HRW

01 - 02 - 2000



Αντίστοιχη Σελίδα στα Αγγλικά








Θέμα: Κριτική HRW στο νομοσχέδιο για τη μετανάστευση

1 Φεβρουαρίου 2001

 

Αξιότιμο Μέλος του Ελληνικού Κοινοβουλίου,

Η οργάνωση Human Rights Watch απευθύνεται σε σας αναφορικά με το νομοσχέδιο περί αλλοδαπών το οποίο βρίσκεται αυτή τη στιγμή υπό συζήτηση και ψήφιση στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Αναγνωρίζουμε ότι το νομοσχέδιο αποσκοπεί στη βελτίωση του υφιστάμενου νόμου περί παραμονής και εργασίας αλλοδαπών στην Ελλάδα καθώς και στην καλύτερη αντιμετώπιση των μεταναστών κατά την είσοδό τους στη χώρα. Ωστόσο, έχουμε σοβαρές ανησυχίες ως προς το ότι μερικές διατάξεις του νομοσχεδίου παραβιάζουν τις διεθνείς και εθνικές υποχρεώσεις της Ελλάδας.  Επίσης, έχουμε βάσιμους φόβους ως προς το ότι οι μεταβατικές διατάξεις που προβλέπουν την νομιμοποίηση των μεταναστών χωρίς νόμιμα έγγραφα, ενδεχομένως να οδηγήσουν σε σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων που αφορούν τις διαδικαστικές εγγυήσεις και την κράτηση αλλοδαπών. Το Human Rights Watch παραθέτει στην επιστολή αυτή σχόλια σχετικά με διατάξεις κλειδιά του νομοσχεδίου και προτείνει τροποποιήσεις και αλλαγές, έτσι ώστε το νομοσχέδιο να ευθυγραμμίζεται με την Διεθνή Νομοθεσία.

  • Απαγόρευση Διακρίσεων. Η παρούσα μορφή του νομοσχεδίου δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη που να προβλέπει την απαγόρευση διακρίσεων. Απ’ότι γνωρίζουμε,  προηγούμενα προτεινόμενα νομοσχέδια περιελάμβαναν διατάξεις οι οποίες απαγόρευαν φυλετικές και θρησκευτικές διακρίσεις κατά των αλλοδαπών  και διασφάλιζαν την ίση μεταχείριση  των νόμιμων στην Ελλάδα μεταναστών με τους Έλληνες υπήκοους όσον αφορά την πρόσβαση σε επαγγελματικό προσανατολισμό και το δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι. Στη συνέχεια αυτές οι διατάξεις απαλείφθηκαν από το παρόν προτεινόμενο νομοσχέδιο. Θεωρούμε αναγκαία και απαραίτητη την άμεση ενσωμάτωση διάταξης στο τελικό νομοσχέδιο η οποία να εγγυάται τα ίσα δικαιώματα τα οποία απαριθμούνται στο νομοσχέδιο, σύμφωνα με τις διεθνείς διατάξεις περί απαγόρευσης διακρίσεων βάσει φυλετικών, εθνικών, θρησκευτικών ή άλλων δεδομένων. Επίσης, η διάταξη κατά των διακρίσεων είναι μέσα στις υποχρεώσεις της Ελλάδας ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως ορίζει η Οδηγία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2000/43/EC (Race Directive) η οποία καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης των ανθρώπων ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνικής  καταγωγής. Η Οδηγία, τώρα μέρος του “acquis communautaire” – το σύνολο των νόμων που διέπουν τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ορίζει ότι τα κράτη-μέλη πρέπει, μέσα σε τρία χρόνια, να προσαρμόσουν τις νομοθεσίες τους έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνουν τις αρχές της Οδηγίας κατά των διακρίσεων. Η Οδηγία απαγορεύει την άμεση ή έμμεση διάκριση στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα βάσει φυλετικής ή εθνικής καταγωγής και ισχύει για το δικαίωμα στην εργασία, στον επαγγελματικό προσανατολισμό και στις συνθήκες εργασίας, στην συμμετοχή ως μέλος σε συνδικάτα, στις κοινωνικές παροχές, στην κοινωνική ασφάλιση και ιατρική περίθαλψη, στην εκπαίδευση και στην παροχή αγαθών και υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης και της στέγασης. Η Οδηγία περιλαμβάνει στο πλαίσιο της εφαρμογής της συγκεκριμένα υπήκοους των τρίτων χωρών, παρά το δικαίωμα μιας κυβέρνησης στην διαφοροποιημένη μεταχείριση αυστηρώς βάσει νομικού καθεστώτος.
