μια μικρή έκταση που, παρά την εγκατάσταση τουαλετών και την παροχή νερού, τους περιόριζε αρκετά. Το Μάιο 1998 ο καταυλισμός ήταν γεμάτος σκουπίδια και ψόφια ποντίκια. Ένα χρόνο πριν, είχαν καταγραφεί 15 περιστατικά μηνιγγίτιδας στον καταυλισμό. Μέχρι το Μάιο 2000, οι νομαρχιακές αρχές είχαν καταβάλει προσπάθειες να προσφέρουν στους Ρομά εναλλακτικές λύσεις στέγασης. 8 από τις 15 οικογένειες του καταυλισμού εγκατέλειψαν το χώρο κάνοντας χρήση του νομαρχιακού προγράμματος επιδότησης ενοικίου.

Καταυλισμός-«πρότυπο» στήθηκε σε περιοχή επιβαρυμένη από χημικές βιομηχανίες και δίπλα σε αγωγό πετρελαίων. 24 οικογένειες Ρομά -περίπου 120 άτομα- μεταφέρθηκαν μετά από υποσχέσεις των αρχών ότι θα τους παραχωρηθούν μέσα για αξιοπρεπή διαβίωση. Ο καταυλισμός αρχικά διέθετε δυο τουαλέτες και νερό αλλά όχι ηλεκτρικό αναγκάζοντας τους Ρομά να κλέβουν ρεύμα από κοντινό στύλο. Από το 1996 μέχρι σήμερα δεν έχει σημειωθεί καμιά βελτίωση, παρά τη δραματική αύξηση του πληθυσμού του καταυλισμού.

Αστυνομική Βία

Γραφειοκρατικές Παρενοχλήσεις

Η Σονγκιούλ Ντουργκούτ αποφάσισε να ερευνήσει το θέμα και να διαπιστώσει τι μερίδιο ευθύνης έφερε ο γυναικολόγος. Απευθύνθηκε πάλι στο νοσοκομείο Κομοτηνής ζητώντας πιστοποιητικό που να αναφέρει τους λόγους για την αφαίρεση της μήτρας της. Αρχικά της είπαν ότι για να εκδοθεί τέτοιο πιστοποιητικό θα έπρεπε να περιμένει τουλάχιστον ένα μήνα, ώστε να εξεταστεί το όργανο στο εργαστήριο του νοσοκομείου. Τη δεύτερη φορά της είπαν να περιμένει ακόμα περισσότερο. Εκείνη όμως διέκρινε ότι επρόκειτο για προσπάθεια του προσωπικού του νοσοκομείου να την αποθαρρύνουν να προχωρήσει την υπόθεση. Αφού συμβουλεύτηκε το ΕΠΣΕ, η Σονγκιούλ Ντουργκούτ απευθύνθηκε στο νοσοκομείο για τρίτη φορά. Της είπαν ότι το όργανο δεν εξετάστηκε ποτέ, ούτε και υπήρχε καμία δυνατότητα να γίνει κάτι τέτοιο στο νοσοκομείο. Η Σονγκιούλ Ντουργκούτ δήλωσε ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμά της να μάθει τι είχε πραγματικά συμβεί και ότι είναι ευθύνη του νοσοκομείου να της προσφέρει μια εξήγηση. Μετά από αυτήν την εξέλιξη, με τη βοήθεια του ΕΠΣΕ, το Φεβρουάριο 2000, υπέβαλε αναφορά στο Συνήγορο του Πολίτη ζητώντας να ερευνηθεί σωστά το θέμα. Στην πρώτη του απάντηση στο Συνήγορο του Πολίτη, ο διευθυντής του νοσοκομείου δεν πρόσφερε στο Γραφείο του Συνηγόρου και στο θύμα συγκεκριμένη απάντηση αναφορικά με τους λόγους μιας τέτοιας επέμβασης. Ωστόσο, ο διευθυντής επιβεβαίωσε ότι, όταν η Ντουργκούτ αφίχθηκε στο νοσοκομείο, η ζωή της διέτρεχε σοβαρότατο κίνδυνο. Η υπόθεση παραμένει σε εκκρεμότητα.

Εκπαίδευση

Στην Ελλάδα, οι περισσότεροι Ρομά και σχεδόν όλοι οι σκηνίτες Ρομά έχουν ως μητρική γλώσσα τη Ρομανί. Εντούτοις, το προαναφερθέν Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα για τους Ρομά προβλέπει προπαρασκευαστικά μαθήματα και διδακτικό υλικό αποκλειστικά στην ελληνική γλώσσα. Αντίθετα με παρόμοια προγράμματα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, το ελληνικό πρόγραμμα μοιάζει να υπονομεύει τη Ρομά ταυτότητα των παιδιών. Σε διάφορες ευκαιρίες, ο Καθηγητής Α. Γκότοβος -διευθυντής του προγράμματος- και οι συνεργάτες του έχουν υποστηρίξει ότι πολλές φορές, εν ονόματι της ποικιλότητας, έχουν νομιμοποιηθεί πολιτικές γκέτο στην εκπαίδευση. Σύμφωνα με τη διατύπωση του κ. Γκότοβου, κατά τις εργασίες της τρίτης ετήσιας συνάντησης των συνεργατών του Προγράμματος τον Ιανουάριο 2000, σκοπός αυτού του προγράμματος είναι «να ελαχιστοποιήσει τη σημασία του πολιτισμικού περιβάλλοντος ως συνιστώσας της οργάνωσης του μαθήματος». Παρά τα δισεκατομμύρια δραχμές που έχουν διατεθεί στο πρόγραμμα, το ποσοστό αναλφαβητισμού στους Έλληνες Ρομά παραμένει στα ίδια ψηλά επίπεδα -80%, αγγίζοντας κατά περίπτωση το 90%. Από συγκριτικά στοιχεία των Γιατρών του Κόσμου, το ποσοστό σκηνιτών Ρομά που γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση είναι 6% στην Αθήνα και 60% στο Μονπελιέ της Γαλλίας.

Στις 13 Ιανουαρίου 2000, οι Γιατροί του Κόσμου-Ελλάδας έδωσαν συνέντευξη τύπου στην οποία παρουσίασαν τα επιστημονικά αποτελέσματα από την έρευνά τους σε τέσσερις καταυλισμούς της Αθήνας: Αγίας Παρασκευής, Χαλανδρίου και Ασπροπύργου (στη Νέα Ζωή και στη χωματερή). Ο συνολικός πληθυσμός των προαναφερθέντων καταυλισμών υπολογίζεται γύρω στους 1.800. Με βάση αυτή την έρευνα, ένα στα πέντε παιδιά ζητιανεύει στο δρόμο. Μόνο το 14% των Ρομά έχουν κάποιου είδους μόρφωση. Το 91% από αυτούς έχουν απολυτήριο δημοτικού, το 7% είχαν γραφτεί στο επίπεδο του γυμνασίου και μόνο το 2% στο επίπεδο του λυκείου. Ο αλφαβητισμός μοιάζει να είναι υψηλότερος στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σχολείο κοντά στον καταυλισμό.

Επιπλέον, λόγω των διάχυτων προκαταλήψεων σε βάρος των Ρομά μεταξύ κρατικών λειτουργών (δασκάλων, διευθυντών, δημοτικών και νομαρχιακών αρχόντων) καθώς απλών ανθρώπων, η εκπαίδευση των παιδιών των Ρομά συναντά σοβαρά εμπόδια. Στις 22 Μαΐου 2000, η εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» ανέφερε ότι δεν επιτράπηκε στα παιδιά των Ρομά στο δήμο Βέλου (Κορινθίας, Πελοπόννησος) να παρακολουθήσουν μαθήματα στο τοπικό δημοτικό σχολείο, μετά τις αντιδράσεις μη Ρομά κατοίκων και δασκάλων, οι οποίοι κλείδωσαν το σχολείο. Αποτέλεσμα ήταν να χάσουν τα παιδιά σχεδόν μία χρονιά προπαρασκευαστικών μαθημάτων στο πλαίσιο του Εκπαιδευτικού Προγράμματος για τους Ρομά. Η συμπεριφορά του δήμου και της τοπικής κοινωνίας προς του γονείς των παιδιών δεν ήταν πολύ διαφορετική. Σε μία περίπτωση, μάλιστα, ένας κάτοικος ζήτησε την εκταφή ενός Ρομ που αναπαυόταν εν ειρήνη (όπως νόμιζε…) δίπλα σε έναν μη Ρομ… Τα προαναφερθέντα παιδιά Ρομά είχαν υποστεί παρόμοιες ρατσιστικές αντιδράσεις σε κοντινό δήμο το 1997. Με πρόσχημα την έλλειψη χώρου, οι σχολικές αρχές στα Ταρσινά αρνήθηκαν να δεχτούν παιδιά Ρομά για πρωινά προπαρασκευαστικά μαθήματα στο πλαίσιο του προγράμματος του Υπουργείου. Ούτε βραδινά μαθήματα επιτράπηκαν. Μη Ρομά παιδιά χρησιμοποιούσαν το σχολείο ως τόπο παιχνιδιού τα απογεύματα και φαίνεται πως το ποδόσφαιρο και τα μαθήματα δεν μπορούσαν να συμπίπτουν χρονικά. Ο δήμος βοήθησε τους ντόπιους κατοίκους να εξαγοράσουν τη γη όπου ήταν εγκατεστημένος ο καταυλισμός, προκειμένου να εξαναγκάσουν τους Ρομά να φύγουν. Ο καταυλισμός έπαψε να υπάρχει και οι Ρομά σκορπίστηκαν σε γειτονικούς καταυλισμούς.