  • Άρθρο 1: Απάτριδες. Το Άρθρο 1 του νομοσχεδίου αναφέρεται  και στα πρόσωπα τα οποία στερούνται ιθαγένειας (απάτριδες). Το Human Rights Watch συνιστά εντόνως να τροποποιηθεί το Άρθρο 1(α) ώστε να δηλώνει ότι «Αλλοδαπός είναι κάθε πολίτης ο οποίος στερείται της Ελληνικής ιθαγένειας ή αυτός που δεν έχει εθνικότητα (άπατρις), σύμφωνα με την Σύμβαση για το Καθεστώς των Απάτριδων (1954)».
  • Άρθρο 5: Είσοδος Προσφύγων/Αιτούντων Άσυλο. Το νομοσχέδιο απαιτεί από τους  αλλοδαπούς που επιθυμούν να εισέλθουν στην Ελλάδα να έχουν διαβατήριο ή άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα καθώς και θεώρηση εισόδου, εφ’ όσον αυτό απαιτείται. Το Άρθρο 5(5) προβλέπει ότι σε «εξαιρετικές περιπτώσεις» οι υπηρεσίες ελέγχου διαβατηρίων μπορούν να χορηγήσουν θεώρηση εισόδου ύστερα από απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, εν τούτοις δεν γίνεται καμία συγκεκριμένη αναφορά στους πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο, πολλοί από τους οποίους αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την χώρα τους κάτω από ακραίες και επείγουσες συνθήκες με αποτέλεσμα να μην μπορούν να προμηθευτούν τα απαραίτητα έγγραφα προ της αναχωρήσεώς τους. Το άρθρο θα έπρεπε να ορίζει ότι τα άτομα με δικαιολογημένο φόβο δίωξης στην περίπτωση επιστροφής στην χώρα καταγωγής τους ή τα άτομα με ανάγκη διεθνούς προστασίας για ανθρωπιστικούς λόγους εξαιρούνται της απαίτησης τέτοιων εγγράφων. Με την εξαίρεση αυτή το νομοσχέδιο έρχεται σε συμφωνία με το Άρθρο 31 της Σύμβασης περί του Καθεστώτος των Προσφύγων (1951), το οποίο απαγορεύει την τιμωρία προσφύγων λόγω παράνομης εισόδου στην χώρα ασύλου όταν ο/η πρόσφυγας εισέρχεται απευθείας από την χώρα καταγωγής του/της και παρουσιάζεται, χωρίς καθυστέρηση, στις αρχές της χώρας προορισμού. Το άρθρο θα έπρεπε επιπλέον να αναφέρει συγκεκριμένα ότι οι αιτούντες άσυλο μπορούν να κάνουν τη σχετική αίτηση σε οποιοδήποτε σημείο εισόδου της χώρας (συμπεριλαμβανομένων και των ζωνών διερχομένων κατά το Άρθρο 6 του νομοσχεδίου)  ως προβλέπει το Προεδρικό Διάταγμα 61/1991. Επίσης, τα δικαιώματα των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο που αφορούν τα απαραίτητα έγγραφα και τις σχετικές διαδικασίες θα έπρεπε να αποσαφηνιστούν στο Άρθρο 7: Άρνηση εισόδου. Το Human Rights Watch επιπλέον θεωρεί αναγκαία την επανεξέταση του Ν 1975/1991 και του Π. Δ. 61/1991 και αν είναι αναγκαίο να ενισχυθούν ώστε να συμβαδίσουν πλήρως με την Σύμβαση Προσφύγων του 1951 και τις σχετικές Οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες.