Κατά κανόνα, οι μη Ρομά γονείς αντιδρούν αρνητικά στην ιδέα της συνύπαρξης των παιδιών τους κάτω από την ίδια στέγη με Ρομά συμμαθητές τους, με το επιχείρημα ότι θα υποβαθμιστεί το επίπεδο της εκπαίδευσης. Οι μη Ρομά γονείς προσπαθούν να εμποδίσουν την εγγραφή παιδιών Ρομά στα σχολεία. Όταν δεν το καταφέρνουν αυτό, παίρνουν τα παιδιά τους από τα μικτά σχολεία. Το τρίτο δημοτικό σχολείο Ζεφυρίου (Αττικής) και το χριστιανικό σχολείο στο Εύλαλο -ένα μικτό εθνοτικά χωριό της Δυτικής Θράκης που κατοικείται από Μουσουλμάνους Τούρκους και Χριστιανικές οικογένειες Ρομά και Ελλήνων- είναι ενδεικτικά παραδείγματα πρώην μικτών σχολείων που μετατράπηκαν σε «σχολεία Ρομά».

Άλλη διάκριση παρατηρείται στο Δροσερό Ξάνθης (Θράκης). Παιδιά Ρομά μουσουλμανικού θρησκεύματος παρακολουθούν ελληνικό πρόγραμμα παρά την υποχρέωση της Ελλάδας, με βάση τη Συνθήκη της Λωζάννης, να τους παρέχει, όπως και σε όλους τους άλλους μουσουλμάνους, μειονοτική εκπαίδευση: τα παιδιά αυτά δεν εξαιρούνται από την πρωινή προσευχή ούτε από το μάθημα των θρησκευτικών και παρελαύνουν στις εθνικές γιορτές με ελληνικές εθνικές φορεσιές (φουστανέλα).

Υγεία

Διεθνής έρευνα των Γιατρών του Κόσμου (Πρόγραμμα ROMEUROPE, Medecins du Monde, Ιούνιος 1999) συσχετίζει άμεσα τις απεχθείς συνθήκες διαβίωσης στους καταυλισμούς με την προβληματική υγεία των σκηνιτών Ρομά. Τα αποτελέσματα εξετάσεων για ηπατίτιδα σε Νέα Λιόσια και Ασπρόπυργο είναι ενδεικτικά: ποσοστό 99% του πληθυσμού έχει εκτεθεί σε ηπατίτιδα Α. Το ίδιο ποσοστό για ηπατίτιδα Β είναι 50%: 18% είναι φορείς, ενώ το υπόλοιπο υγιές 32% αφορά εφήβους 10-18 ετών, που οι περισσότεροι πηγαίνουν σχολείο. Tα ποσοστά αυτά δεν παρουσιάζονται αυξημένα μόνο σε σχέση με αυτά του λοιπού πληθυσμού. Συγκριτικά στοιχεία από άλλες ευρωπαϊκές πόλεις παρουσιάζουν τα ποσοστά των σκηνιτών Ρομά στην Ελλάδα που δηλώνουν προβλήματα υγείας αυξημένα (42% για τις γυναίκες, 32% για τους άνδρες). Η πρόσβαση των Ρομά στο σύστημα υγείας είναι σχεδόν μηδαμινή. Οι Γιατροί του Κόσμου διαπίστωσαν παντελή έλλειψη παροχής πρώτων βοηθειών, έλλειψη εμβολιασμών και ιατρικής πληροφόρησης. Οι Ρομά δεν εμπιστεύονται τα νοσοκομεία και τις υπηρεσίες Πρώτων Βοηθειών και αδυνατούν να ακολουθήσουν το ρυθμό και τις διαδικασίες που ισχύουν στα ιδρύματα αυτά (εκτός από περιπτώσεις όπου ο γιατρός έχει δημιουργήσει κλίμα εμπιστοσύνης). Επιδόματα λαμβάνει μόνο το 15%. Από το 40% των Ρομά που έχει ασφάλιση, μόνο το 30% έχει πλήρη κάλυψη. Τα ποσοστά αυτά είναι κάτω του μισού του αντίστοιχου μέσου όρου για τους Ρομά σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησαν οι Γιατροί του Κόσμου-Ελλάδας σε αθηναϊκούς καταυλισμούς, η μέση ηλικία πρώτου τοκετού της γυναίκας Ρομά είναι τα 16 έτη. Το μέσο μηνιαίο εισόδημα μίας οικογένειας Ρομά σε αυτούς τους καταυλισμούς υπολογίζεται ότι είναι γύρω στις 76.000 δραχμές, περίπου το μισό του ελάχιστου μισθού στην Ελλάδα.

 

8. ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ

8.1. Σύνοψη

Η ελληνική κυβέρνηση ξεκίνησε πριν τρία χρόνια διαδικασία νομιμοποίησης για τους 600.000-1.000.000 μετανάστες χωρίς έγγραφα που ζουν στη χώρα. Κατ’ αρχή, υποτίθεται ότι θα ήταν μια φιλελεύθερη διαδικασία που αποσκοπούσε στην εκλογίκευση της κατάστασης. Η οικονομία της χώρας χρειαζόταν μεγάλο αριθμό μεταναστών ως εργατικό δυναμικό και οι αρχές ήταν έτοιμες να το παραδεχτούν και να θέσουν κανονισμούς για την παραμονή των μεταναστών στην Ελλάδα. Κατά συνέπεια, η Ελλάδα, τελευταία μεταξύ των εταίρων της στην ΕΕ, επρόκειτο επιτέλους να αποκτήσει συνεκτική μεταναστευτική πολιτική.

Τρία χρόνια αργότερα, είναι ασφαλές να συμπεράνουμε ότι το πείραμα απέτυχε. Οι περισσότεροι μετανάστες παραμένουν χωρίς έγγραφα. Μεγάλος αριθμός όσων προσπάθησαν τουλάχιστον να νομιμοποιήσουν την παρουσία τους στην Ελλάδα πέρασαν ταπεινωτικές εμπειρίες. Για πολλούς, η προσπάθεια να τακτοποιηθούν κατέληξε σε αποτυχία παρ’ όλο που έμοιαζαν να έχουν τόσο τις προϋποθέσεις όσο και τη θέληση: αυτό που τους έλειπε ήταν η συνεργασία των ελληνικών αρχών. Άλλοι, επιτυχείς στην αρχή, βρέθηκαν αργότερα «απονομιμοποιημένοι» μέσω αυθαίρετων διαδικασιών που έχουν δώσει την εντύπωση ότι οι αρχές έχουν πλέον υιοθετήσει μία μη ανακοινωμένη πολιτική ελαχιστοποίησης του αριθμού των μεταναστών με νόμιμα έγγραφα. Μία άλλη ομάδα μεταναστών είναι ακόμη προσκολλημένοι στα νομικά έγγραφα που πρέπει να δείχνουν στους αστυνομικούς κατά τη διάρκεια συχνών, σαρωτικών, ταπεινωτικών και ρατσιστικών «τυχαίων ελέγχων εγγράφων». Την ίδια στιγμή, η -κατ’ αρχή καλόπιστη- προσπάθεια των αρχών να καταπολεμήσουν τη διαφθορά στα κρατικά νοσοκομεία περιέλαβε μια απάνθρωπη διάσταση: οι μετανάστες που εμφανίζονται για περίθαλψη μπορεί να αντιμετωπίσουν τους αστυνομικούς πριν συμβουλευτούν τους γιατρούς.

Ένα πράγμα είναι βέβαιο. Η Ελλάδα ακόμη δεν έχει καμία μεταναστευτική πολιτική, καμία συνολική νομοθεσία για τα δικαιώματα των νόμιμων μεταναστών, και κανένα μέτρο για να διασφαλίσει την ομαλή ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία. Όσα ακολουθούν αποτελούν μόνο επισημάνσεις των προβλημάτων, καθώς οι ΜΚΟ μας μόλις πρόσφατα ξεκίνησαν συστηματικό έργο για τους μετανάστες στην Ελλάδα. Μία διάσταση αυτού του έργου είναι σίγουρα η συνεργασία με το Συνήγορο του Πολίτη που έχει επιδείξει, σε αυτό όπως και σε κάθε άλλο θέμα, την αποφασιστικότητα να ασκεί πίεση στη διοίκηση έτσι ώστε αυτή να σεβαστεί και να εφαρμόσει όχι μόνο την ελληνική νομοθεσία, αλλά και τις διεθνείς αρχές ανθρώπινων δικαιωμάτων. Οι μετανάστες και οι Ρομά είναι, στην Ελλάδα όπως στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, τα θύματα των περισσότερων παραβιάσεων ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η στάση των ελληνικών αρχών έχει περιγραφεί από το Συνήγορο του Πολίτη, στην «Ετήσια Έκθεση 1999», με έντονες εκφράσεις που δεν έχει χρησιμοποιήσει ποτέ καμία ΜΚΟ:

8.2. Συνήγορος του Πολίτη: Διακρίσεις σε Βάρος Αλλοδαπών

Ακολουθούν σχετικά αποσπάσματα από την «Ετήσια Έκθεση 1999» του Συνηγόρου του Πολίτη (σσ. 89-95):

8.3. Οδυνηρή Νομιμοποίηση και Αυθαίρετη Απονομιμοποίηση Μεταναστών

Σχεδόν τρία χρόνια έχουν περάσει από τη δημοσίευση των προεδρικών διαταγμάτων που αφορούν στην «πράσινη κάρτα». Αυτά τα διατάγματα αποσκοπούσαν στην τακτοποίηση της αγοράς εργασίας δίνοντας παράλληλα στους μετανάστες διέξοδο από την παράνομη κατάσταση στην οποία ζούσαν επί αρκετά χρόνια. Η διαδικασία αφορούσε όλους τους μετανάστες χωρίς έγγραφα που βρίσκονταν στην Ελλάδα το Δεκέμβριο 1997. Η φιλοκυβερνητική ημερήσια εφημερίδα «Τα Νέα» (3 Ιουλίου 2000) έκανε πρόσφατα έναν αποκαλυπτικό απολογισμό:

Οι ΜΚΟ μας πιστεύουν επομένως ότι η Ελλάδα, όπως πριν από αυτήν η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ισπανία, θα πρέπει να δώσει μια «δεύτερη ευκαιρία» στους μετανάστες χωρίς έγγραφα ώστε να μπορέσει η χώρα να εκλογικεύσει την αγορά εργασίας της. Δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα τέτοια εναλλακτική λύση, κι έτσι μια μεγάλη μάζα ανθρώπων θα είναι και πάλι καταδικασμένη σε καθολική κοινωνική και εργασιακή περιθωριοποίηση.

Ιδού ορισμένοι λόγοι για τον μικρό αριθμό «πράσινων καρτών» που δόθηκαν συγκριτικά με τον αριθμό των μεταναστών χωρίς έγγραφα:

Εξάλλου, υπάρχουν περιπτώσεις ατόμων που ξεκινούν ως νόμιμοι και σύντομα απονομιμοποιούνται από τις αρχές με αυθαίρετους τρόπους.

Η νομοθεσία περί νομιμοποίησης προβλέπει την παροχή μακροπρόθεσμων αδειών παραμονής και εργασίας σε άτομα με καλά τεκμηριωμένη νόμιμη παρουσία στη χώρα για μεγάλο διάστημα. Ωστόσο, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις όπου, αυθαίρετα, ο ΟΑΕΔ έδωσε μόνο βραχυπρόθεσμες άδειες σε τέτοιους ανθρώπους.

Στις περισσότερες από τις παραπάνω περιπτώσεις, οι μετανάστες τείνουν να μετατρέπονται σε θύματα επειδή δεν γνωρίζουν τα δικαιώματά τους. Δεν υπάρχει κανένα ανεξάρτητο κέντρο πληροφόρησης για αυτούς πουθενά στην Ελλάδα. Έτσι, οι εφημερίδες τους και ορισμένες ραδιοφωνικές εκπομπές τείνουν συχνά να λαμβάνουν παράπονα και ερωτήσεις και προσπαθούν, εξαντλώντας την καλή τους διάθεση, να βοηθήσουν, παρ’ όλο που δεν είναι αυτός ο ρόλος τους. Οι ΜΚΟ μεταναστών είναι δυστυχώς σχεδόν αδρανείς σε τέτοια ζητήματα.

8.4. Εξευτελισμός στο Δρόμο και στα Νοσοκομεία

Μία άλλη πηγή απίστευτων παρενοχλήσεων και διακρίσεων, για να μην πούμε ταπείνωσης, για τους μετανάστες συνεχίζουν να είναι οι τυχαίοι έλεγχοι που πραγματοποιούνται στο δρόμο και σε μέσα μαζικής μεταφοράς. Ακόμα και όταν έχουν επάνω τους τα απαραίτητα έγγραφα (βεβαίωση «πράσινης κάρτας» ή βεβαίωση ανανέωσης «πράσινης κάρτας»), πολλοί μετανάστες προσάγονται σε κάποιο αστυνομικό τμήμα με πρόσχημα την «εξακρίβωση στοιχείων». Εκεί, αναγκάζονται να περιμένουν μέχρι και 4 ή και περισσότερες ώρες μέχρι να εξακριβωθούν τα στοιχεία τους. Πέρα από την παρενόχληση και τη διάκριση με βάση το φυσιογνωμικό έλεγχο, συχνά χάνουν το ημερομίσθιο. Υπάρχουν περιπτώσεις μεταναστών που αναγκάστηκαν σε 3 ή 4 περιπτώσεις να πάνε σε διάφορα αστυνομικά τμήματα για εξακρίβωση των εγγράφων τους. Αυτοί οι έλεγχοι, που συχνά παίρνουν τη μορφή «επιχειρήσεων σκούπα» με φυλετικά κίνητρα, έχουν καταγγελθεί από το Συνήγορο του Πολίτη. Για παράδειγμα, αστυνομικοί επιβιβάζονται σε λεωφορεία και διατάζουν όλους τους αλλοδαπούς να κατεβούν από το λεωφορείο για έλεγχο: και μόνο το να είναι κανείς αλλοδαπός, τον καθιστά ύποπτο.

Αρχής γενομένης από τις 13 Ιουλίου 2000, οι μετανάστες είναι πλέον μάλλον ανεπιθύμητοι στα νοσοκομεία. Με βάση την απόφαση που έλαβε το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, τα κρατικά νοσοκομεία πρέπει να αρνούνται την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, με εξαίρεση την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών, σε μετανάστες χωρίς έγγραφα στην Ελλάδα. Υπέρμαχοι των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ηγέτες ιατρικών συνδικαλιστικών ενώσεων έχουν χαρακτηρίσει αυτήν την κίνηση ως άλλη μία «ανάλγητη» και «ρατσιστική» κυβερνητική πολιτική για τη μετανάστευση. Υποστηρίζουν ότι μια τέτοια τακτική είναι εξαιρετικά επαχθής για εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες χωρίς έγγραφα, στους οποίους περιλαμβάνονται ολόκληρες οικογένειες με μικρά παιδιά. Ο Υπουργός Υγείας και Πρόνοιας Αλέκος Παπαδόπουλος (γνωστός για την αντίθεσή του στη νομιμοποίηση των Αλβανών το 1997) δικαιολόγησε την απόφαση του Υπουργείου του με το σκεπτικό ότι η ιατρική περίθαλψη μεταναστών χωρίς έγγραφα στοιχίζει στο κράτος δισεκατομμύρια δραχμές κάθε χρόνο. Είπε επίσης ότι θα υπέβαλε στην ΕΕ πρόταση για κοινή νομοθεσία για την προστασία κάθε Κράτους-Μέλους από αυτήν την «εκμετάλλευση».

Σύμφωνα με την εγκύκλιο, οι γιατροί στα κρατικά νοσοκομεία πρέπει να αρνούνται την παροχή υγειονομικής περίθαλψης εκτός επειγόντων περιστατικών και να αναφέρουν στην αστυνομία το γεγονός όταν ένας μετανάστης χωρίς έγγραφα αναζητεί οποιουδήποτε είδους ιατρική φροντίδα. Μια τέτοια πολιτική θα αποθαρρύνει τους μετανάστες χωρίς έγγραφα από την αναζήτηση κάθε ιατρικής φροντίδας από φόβο μήπως οι γιατροί τους διώξουν ή τους καταδώσουν στην αστυνομία. Όσοι είναι άρρωστοι θα παραβλέπουν τα συμπτώματα μέχρι να είναι πολύ αργά, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να αποτελέσουν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία (η φυματίωση σημειώνει άνοδο στην Ελλάδα).