  • Άρθρο 19: Χορήγηση Άδειας Εργασίας. Το Human Rights Watch συνιστά εντόνως να μην συνδέονται οι άδειες εργασίας με συγκεκριμένο εργοδότη ως ορίζει το Άρθρο 19 του νομοσχεδίου. Έχουμε τεκμηριωμένες περιπτώσεις σοβαρών παραβιάσεων στον τομέα εργασίας όπου υπάρχει αυτή η αποκλειστική σχέση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου. Για παράδειγμα, τον Νοέμβριο 2000 πήραμε συνεντεύξεις από πολλές γυναίκες μετανάστες οι οποίες εργάζονταν ως οικιακοί βοηθοί σε Ελληνικές κατοικίες. Πολλές γυναίκες είχαν άδεια εργασίας η οποία τους επέτρεπε  να εργάζονται μόνο για έναν εργοδότη. Όμως πολλές από αυτές είχαν υποστεί σοβαρές παραβιάσεις και παρενοχλήσεις από τους εργοδότες τους (π.χ. σωματική και προφορική παρενόχληση, περιορισμούς της ελευθερίας κινήσεως, παραβιάσεις εργατικών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων απλήρωτων μισθών, υπερωριών και κακών συνθηκών εργασίας). Οι γυναίκες αισθάνονταν ότι δεν μπορούσαν να αφήσουν αυτές τις δουλειές καθ’ότι είχαν άδεια να εργάζονται μόνο για έναν εργοδότη και φοβούνταν μήπως η χορήγηση εγγράφων για εργασία υπό άλλον εργοδότη θα ήταν αδύνατη. Σε πολλές περιπτώσεις οι εργοδότες τους είχαν κατασχέσει τα έγγραφά τους, θέτοντάς τους σε κίνδυνο απέλασης ως παράνομους μετανάστες. Συνεπώς, προτείνουμε οι άδειες εργασίας να συνδέονται με συγκεκριμένους τομείς εργασίας όπου υπάρχει επισήμως ανάγκη για μεταναστευτικό δυναμικό (π.χ. οικιακή βοήθεια) έτσι ώστε να μπορούν οι μετανάστες να αλλάζουν εργοδότη στην περίπτωση που σημειώνονται παραβιάσεις.
  • Άρθρο 28: Οικογενειακή Συνένωση. Το Άρθρο 28(1) του νομοσχεδίου ορίζει ότι οι αλλοδαποί πρέπει να κατοικούν νόμιμα στην Ελλάδα για τουλάχιστον δύο χρόνια πριν μπορέσουν να ζητήσουν την είσοδο και την εγκατάσταση στη χώρα μελών της οικογενείας τους. Το Άρθρο 12(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Νομικό Καθεστώς των Μεταναστών Εργαζομένων (1977) δηλώνει ότι η περίοδος αναμονής για πραγματοποίηση οικογενειακής συνένωσης «δεν θα υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες». Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Οδηγία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Οικογενειακή Συνένωση (Οκτώβριος 2000) επίσης υιοθετεί την δωδεκάμηνη περίοδο αναμονής. Θεωρούμε αναγκαίο και απαραίτητο να υιοθετήσει το νομοσχέδιο την χρονική περίοδο του ενός χρόνου  το μέγιστο παραμονής στην Ελλάδα μετά από την οποία να μπορούν οι μετανάστες να ασκήσουν το δικαίωμά τους στην οικογενειακή συνένωση. Όσον αφορά το Άρθρο 28(2) του νομοσχεδίου, επίσης θεωρούμε απαραίτητο  να διευρυνθεί ο κατάλογος των ατόμων στα οποία επιτρέπεται η συνένωση έτσι ώστε να είναι εγγυημένη η διατήρηση της οικογενειακής ακεραιότητας. Προς αυτόν τον σκοπό, λοιπόν, προτείνουμε να τροποποιηθεί το νομοσχέδιο ώστε  να δηλώνει ότι τα οικογενειακά μέλη του μετανάστη προς συνένωση συμπεριλαμβάνουν τον/την σύζηγό του/της ή τον/την σύντροφο σε μια σχέση η οποία επιφέρει το αποτέλεσμα του γάμου καθώς και οικογενειακά μέλη τα οποία εξαρτώνται οικονομικά ή συναισθηματικά από τον μετανάστη.