Είναι αβέβαιο, ωστόσο, το αν οι γιατροί στα κρατικά νοσοκομεία θα τηρήσουν αυτή τη νέα πολιτική. Σε συνέντευξή του στην αγγλόφωνη ημερήσια εφημερίδα «Athens News» (29 Ιουλίου 2000), ο πρόεδρος της Ένωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθήνας-Πειραιά (ΕΙΝΑΠ) Στάθης Τσούκαλος χαρακτήρισε την απόφαση του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας ως «απάνθρωπη» και είπε ότι είναι απίθανο να αρνηθούν ποτέ οι γιατροί την περίθαλψη σε μετανάστες με βάση το καθεστώς παράνομης διαμονής τους, ή και να αναφέρουν στην αστυνομία τέτοιες περιπτώσεις. Ωστόσο, η διοίκηση νοσοκομείων σε ορισμένες περιπτώσεις έδιωξε μετανάστες ή κάλεσε την αστυνομία.

8.5. Αλβανός: Συνήθης Ύποπτος, Βολικός Αποδιοπομπαίος Τράγος

Έχει συχνά υποστηριχθεί ότι τα δικαστήρια είναι ιδιαίτερα σκληρά απέναντι στους Αλβανούς κατηγορούμενους, σε σύγκριση με τους Έλληνες κατηγορούμενους. Το στερεότυπο «Αλβανός = εγκληματίας, δολοφόνος» φαίνεται να έχει επηρεάσει την αντικειμενικότητα των δικαστηρίων.

9. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

9.1. Σύνοψη

Στην τελευταία Διάσκεψη Επισκόπησης του ΟΑΣΕ το 1999, εκφράσαμε τη βαθιά μας θλίψη για τον τραγικό θάνατο, στις 14 Σεπτεμβρίου 1999, του Αναπληρωτή Υπουργού Εξωτερικών Γιάννου Κρανιδιώτη, ο οποίος είχε συμβάλει μεθοδικά στην εδραίωση και το σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Ελλάδα και στην ενίσχυση του ρόλου των ΜΚΟ. Από τότε η απώλεια έχει γίνει ακόμα πιο αισθητή, καθώς ο διάλογος που είχε ξεκινήσει με ΜΚΟ που ασχολούνται με «ευαίσθητα» θέματα (όπως οι εθνοτικο-εθνικές μειονότητες) έχει εγκαταλειφθεί.

Πράγματι, εκείνος ήταν που ζήτησε για πρώτη φορά, το φθινόπωρο του 1998, από τις ΜΚΟ μας να δώσουν στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών αντίτυπα των εκθέσεών τους προς ΔΚΟ πριν τις υποβάλουν, έτσι ώστε να μπορεί το υπουργείο να ετοιμάσει εποικοδομητικές απαντήσεις: τα διάφορα φόρα του ΟΑΣΕ έχουν πράγματι σταθεί μάρτυρες τέτοιων χρήσιμων ανταλλαγών. Δημιούργησε επίσης μία ανεπίσημη συμβουλευτική επιτροπή για τα ανθρώπινα δικαιώματα για να τον συμβουλεύει, με τη συμμετοχή ακόμα και ΜΚΟ επικριτικών για τα πεπραγμένα της Ελλάδας και ΜΚΟ από εμπλεκόμενες μειονότητες, μία εμπειρία που δεν είχε προηγούμενο. Η επιτροπή εγκαταλείφθηκε μετά το θάνατό του. Τέλος, με δική του επιμονή, η Ελλάδα πέτυχε το 1999 φιλικούς διακανονισμούς με τους Έλληνες Μάρτυρες του Ιεχωβά για να αποφύγει καταδίκες στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, μια πρακτική που δεν έχει επαναληφθεί έκτοτε.

Την ίδια περίοδο, ο τωρινός Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Παπανδρέου (τότε Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών) ξεκίνησε διάλογο με τις εθνοτικο-εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες της χώρας, περιλαμβανομένων εκείνων που δεν είναι αναγνωρισμένες επισήμως. Μετά το τέλος εκείνης της πρώτης συνάντησης, το Δεκέμβριο 1998, υποσχέθηκε να οργανώνει τακτικά παρόμοιες συναντήσεις.

Ωστόσο, μετά από (και ίσως λόγω) της αντίδρασης εναντίον του Γ. Παπανδρέου κατά τη διάρκεια δημόσιας συζήτησης τον Ιούλιο 1999 για τα δικαιώματα των μειονοτήτων, η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται ότι επέστρεψε στην παραδοσιακή, μάλλον μισαλλόδοξη, στάση της προς τις μειονότητες και τις ΜΚΟ που υπερασπίζονται τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Πρώτα, παρά τα επανειλημμένα αιτήματα, ο Γ. Παπανδρέου είχε αρνηθεί να προσέλθει σε οποιαδήποτε παρόμοια συνάντηση με τις μειονότητες, και δεν έχει υπάρξει καμία τέτοια επαφή σε οποιοδήποτε άλλο επίπεδο της διοίκησης. Μάλιστα, όταν ο ΟΑΣΕ/ΥΑΕΜ Μαξ βαν ντερ Στουλ πραγματοποίησε σύντομη θεματική επίσκεψη στην Ελλάδα τον Οκτώβριο 1999, το Υπουργείο Εξωτερικών προσπάθησε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να συναντηθεί αυτός με τις μειονότητες, κάτι που τελικά έγινε μόνο μετά από πρόσκληση του ΕΠΣΕ και της ΕΟΔΜ. Ενώ, στα μέσα του 2000, το υπουργείο αρνήθηκε να δώσει στο ΕΠΣΕ και στην ΕΟΔΜ την κρατική έκθεση που υπέβαλε στη CERD του ΟΗΕ, παρά τη ρητή σύσταση της τελευταίας προς τις κυβερνήσεις να δημοσιοποιούν τις εκθέσεις τους μόλις τις υποβάλουν.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, για τα περισσότερα από τα συγκεκριμένα περιστατικά που αναφέρονται παρακάτω, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών -συνήθως ο ίδιος ο Υπουργός- έχει λάβει εκκλήσεις και επιστολές και έχει επιλέξει να τις αφήσει αναπάντητες και να μην αναλάβει καμία ενέργεια σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας. Σχηματίζει έτσι κανείς την εντύπωση ότι η παρενόχληση στελεχών ΜΚΟ από τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες «για λόγους εθνικής ασφάλειας», η ακύρωση δραστηριοτήτων ΜΚΟ από κρατικούς φορείς λόγω διαφωνίας με το περιεχόμενό τους, η άρνηση εισόδου σε «καταγεγραμμένους στη μαύρη λίστα» υπερασπιστές της μακεδονικής και της τουρκικής μειονότητας, που επικρίνουν τις πολιτικές της χώρας, και οι (επιτυχείς ή ανεπιτυχείς) απόπειρες παρεμπόδισης του διεθνούς έργου ελληνικών ΜΚΟ που επικρίνουν τις πολιτικές της Ελλάδας απέναντι στις μειονότητες, ότι όλες αυτές οι πρακτικές έχουν γίνει αποδεκτές, αν όχι ξεκινήσει, από την ελληνική κυβέρνηση στο ανώτατο επίπεδό της.

Τέλος, η ελληνική κυβέρνηση αρέσκεται να καυχάται ότι δημιούργησε μία Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου με συμμετοχή ΜΚΟ. Αυτό που δεν αναφέρει είναι, όχι μόνο ότι ένα χρόνο μετά κανείς δεν έχει ακούσει για την Επιτροπή, αλλά και ότι οι τέσσερις ΜΚΟ που συμμετέχουν σε αυτήν επιλέχτηκαν από το νόμο (που εγκρίθηκε ομόφωνα). Η επιλογή τους οφείλεται πιθανότατα στο γεγονός ότι δεν είναι γνωστό να έχουν αναφέρει ποτέ παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Ελλάδα σε ευαίσθητους τομείς, ενώ αντίθετα είναι γνωστό ότι έχουν προσφέρει συμβουλευτικές υπηρεσίες στο Υπουργείο Εξωτερικών για το πώς να απαντά σε παρόμοιες κατηγορίες και άλλα συναφή ζητήματα.