  • Κεφάλαιο Η’ – Εργασία σε Κέντρα Διασκέδασης: Κυκλώματα  Σωματεμπορείας

Το κεφάλαιο Η’ του νομοσχεδίου, ενώ είναι γραμμένο κατά τρόπο τέτοιον ώστε να αναφέρεται σε «καλλιτέχνες» και την εργασία τους σε κέντρα διασκέδασης,  επεκτείνεται στην εργασία γυναικών μεταναστών σε νυχτερινά κέντρα, μπάρ και άλλα μέρη. Ωστόσο, το κεφάλαιο δεν αναφέρει πουθενά το σοβαρό και αυξανόμενο πρόβλημα του εμπορίου εισαγωγής γυναικών και παιδιών στην Ελλάδα για εξαναγκαστική πορνεία ή εργασία. Κατά την άποψή μας, το κεφάλαιο αυτό θα έπρεπε να αναθεωρηθεί λαμβάνοντας συγκεκριμένα υπ’όψη το πρόβλημα της σωματεμπορείας. Το εμπόριο γυναικών και ο  εξαναγκασμός σε πορνεία στην Ελλάδα «έχει αυξηθεί ανησυχητικά τα τελευταία χρόνια» αλλά παρ’όλα αυτά η Ελλάδα δεν έχει κανέναν νόμο που να καθιστά την σωματεμπορεία ποινικό αδίκημα και αφορά κατά κύριο λόγο γυναίκες μετανάστες. Οι σωματέμποροι συχνά παραπλανούν τις γυναίκες ως προς τις συνθήκες της δουλειάς που θα κάνουν όταν φτάσουν στην Ελλάδα και σε μερικές περιπτώσεις οι ιδιοκτήτες των κέντρων διασκέδασης εκβιάζουν τις γυναίκες που δεν συνεργάζονται με εξαναγκαστική απέλαση και βία. Ενώ κάποιες από τις γυναίκες γνωρίζουν ότι θα δουλέψουν στην βιομηχανία του σέξ δεν γνωρίζουν και δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν ότι θα περιέλθουν σε κατάσταση δουλείας και αναγκαστικών οφειλών. Η ερευνητική αποστολή του Human Rights Watch στην Ελλάδα τον Νοέμβριο 2000 διεπίστωσε σοβαρές παραβιάσεις που αφορούσαν σωματεμπορεία. Επιπλέον διαπιστώσαμε ότι η απουσία νόμων κατά της σωματεμπορείας, σε συνδιασμό με μια βαθειά έλλειψη συντονισμού μεταξύ των κυβερνητικών οργάνων υπευθύνων για την επιβολή του νόμου, απέτυχε στο να παράσχει στα θύματα μια αποτελεσματική και συνεπή προστασία από τους σωματέμπορους και τα κυκλώματά τους, τα οποία συχνά συμπεριλαμβάνουν τα κέντρα διασκέδασης που αναφέρονται στο σχέδιο νόμου. Το Human Rights Watch θεωρεί αναγκαίο και απαραίτητο να επαναδιατυπωθεί το Κεφάλαιο Η’ έτσι ώστε να περιλαμβάνει: ρητή αναφορά στα μέτρα που θα ληφθούν κατά της σωματεμπορείας, διατάξεις που να προβλέπουν την δίωξη μεταναστών σωματεμπόρων και, συγκεκριμένα, ειδικά μέτρα προστασίας των θυμάτων της σωματεμπορείας, συμπεριλαμβανομένης και της προστασίας μάρτυρος για άτομα που θα συμφωνήσουν να καταθέσουν κατά σωματεμπόρων, της ασφαλούς επιστροφής στην χώρα καταγωγής όταν αυτό είναι εφικτό, της δυνατότητος αιτήσεως για άσυλο, και της δυνατότητος χορήγησης άδειας στα θύματα της σωματεμπορείας που έχουν υποστεί παραβιάσεις της χειρότερης φύσης στα χέρια των σωματεμπόρων να παραμείνουν στην Ελλάδα για ανθρωπιστικούς λόγους. Η  ύπαρξη τέτοιων μέτρων θα αποδείκνυε ότι η Ελλάδα συμβαδίζει με τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την καταπολέμηση της σωματεμπορείας και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων (Δεκέμβριος 2000), με την Υπουργική Απόφαση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη η οποία απαιτεί μια αυξημένη προσπάθεια στο επίπεδο του ΟΑΣΕ για την καταπολέμηση της σωματεμπορείας (Νοέμβριος 2000), και με τις παγκόσμιες προσπάθειες να ρυθμισθεί το ζήτημα αυτό μέσω της Σύμβασης περί Υπερεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος του Ο.Η.Ε. και του Πρωτοκόλλου του Ο.Η.Ε. περί Σωματεμπορείας.