9.2. Παρενόχληση Στελεχών ΜΚΟ από τις Ελληνικές Μυστικές Υπηρεσίες

Οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες ή/και το τμήμα ασφαλείας της ελληνικής αστυνομίας παραδοσιακά παρακολουθούν ή παρενοχλούν με άλλους τρόπους υπερασπιστές ανθρώπινων δικαιωμάτων και μειονοτήτων (καθώς και διπλωμάτες που συναντώνται με αυτούς), ιδίως σε περιοχές μεθοριακές ή κατοικούμενες από μειονότητες. Η πρακτική αυτή φαινόταν να γίνεται λιγότερο συστηματική ή/και περισσότερο διακριτική τα τελευταία χρόνια, αλλά επανήλθε δυναμικά το τελευταίο δωδεκάμηνο. Σε μία περίπτωση, η υπηρεσία δεν είχε κανένα πρόβλημα ακόμα και να παραδεχτεί ότι το κάνει «για λόγους δημόσιας ασφάλειας».

Παρενόχληση της υπερασπίστριας των ανθρώπινων δικαιωμάτων, στελέχους του ΕΠΣΕ, Αϋσέλ Ζεϊμπέκ

Το Γραφείο του Συνηγόρου του Πολίτη, με επιστολή του στις 9/6/2000, ενημέρωσε την Αϋσέλ Ζεϊμπέκ, Υπεύθυνη του Γραφείου Ανιθαγενών του ΕΠΣΕ - και, μέχρι το Σεπτέμβριο 2000, ανιθαγενή από την τουρκική μειονότητα η ίδια - ότι ο παράνομος και εξευτελιστικός συνοριακός έλεγχος στον οποίο υποβλήθηκε «εντασσόταν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ)». Η ΕΥΠ, σε επιστολή της στις 2/6/2000 προς το Συνήγορο του Πολίτη, δήλωνε ότι αυτή η ενέργεια «εντασσόταν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της ΕΥΠ για τη συλλογή πληροφοριών για ζητήματα εθνικής ασφάλειας».

Στην αναφορά της προς το Συνήγορο του Πολίτη (με ημερομηνία 15/12/2000), η Αϋσέλ Ζεϊμπέκ είχε υπογραμμίσει ότι ήταν η μοναδική επιβάτιδα του λεωφορείου με το οποίο ταξίδευε (στις 8/12/1999) στην οποία έγινε παρόμοιος έλεγχος, ξεκάθαρα λόγω της ιδιότητάς της τής υπερασπίστριας των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ακόμα και τα προσωπικά της αντικείμενα, συμπεριλαμβανομένης της ατζέντας της (επέστρεφε από αποστολή στην Άγκυρα) εξετάστηκαν εξονυχιστικά. Όταν ζήτησε να μάθει το λόγο της συγκεκριμένης έρευνας και της τρίωρης ταλαιπωρίας της, αναφέροντας μάλιστα το αίτημα όχι μόνο ως δικό της αλλά και του ΕΠΣΕ, του οποίου είναι στέλεχος, ο πράκτορας της ΕΥΠ («Κώστας») απάντησε:

Η Αϋσέλ Ζεϊμπέκ πρόσθετε επίσης:

Το Γραφείο του Συνηγόρου του Πολίτη, μη έχοντας αρμοδιότητα για τις δραστηριότητες της ΕΥΠ, αναγκάστηκε να βάλει την υπόθεση στο αρχείο. Οι επιστολές διαμαρτυρίας προς τις ελληνικές αρχές από την IHF, το Παρατηρητήριο Υπερασπιστών των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (που λειτουργεί με ευθύνη της FIDH και της OMCT) και το Ευρω-Μεσογειακό Δίκτυο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων έχουν μείνει αναπάντητες.

Παρενόχληση μελών της Διεθνούς Αμνηστίας, του ΕΠΣΕ, της ΕΟΔΜ και της τουρκικής μειονότητας κατά τη διάρκεια δίκης του Μεχμέτ Εμίν Αγγά και μετά από αυτή

Στις 31 Μαΐου 2000 στη Λαμία, το ΕΠΣΕ και η ΕΟΔΜ, μαζί με τη Διεθνή Αμνηστία, παρακολούθησαν δίκη του Μεχμέτ Εμίν Αγγά (του εκλεγμένου μουφτή Ξάνθης, που καταδικάστηκε εκείνη την ημέρα στο εφετείο σε επτά μήνες φυλάκιση για τέσσερις περιπτώσεις «αντιποίησης αρχής». Παρατήρησαν για μια ακόμη φορά ότι γνωστά στελέχη της κρατικής ασφάλειας που υπηρετούν στην Ξάνθη ακολουθούσαν στενά τους παρατηρητές των ΜΚΟ, φτάνοντας στο σημείο να κρυφοκοιτάζουν επανειλημμένα τις σημειώσεις που εκείνοι κρατούσαν. Εκτός αυτού, την παραμονή της δίκης, ένα από αυτά τα στελέχη τηλεφώνησε επανειλημμένα σε έναν από τους παρατηρητές επιμένοντας να μάθει για την παρουσία και τα σχέδια μετακινήσεων στην Ελλάδα των παρατηρητών των ΜΚΟ. Τελικά, η αστυνομία σταμάτησε τα δύο λεωφορεία με μέλη της μειονότητας από την Ξάνθη, που βρίσκονταν στη Λαμία για τη δίκη, κοντά στη Λάρισα επί δεκαπέντε λεπτά, μέχρι να μπορέσει να τα φτάσει και να τα ακολουθήσει το κλιμάκιο παρακολούθησης από τη Λάρισα. Με αυτόν τον τρόπο, η αστυνομία επιβεβαίωσε την παρενόχληση των μελών της μειονότητας που παρακολούθησαν τη δίκη. Αυτή η πολλαπλή παρενόχληση συνιστά σαφή παραβίαση των διεθνών δεσμεύσεων της Ελλάδας και θα αναφερθεί στους κατάλληλους διεθνείς θεσμούς.

9.3. Ακύρωση Δραστηριοτήτων ΜΚΟ από Κρατικούς Φορείς

Δύο «ευαίσθητα» ζητήματα στην Ελλάδα είναι η απροθυμία έστω και συζήτησης για θέματα μειονοτήτων και η σχεδόν ομόφωνη υποστήριξη προς το καθεστώς Μιλόσεβιτς. Αν και τα πράγματα είναι κάπως λιγότερο μονολιθικά σήμερα, αυτή η «ευαισθησία» μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση, από τις κρατικές αρχές, δραστηριοτήτων ΜΚΟ που αφορούν τέτοια ζητήματα κατά τρόπο «μη ορθό πολιτικά».

Ακύρωση διεθνούς σεμιναρίου μειονοτικών γλωσσών

Ένα διεθνές σεμινάριο με θέμα «Η Ελλάδα και ο Ευρωπαϊκός Καταστατικός Χάρτης για τις Περιφερειακές ή Μειονοτικές Γλώσσες», που συνδιοργανώθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης και το Κέντρο Έρευνας Μειονοτικών Ομάδων (ΚΕΜΟ), επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στις 28 Ιουνίου 2000 στο Αμφιθέατρο του ελληνικού ΥΠ.ΕΞ. Στους συμμετέχοντες περιλαμβάνονταν ο (Έλληνας) Πρόεδρος της ECRI και εκπρόσωποι του Συμβουλίου της Ευρώπης και του Ευρωπαϊκού Γραφείου για τις Λιγότερο Διαδεδομένες Γλώσσες (European Bureau for Lesser Used Languages, EBLUL) που χρηματοδοτείται από την ΕΕ. Επρόκειτο να είναι η κατάληξη μιας αμφιλεγόμενης σειράς σεμιναρίων, σχεδόν κλειστών, για τις μειονοτικές γλώσσες της Ελλάδας. Στα μέλη του ΚΕΜΟ συγκαταλέγονται πολλοί τακτικοί ή περιστασιακοί εμπειρογνώμονες του ΥΠ.ΕΞ. Ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών είχε ήδη στείλει το εναρκτήριο μήνυμά του.

Μία εβδομάδα πριν το σεμινάριο, τέσσερα από τα πιο υψηλόβαθμα ηγετικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ) κατέθεσαν κοινοβουλευτική ερώτηση, διαμαρτυρόμενοι ότι το σεμινάριο «η εκδήλωση αυτή οδηγεί μοιραία και στην ανάδειξη ως μειονοτήτων είτε ομάδων που δεν υπάρχουν είτε ανθρώπων που δεν επιθυμούν κάτι τέτοιο». Λίγο αργότερα το ΥΠ.ΕΞ. απέσυρε την έγκρισή του για τη χρήση του Αμφιθεάτρου του, οδηγώντας έτσι στην ακύρωση του σεμιναρίου. Αν και ο επίσημος λόγος που δόθηκε ήταν «τεχνικός», άνθρωποι που ήθελαν να συμμετάσχουν, οι οποίοι δεν πληροφορήθηκαν την ακύρωση και πήγαν στο Υπουργείο Εξωτερικών, είδαν ότι το Αμφιθέατρο ήταν άδειο, και επομένως διαθέσιμο: πράγματι, την επόμενη ημέρα, πραγματοποιήθηκε εκεί άλλο σεμινάριο (για τη νέα έκθεση της ECRI για την Ελλάδα). Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι τώρα οι μόνες χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης που έχουν αποτρέψει την πραγματοποίηση τέτοιου σεμιναρίου.

Ακύρωση συναυλίας αλληλεγγύης προς το σερβικό φοιτητικό κίνημα αντιπολίτευσης OTPOR

Στις 14 Σεπτεμβρίου 2000, ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης Κώστας Παπαδόπουλος αρνήθηκε να χορηγήσει άδεια χρήσης του κρατικής ιδιοκτησίας πολιτιστικού κέντρου «Μονή Λαζαριστών» στη Θεσσαλονίκη για δημόσια συναυλία που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εκεί στις 16 Σεπτεμβρίου 2000. Τη συναυλία διοργάνωναν οι ΜΚΟ «Κίνηση Πολιτών» και «Ευρωπαϊκή Έκφραση» (με την υποστήριξη του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών) σε ένδειξη αλληλεγγύης προς το γιουγκοσλαβικό φοιτητικό κίνημα της αντιπολίτευσης OTPOR («αντίσταση»). Ο Νομάρχης δήλωσε ότι η συναυλία θα ήταν «εμπλοκή στα εσωτερικά ζητήματα της Γιουγκοσλαβίας». Η συναυλία είχε συναντήσει μεγάλα προβλήματα από την αρχή και τα αρχικά σχέδια να πραγματοποιηθεί στην περιοχή του λιμανιού, κοντά στο κέντρο της πόλης, ακυρώθηκαν καθώς ομάδες που πρόσκεινται στο ΚΚΕ απείλησαν ότι θα οργάνωναν διαλυτικές αντιδιαδηλώσεις. Τότε μεταφέρθηκε σε άλλη τοποθεσία, αλλά οι επίμονες αντιδράσεις οδήγησαν σε απαγόρευση. Τελικά, η συναυλία άλλαξε πάλι χώρο και πραγματοποιήθηκε σε πανεπιστημιακό χώρο που δεν χρειαζόταν κρατική άδεια.

Όπως έγραψε στην «Ελευθεροτυπία» (15 Σεπτεμβρίου 2000) ο αρχισυντάκτης Σήφης Πολυμίλης:

9.4. Άρνηση Εισόδου σε Υπερασπιστές των Δικαιωμάτων Μακεδονικής και Τουρκικής Μειονότητας

Η Ελλάδα είναι παραδοσιακά πολύ εχθρική απέναντι σε μέλη οργανώσεων που εδρεύουν στο εξωτερικό και υπερασπίζονται τα δικαιώματα κυρίως των («ανύπαρκτων») μειονοτήτων, μακεδονικής και τουρκικής. Αυτοί οι άνθρωποι ασκούν έντονη κριτική στην Ελλάδα, πράγμα κατανοητό, αν και ορισμένοι μπορεί περιστασιακά να (θεωρείται ότι) χρησιμοποιούν εμπρηστικά ή/και ακατάλληλα επιχειρήματα. Όσοι γεννήθηκαν στην Ελλάδα συχνά στερήθηκαν την ιθαγένεια τους βάσει των Άρθρων 19 (επειδή «εγκαταστάθηκαν στο εξωτερικό» - άρθρο που καταργήθηκε το 1998 αλλά χωρίς αναδρομική ισχύ) και 20 (για «αντεθνικές δραστηριότητες) του Ελληνικού Κώδικα Ιθαγένειας. Μετά από αυτό, βρέθηκαν να έχουν την ίδια αντιμετώπιση όπως και οι ομόφρονες υπερασπιστές που έχουν ιθαγένεια άλλων χωρών: καταγράφονται στη «μαύρη λίστα» ως «ανεπιθύμητοι» και η είσοδός τους στην Ελλάδα συχνά -αν όχι πάντα- απορρίπτεται, λες και η χώρα φοβάται ότι η επίσκεψή τους μπορεί να «διαταράξει τη δημόσια τάξη». Με αυτήν της την πράξη, η Ελλάδα παραβιάζει τις διεθνείς υποχρεώσεις της απέναντι στους υπερασπιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων όπως προβλέπεται στα σχετικά έγγραφα του ΟΑΣΕ και του ΟΗΕ.

Άρνηση εισόδου του Μακεδόνα εκδότη και υπερασπιστή μειονοτικών δικαιωμάτων Slavko Mangovski

Ο Slavko Mangovski είναι αρχισυντάκτης του εβδομαδιαίου περιοδικού Makedonsko Sonce, που εκδίδεται στα Σκόπια, και είναι επίσης γνωστός ως υπερασπιστής των δικαιωμάτων των μακεδονικών μειονοτήτων στα Βαλκάνια. Όπως έγραψε ο S. Mangovski σε καταγγελία που υπέβαλε στο Συνήγορο του Πολίτη την 1η Σεπτεμβρίου 2000:

Αν και δεν δόθηκε κανένας λόγος, πιστεύεται ότι ο Mangovski (που γεννήθηκε στη Μπίτολα της Μακεδονίας) περιλαμβάνεται στον κατάλογο των «ανεπιθύμητων» λόγω της ανοιχτής κριτικής του για την πολιτική της Ελλάδας απέναντι στους Μακεδόνες. Επίσης, είναι απαράδεκτο οι αρχές της Ελλάδας να σφραγίζουν, δηλ. να παραποιούν, έγγραφο άλλου κράτους (στην περίπτωση αυτή, διαβατήριο των ΗΠΑ), κάτι που πιθανώς να κάνει τον κάτοχο του εγγράφου να φαντάζει ύποπτος στα μάτια των συνοριακών αρχών άλλων χωρών, εκτός της Ελλάδας και των ΗΠΑ, όταν αποπειράται να εισέλθει σε οποιαδήποτε άλλη χώρα.

Άρνηση εισόδου των Τούρκων υπερασπιστών ανθρώπινων δικαιωμάτων Χαλίτ Ερέν και Τανέρ Μουσταφάογλου

Οι Χαλίτ Ερέν και Τανέρ Μουσταφάογλου, Τούρκοι υπήκοοι και πρώην πρόεδροι του «Σωματείου Αλληλεγγύης Τούρκων Δυτικής Θράκης στην Κωνσταντινούπολη», αντιμετώπισαν άρνηση έκδοσης βίζας για την Ελλάδα το καλοκαίρι του 2000. Σκόπευαν να επισκεφθούν την περιοχή της Δυτικής Θράκης όπου κατοικεί η μειονότητα, ο πρώτος για να δει την υπέργηρη μητέρα του και ο δεύτερος για να παρακολουθήσει μνημόσυνο του πρώην βουλευτή Σαδίκ Αχμέτ, το οποίο κατά τα άλλα παρακολούθησαν πολλοί Τούρκοι από την Τουρκία, μεταξύ των οποίων και κυβερνητικά στελέχη. Αμφότεροι είχαν εισπράξει και στο παρελθόν άρνηση έκδοσης βίζας. Δεν δίνεται ποτέ επίσημος λόγος για αυτές τις αρνήσεις, αλλά πιστεύεται ευρέως ότι ο ακτιβισμός τους αποτέλεσε το μόνο λόγο.