  • Άρθρο 39: Χορήγηση Άδειας Παραμονής. Το Άρθρο 39(4)(β) θα έπρεπε να κάνει ρητή αναφορά στην διάταξη του Ελληνικού νόμου περί του καθεστώτος προσωρινής προστασίας των εχόντων ανάγκη διεθνούς προστασίας. Οι σχετικές διατάξεις του νόμου 1975/1991 και το Π.Δ.61/1991 τα οποία προβλέπουν το καθεστώς προσωρινής προστασίας θα παραμείνουν σε ισχύ όταν το νομοσχέδιο περί αλλοδαπών γίνει νόμος. (Βλ. επίσης γενικές συστάσεις σχετικά με την επανεξέταση της νομοθεσίας για την προστασία των προσφύγων στην Ελλάδα [Άρθρο 5]).
  • Άρθρο 41: Δικαιώματα Αλλοδαπών. Το Άρθρο 41 δηλώνει ότι «αλλοδαποί που διαμένουν νόμιμα στην ελληνική επικράτεια έχουν τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα που προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο, τις διεθνείς συμβάσεις και τις γενικές αρχές του δικαίου». Το Human Rights Watch προτρέπει εντόνως τους βουλευτές να αναγνωρίσουν ότι τα περισσότερα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως είναι διατυπωμένα στην Διεθνή Διακήρυξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (UDHR) και εγγυημένα από το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ICCPR) και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (ECHR), ισχύουν για «όλους τους ανθρώπους» ανεξάρτητα από την εθνικότητα ή το νομικό καθεστώς τους σε μια συγκεκριμένη χώρα. Έτσι, προκειμένου να ευθυγραμμισθεί με τις διεθνείς και εθνικές υποχρεώσεις της Ελλάδας, είναι αναγκαίο να αναγνωριστεί στο Άρθρο αυτό ότι όλοι οι μετανάστες – αυτοί που διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα καθώς και αυτοί με ακαθόριστο καθεστώς – απολάβουν εγγυήσεων των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τις οποίες εγγυήσεις  το Ελληνικό κράτος οφείλει να περιφρουρεί. Αυτά τα δικαιώματα περικλείουν - αλλά δεν είναι μόνο αυτά - το δικαίωμα στη ζωή, στην ελευθερία από βασανιστήρια και σκληρή, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, την απαγόρευση της δουλείας, την ασφάλεια του ατόμου, το δικαίωμα στις διαδικαστικές εγγυήσεις, την απαγόρευση της παράνομης κράτησης, το δικαίωμα στην ελευθερία άσκησης και έκφρασης του θρησκεύματος και την απαγόρευση διακρίσεων. Η ελεύθερη άσκηση αυτών των δικαιωμάτων και η προστασία κατά των παραβιάσεων των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι απαραίτητες για μετανάστες σε περιπτώσεις κατάχρησης εξουσίας/κακοποίησης εκ μέρους της αστυνομίας, ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας και κακομεταχείρισης κατά την διάρκεια κράτησης. Στις περιπτώσεις τέτοιων παραβιάσεων, κάθε μετανάστης – συμπεριλαμβανομένων και των μεταναστών χωρίς νόμιμα έγγραφα – θα έπρεπε να τυχαίνει της ολοκληρωμένης προστασίας του Ελληνικού κράτους και να μπορεί να προσφεύγει στο ποινικό δίκαιο και στα δικαστικά σώματα για τυχόν παραβιάσεις. Ωστόσο, συνήθως, οι μετανάστες που καταγγέλουν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις δημόσιες αρχές τίθενται αμέσως υπό κράτηση και απελαύνονται με την πρώτη κατάλληλη ευκαιρία χωρίς να λαμβάνονται διόλου υπ’όψιν οι καταγγελίες παραβιάσεων.
  • Άρθρο 42: Πρόσβαση στην εκπαίδευση. Αυτή η διάταξη ορίζει οι ανήλικοι μετανάστες που επιθυμούν να εγγραφούν σε δημόσιο σχολείο πρέπει να υποβάλλουν τα ίδια δικαιολογητικά με τους Έλληνες υπήκοους. Εξαιρέσεις γίνονται για πρόσφυγες, για παιδιά αιτούντων άσυλο και για όσους «προέρχονται από περιοχές στις οποίες επικρατεί έκρυθμη κατάσταση». Η απαίτηση έγκυρων δικαιολογητικών είναι ένα αποτελεσματικό εμπόδιο στην σχολική φοίτηση παιδιών μεταναστών χωρίς νόμιμα έγγραφα. Η διάταξη αυτή αποτελεί άμεση παραβίαση των υποχρεώσεων της Ελλάδας όπως ορίζεται από τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού του Ο.Η.Ε. (1989) σύμφωνα με την οποία κάθε κράτος πρέπει να λάβει μέτρα κατά των διακρίσεων σε βάρος παιδιών βάσει του καθεστώτος των γονέων τους (Άρθρο 2) καθώς και ότι κάθε κράτος πρέπει «να καθιστά την πρωτοβάθμια εκπαίδευση αναγκαστική και προσιτή σε όλους» (Άρθρο 28). Συνεπώς, οι προαναφερθείσες εξαιρέσεις θα έπρεπε να είναι πιο συγκεκριμένες και να περιλαμβάνουν τους ασυνόδευτους ανήλικους αιτούντες άσυλο, τους ανήλικους με ειδικό ανθρωπιστικό καθεστώς και τους ανήλικους υπό το καθεστώς προσωρινής προστασίας κατά το Άρθρο 25(6) του Νόμου 1975/1991.
  • Άρθρο 46: Διοικητική Απέλαση. Η διάταξη αυτή θα έπρεπε να κάνει ρητή αναφορά στην περίπτωση όπου οι μετανάστες δεν μπορούν να επιστραφούν στην χώρα τους λόγω συγκρούσεων, έλλειψης διπλωματικών σχέσεων και άλλων κωλυμάτων. Η διάταξη θα έπρεπε να προβλέπει την αναστολή της απόφασης απέλασης αλλοδαπών οι οποίοι δεν μπορούν να απελαθούν, εν αναμονή περιοδικών επανεξετάσεων των συνθηκών στην χώρα καταγωγής τους και της δυνατότητος απέλασης στο μέλλον. (Βλ. επίσης παρακάτω σχόλια στο Άρθρο 50 σχετικά με τις εναλλακτικές της κράτησης για μετανάστες που δεν μπορούν να απελαθούν).
  • Άρθρο 48: Απαγορεύσεις Απελάσεων. Αυτό το Άρθρο θα έπρεπε να απαγορεύει ρητά τις συλλογικές απελάσεις και να δηλώνει ότι κάθε απόφαση απέλασης πρέπει να εκδίδεται και να επανεξετάζεται ατομικά σε συμφωνία με τις διεθνείς αναγνωρισμένες διαδικαστικές εγγυήσεις.