9.5. Απόπειρες Παρεμπόδισης του Διεθνούς Έργου Ελληνικών ΜΚΟ

Η παραδοσιακή εχθρότητα της Ελλάδας προς τις ΜΚΟ και τις μειονοτικές οργανώσεις που εκφράζουν κριτική, ιδίως σε διεθνή φόρα, για τα πεπραγμένα της χώρας σε θέματα ανθρώπινων δικαιωμάτων, καθρεφτίστηκε στις απόπειρες των αρχών να απομονώσουν αυτές τις οργανώσεις, προωθώντας παράλληλα αντ’ αυτών τις «ευνοούμενές» τους ΜΚΟ ή (αφομοιωτικές) μειονοτικές οργανώσεις. Αν και έχουν βρει εκούσια στήριξη στα περισσότερα ΜΜΕ και σε πολλές ΜΚΟ που εν γένει υποστηρίζουν την επίσημη πολιτική στην Ελλάδα, εντούτοις δεν είχαν τόση επιτυχία διεθνώς. Οι περισσότερες εκθέσεις ΜΚΟ ή ΔΚΟ ή ακόμα και ξένων κυβερνήσεων για την κατάσταση των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Ελλάδα αντλούν σε σημαντικό βαθμό αν όχι αποκλειστικά από το έργο οργανώσεων τις οποίες οι ελληνικές αρχές προσπαθούν να απομονώσουν: οι πρόσφατες εκθέσεις της ECRI για την Ελλάδα και του ΟΑΣΕ/ΥΑΕΜ για τους Ρομά στην Ευρώπη (και επομένως και στην Ελλάδα) αποτελούν πειστικές αποδείξεις προς τούτο. Υπήρξαν τρεις σημαντικές περιπτώσεις το 2000 όπου η ελληνική κυβέρνηση αποπειράθηκε να παρεμποδίσει το διεθνές έργο ΜΚΟ, και συγκεκριμένα του ΕΠΣΕ και της ΕΟΔΜ, που συνυπογράφουν αυτήν την έκθεση.

Ανεπιτυχής προσπάθεια αποτροπής της παρουσίας του ΕΠΣΕ στην ECAR

Το Μάιο 2000, ο εκπρόσωπος του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών στην «Τεχνική Ομάδα Εργασίας» για την περιφερειακή προπαρασκευαστική «Ευρωπαϊκή Διάσκεψη Κατά του Ρατσισμού» (European Conference Against Racism, ECAR, 10-13 Οκτωβρίου 2000), υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, προσπάθησε, ανεπιτυχώς και φέρνοντας τη χώρα σε δύσκολη θέση, να αποτρέψουν τη συμμετοχή του ΕΠΣΕ στην ECAR. Αντ’ αυτών προώθησε τη συμμετοχή μίας από τις ΜΚΟ που είχε ήδη επιλέξει το κράτος ως μέλος (και μάλιστα προεδρεύον) της Εθνικής Επιτροπής Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Όταν η προσπάθεια αυτή απέτυχε, ανακοίνωσε ότι ορισμένες ελληνικές ΜΚΟ επρόκειτο να επιλέξουν άλλη εκπροσώπηση. Δυστυχώς, κάποιες ΜΚΟ που περιβάλλουν τους δύο Έλληνες εκπροσώπους στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Κατά του Ρατσισμού (European Network Against Racism, ENAR) εμφανίστηκαν να προσφέρονται οικειοθελώς για αυτό το ρόλο. Η αντίστοιχη Ομάδα Συντονισμού Ευρωπαϊκών ΜΚΟ είχε αρχικά επιλέξει το ΕΠΣΕ για αυτή τη συνάντηση. Το ΕΠΣΕ τελικά προσκλήθηκε, δύο μήνες μετά από όλες τις άλλες συμμετέχουσες ΜΚΟ, στα μέσα Ιουλίου, επηρεάζοντας έτσι με βεβαιότητα τη δυνατότητά του να συντονιστεί με άλλες ελληνικές ΜΚΟ πάνω σε αυτό το ζήτημα.

Επιτυχής αφαίρεση προγράμματος της ΕΟΔΜ από τον Κατάλογο Προγραμμάτων του Συμφώνου Σταθερότητας

Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών κατάφερε να αφαιρέσει από τον κατάλογο προγραμμάτων του Συμφώνου Σταθερότητας (ΣΣ) ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα προάσπισης μειονοτήτων για τα Νότια Βαλκάνια (που είχε προταθεί από τη Διεθνή Ομάδα για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων και την Ελληνικό Ομάδα για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων). Το πρόγραμμα είχε επιλεγεί προηγουμένως για να χρηματοδοτηθεί από την αντίστοιχη Ομάδα Εργασίας του ΣΣ, επειδή περιλάμβανε μειονότητες στην Ελλάδα. Στο σχετικό έγγραφο της «συνάντησης Portoroz», γραφόταν (η έμφαση δική μας):

Για να διαπιστώσει τι συνέβαινε, η ΕΟΔΜ μίλησε στις 11 Αυγούστου 2000 με τον Ντόναλντ Μπ. Κουρς, Ανώτερο Ειδικό Συντονιστή του ΣΣ. Εκείνος επιβεβαίωσε πράγματι ότι το πρόγραμμα είχε αφαιρεθεί «μετά από αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης, που είναι μείζων χρηματοδότης και εταίρος του ΣΣ, επειδή το πρόγραμμα επρόκειτο να εφαρμοστεί στην Ελλάδα». Η ΕΟΔΜ επισήμανε ότι το πρόγραμμα αφορούσε εκπαίδευση και συμβουλευτική στήριξη μειονοτικών στελεχών από όλες τις χώρες των Νοτίων Βαλκανίων, περιλαμβανομένης της Ελλάδας, και επομένως επρόκειτο να εφαρμοστεί σε όλη την περιοχή και όχι μόνο στην Ελλάδα, που άλλωστε είναι χώρα των Βαλκανίων. Η απάντησή του ήταν ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να συμπεριληφθεί έστω και ως τμήμα της υλοποίησης ενός προγράμματος. Η ΕΟΔΜ τότε αντέτεινε ότι αυτό δεν είναι ακριβές δεδομένου ότι γνωρίζει πολλά προγράμματα του ΣΣ που εφαρμόζονται εν μέρει στην Ελλάδα, και ότι μάλιστα το ΕΠΣΕ είναι αναμεμιγμένο σε ορισμένα από αυτά. Ο κ. Κουρς τότε επέμεινε ότι, αφού η ελληνική κυβέρνηση το βλέπει με αυτόν τον τρόπο, το ΣΣ ήταν αναγκασμένο να αποδεχθεί αυτή την αντίρρηση.

Φαίνεται προφανές ότι η διαφορά μεταξύ αυτού του προγράμματος και των άλλων προγραμμάτων του ΣΣ που εφαρμόζονται εν μέρει στην Ελλάδα είναι το γεγονός ότι αυτό το πρόγραμμα ασχολείται με δικαιώματα μειονοτήτων και με υπερασπιστές μειονοτήτων περιλαμβανομένων αυτών που βρίσκονται στην Ελλάδα. Μάλιστα, οι δύο συνεργαζόμενες οργανώσεις, το ΕΠΣΕ και η ΕΟΔΜ, είναι οι μόνες ΜΚΟ στην Ελλάδα που συστηματικά παρακολουθούν και συντάσσουν εκθέσεις για αυτά τα θέματα. Η ελληνική κυβέρνηση, με τη γνωστή στάση της σχετικά, θέλει να αποτρέψει κάθε τέτοιο έργο. Επίσης δίνει την εντύπωση ότι θέλει να αποτρέψει ακόμα και την εκπαίδευση μειονοτικών στελεχών σύμφωνα με διεθνή πρότυπα, προτιμώντας ίσως αντ’ αυτής να παραμείνουν αδαείς και επομένως παθητικοί (ή να καταφεύγουν μόνο σε εθνικιστικές ρητορείες, εξίσου ανώδυνες για τις κυβερνήσεις). Φαίνεται ότι οι υπόλοιπες κυβερνήσεις του ΣΣ έχουν συναινέσει σε κάτι που αντίκειται στις ίδιες τις αρχές του ΣΣ και όλες τις πρόσφατες διακηρύξεις και άλλα διεθνή έγγραφα που έχουν υπογράψει οι ευρωπαϊκές χώρες.

Άρνηση παροχής σε ΜΚΟ της κρατικής έκθεσης που υποβλήθηκε στη CERD του ΟΗΕ

Τα οκτώ τελευταία χρόνια, η Ελλάδα είχε αγνοήσει την υποχρέωσή της να υποβάλλει, κάθε δύο χρόνια, μία έκθεση στη CERD του ΟΗΕ αναφορικά με την υλοποίηση της Διεθνούς Σύμβασης για την Εξάλειψη Κάθε Μορφής Φυλετικών Διακρίσεων και να παρέχει απαντήσεις -που εκκρεμούν από το 1992- στις σοβαρότατες συστάσεις της Επιτροπής του ΟΗΕ. Έγινε ευμενώς δεκτό το γεγονός ότι η Ελλάδα υπέβαλε την τελευταία στιγμή έκθεση στον ΟΗΕ, αποφεύγοντας έτσι να εκτεθεί σε Επισκόπηση με Βάση την Πληροφόρηση (Review on Information, ROI) από την Επιτροπή χωρίς κρατική έκθεση αλλά με εκθέσεις μόνο από ΜΚΟ (περιλαμβανομένης έκθεσης των ΔΟΕ/ΕΠΣΕ/ΕΟΔΜ), στις 15/3/2000. Η κρατική έκθεση της Ελλάδας υποβλήθηκε ως συνέπεια εκστρατείας του ΕΠΣΕ και της ΕΟΔΜ. Οι δύο ΜΚΟ απεύθυναν έκκληση στον Υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Παπανδρέου μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, άρθρων σε εφημερίδες, ακόμα και κοινοβουλευτικής ερώτησης. Ο Υπουργός επιβεβαίωσε σε δημόσια συνάντηση στις 14 Μαρτίου 2000 ότι η υποβολή ήταν άμεση συνέπεια εκείνης της έκκλησης και ότι θα υποβληθούν και όλες οι άλλες καθυστερημένες εκθέσεις (προς όλα τα Όργανα Συμφώνων του ΟΗΕ).

Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση αρνείται επίμονα να παράσχει στις ΜΚΟ αντίτυπο της έκθεσης που υπέβαλε στη CERD. Αν και ΜΚΟ επισήμαναν την πρακτική της CERD να ζητά από τις κυβερνήσεις να δημοσιοποιούν ευρέως τις εκθέσεις τους (και τη δημοσίευση, στο διαδικτυακό χώρο του ΟΗΕ, των εκθέσεων κρατών που επρόκειτο να εξεταστούν τον Αύγουστο 2000), το γραφείου του Υπουργού κ. Παπανδρέου (μέσω του επικεφαλής του τμήματος σχέσεων με ΜΚΟ) αρνήθηκε τα επανειλημμένα αιτήματα ισχυριζόμενο, με κατάφωρα αναληθή τρόπο, ότι η κρατική έκθεση είναι εμπιστευτική μέχρι την εξέταση της CERD για τη χώρα. Η πιο πρόσφατη σύσταση της CERD για δημοσίευση της έκθεσης περιέχεται στις συστάσεις που απηύθυνε τον Αύγουστο 2000 προς τη Βρετανία. Ζητά:

Το ΕΠΣΕ έχει ενημερώσει τη CERD για αυτήν την ατυχή πρακτική που αποτελεί, πράγματι, απόλυτη αντιστροφή της προσέγγισης του αείμνηστου Γιάννου Κρανιδιώτη, η οποία παρουσιάστηκε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1

Απόσπασμα από άρθρο του Διονύση Ελευθεράτου, στην Εξουσία, 29 Ιουνίου 2000: «Το ‘δίκαιο’ της (ανα)στολής…»

Φοράς στολή; Ποινή με αναστολή…Οι (επίδοξοι) πιστολέρο ήδη εκλαμβάνουν κυνικά το μήνυμα: Μπορούν να αφαιρούν ζωές άοπλων χωρίς αναστολές! Ελεύθερος, λοιπόν, ο ανθυπαστυνόμος Κ. Βαντούλης, ο οποίος σκότωσε το 17χρονο Μ. Μπουλάτοβιτς… Ναι, υποθέτω την ένσταση: «Αποκλείεται να ήταν όντως μια κακή στιγμή;». Τίποτε μόνο του δεν αποκλείεται. Αλλά τα συνεχιζόμενα «τυχαία» αναιρούν το χαρακτηρισμό τους! Τυχαία χάθηκε ο νεαρός Σέρβος, τυχαία και ο Ελληνοπόντιος; Δεκάδες ζωές άοπλων αφαίρεσαν τα τελευταία χρόνια σφαίρες αστυνομικών. Στις περισσότερες περιπτώσεις «ενοχοποιήθηκε» η … μεταφυσική ιδιότητα των αυτοβούλως ενεργούντων περιστρόφων. Ποιος κοροϊδεύει ποιον; Άλλωστε όταν η «κακή ώρα» δεν μπορεί να επιστρατευθεί, ξεθάβεται αυτός ο «υπερβάλλων ζήλος». Βολική έκφραση: Εμπεριέχει στοιχεία κριτικής, αλλά …απαλλάσσει το δράστη! Διάνα…Άοπλους Αλβανούς σκότωσαν οι αστυνομικοί Ι. Σεϊταρίδης (9/11/92), Δ. Γιαννόπουλος (27/12/92), Δ. Καρακάιδος (20/1/96), Ν. Κουνουπάκης (9/3/94), Ι. Ρήγας (25711/94) Λ. Καραγιαννίδης (2/12/95). Οι τρεις πρώτες υποθέσεις μπήκαν στο αρχείο, ο Καρακάιδος τιμωρήθηκε με δίμηνη αργία και οι υπόλοιποι με … πρόστιμα 10 ή 15 χιλ. δραχμών!

…και στο μέλλον;

Ατελείωτος ο μακάβριος κατάλογος…Ο μουσικός Θοδωρής Γιάκας «γαζώθηκε» από τις σφαίρες του αστυνομικού Β. Λαγογιάννη (10/1/94) σε ερημική περιοχή του Μοσχάτου. Το «έγκλημά» του: Όταν δύο άνδρες με πολιτικά του φώναξαν να σταματήσει, εκείνος, αμφιβάλλοντας ίσως για την ιδιότητά τους, έτρεξε. Ποιος ξέρει, ίσως τώρα κάπου εκεί ψηλά να συνθέτει την μπαλάντα των αδικοχαμένων, παρέα με το 15χρονο μαθητή Δημήτρη Κίκερη (Μάρτιος 1990), το σερβιτόρο Γιάνη Τζίτζη (Απρίλιος 1993), τον τσιγγάνο Τάσο Μουράτη (Νοέμβριο 1996). Και ας σταματήσουν κάποιοι να συγχέουν το φάντη με το ρετσινόλαδο, επικαλούμενοι την ανάγκη «να ξεκαθαριστεί θεσμικά η δυνατότητα των οργάνων να κάνουν χρήση των όπλων τους». Υπήρξε ποτέ ηλίθιος που επέκρινε αστυνομικούς επειδή πυροβόλησαν οπλισμένους, επικίνδυνους κακοποιούς; Έλεος…Δυστυχώς, η περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή ανέκαθεν ευδοκιμούσε σε κάποια τμήματα του δυναμικού της ΕΛ.ΑΣ. Όμως πρέπει να καταπολεμηθεί (και) αυτή, όχι μόνο η διαφθορά. Ο αστυνομικός που «λαδώνεται» συνιστά μεγάλο πρόβλημα. Εκείνος που σκοτώνει αναίτια, βέβαιος ότι θα «βγει λάδι», αποτελεί πληγή ασυγκρίτως μεγαλύτερη. Είμαι βέβαιος ότι ο Μιχάλης Χρυσοχοϊδης είναι ο τελευταίος που θα διαφωνούσε…

Απόσπασμα από άρθρο του Διονύση Ελευθεράτου, στην Εξουσία, 1η Ιουλίου 2000: «’Τυχαίες’ σφαίρες, Νο.2…»

Τηλεφωνήματα δέχθηκε η στήλη για τη «μαύρη λίστα» αναίτιας αστυνομικής βίας (στο φύλλο της Πέμπτης). Επειδή ρωτήθηκε «μήπως ήταν τα πιο ακραία περιστατικά» ή «αν υπάρχουν και άλλα, ανάλογα κρούσματα», συνεχίζω σήμερα τη μικρή σταχυολόγηση: Σαν από θαύμα σώθηκε η ζωή του Γ. Ιωαννίδη (Κεφαλάρι, 24/6/93) τον οποίο πυροβόλησε ο αστυνομικός Γ. Αλεξόπουλος. Ο λόγος: Ο Ιωαννίδης ψέλλισε τη φράση «καλά, σε γράφουν επειδή δεν φοράς τα γυαλιά σου;» στο φίλο του και οδηγό ΙΧ Π. Μερκούρη. Το θεώρησε προσβολή ο Γ. Αλεξόπουλος και είπε στον Ιωαννίδη να βγει από το όχημα. Δευτερόλεπτα αργότερα η σφαίρα του Αλεξόπουλου διαπερνούσε τον πνεύμονα του θύματος, διαγράφοντας τροχιά που πλησίασε την καρδιά «Τυχαία εκπυρσοκρότηση» ανακοίνωσε η Αστυνομία. Σφαίρα στο κεφάλι δέχθηκε και πέθανε ο Τ. Κωσταράκης (Πύλος, 7/10/93). Θεωρήθηκε ύποπτος επειδή κοντοστάθηκε μαζί με ένα φίλο του δίπλα σε παρκαρισμένο όχημα και κοιτούσε… Κατά την Αστυνομική Διεύθυνση Καλαμάτας, ο δράστης αστυνομικός Γ. Καράμπελλας πυροβολούσε για εκφοβισμό στον αέρα, αλλά… σκόνταψε. Είθισται…