  • Άρθρο 50: Χώροι Κράτησης Αλλοδαπών. Αυτή η διάταξη θα έπρεπε να δηλώνει ότι οι χώροι κράτησης αλλοδαπών πρέπει να συμμορφώνονται με τα διεθνή και εθνικά πρότυπα μεταχείρισης κρατουμένων, συμπεριλαμβανομένων των Βασικών Κανονισμών για την Μεταχείριση Φυλακισμένων του Ο.Η.Ε., των Αρχών για την Προστασία Όλων των Ανθρώπων Υπό Κράτηση και των Ευρωπαϊκών Κανονισμών Φυλάκισης. Το Human Rights Watch αισθάνεται ιδιαίτερη ανησυχία για τους μετανάστες υπό κράτηση οι οποίοι δεν μπορούν να επιστρέψουν στις χώρες τους λόγω συγκρούσεων, έλλειψης διπλωματικών σχέσεων ή άλλων κωλυμάτων. Η αόριστη κράτησή τους παραβιάζει την απαγόρευση της παράμονης κράτησης και είναι υποχρέωση της Ελληνικής κυβέρνησης να καθορίσει εναλλακτικές της παράνομης κράτησης.  Πέραν τούτου, τα δικαιώματα των αλλοδαπών υπό κράτηση πρέπει να τοιχοκολλούνται σε κάθε κέντρο κράτησης σε διάφορες γλώσσες και να εξηγούνται σε αυτούς που δεν ξέρουν να διαβάζουν. Πρέπει να αναφερθεί ότι, σε γενικές γραμμές, οι αιτούντες άσυλο δεν πρέπει να τίθονται υπό κράτηση. Οι αιτούντες άσυλο θα έπρεπε να κρατούνται μόνο κάτω από εξαιρετικές συνθήκες, κατά περίπτωση και σύμφωνα με τις Οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες περί των Κριτηρίων Εφαρμογής και των Προτύπων σχετικά με την Κράτηση Αιτούντων Άσυλο. Επίσης θα έπρεπε να δηλώνεται ότι οι υπό κράτηση αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα έχουν το δικαίωμα να επικοινωνήσουν με την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες.
  • Άρθρο 51: Ανεπιθύμητοι Αλλοδαποί. Το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης τηρεί κατάλογο «ανεπιθύμητων αλλοδαπών» στους οποίους αρνείται νόμιμη είσοδος ή διαμονή στην Ελλάδα. Τα κριτήρια βάσει των οποίων κάποιος εγγράφεται στον κατάλογο αυτόν δεν δημοσιεύονται και παραμένουν άγνωστα. Επίσης δεν φαίνεται να υπάρχει καμία επίσημη διαδικασία επανεξετάσεως μέσω της οποίας να μπορεί κάποιος που εμφανίζεται στον κατάλογο να πληροφορηθεί για τα κριτήρια ή να προκαλέσει την συμπερίληψη του ονόματός του/της στον κατάλογο βάσει παρεξήγησης ή άλλου λόγου. Όταν το Human Rights Watch συνάντησε τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης τον Νοέμβριο 2000, αυτός δήλωσε ότι όποιος είναι δυσαρεστημένος με τον συμπερίληψη του ονόματός του/της στον κατάλογο μπορεί απλά να του γράψει ένα γράμμα και αυτός θα το εξέταζε. Η διαδικασία καθορισμού και διατήρησης του Ελληνικού εθνικού καταλόγου ανεπιθύμητων αλλοδαπών πρέπει να επισημοποιηθεί και να είναι διάφανη. Συνεπώς, τα κριτήρια εγγραφής στον κατάλογο καθώς και η επίσημη διαδικασία επανεξετάσεως θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στο νομοσχέδιο. Πέραν τούτου, ο κατάλογος δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σαν εμπόδιο στο δικαίωμα ενός ανθρώπου να ζητήσει άσυλο, σύμφωνα με το Άρθρο 14(1) της Διεθνούς Διακήρυξης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα οποιουδήποτε ατόμου να υποβάλει αίτηση και να λάβει έγκριση ασύλου λόγω δίωξης. Η άρνηση εισόδου σε αιτούντες άσυλο στερεί την διεθνή προστασία τους την οποία χρειάζονται και μπορεί να αποτελέσει παραβίαση της θεμελιώδους αρχής του non-refoulement – το καθήκον των κρατών να μην επιστρέφουν κανέναν άνθρωπο σε μια χώρα όπου κινδυνεύει η ζωή ή η ελευθερία του.
  • Άρθρο 53: Κυρώσεις Δημόσιων Υπηρεσιών. Κατά το Άρθρο 53(1) του νομοσχεδίου οι δημόσιες υπηρεσίες «υποχρεούνται να μην παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε αλλοδαπούς οι οποίοι δεν έχουν θεώρηση εισόδου και άδεια παραμονής ή γενικά δεν αποδεικνύουν ότι παραμένουν νόμιμα στην Ελλάδα» και στην περίπτωση παράβασης διώκονται ποινικά και τιμωρούνται. Τα νοσοκομεία, θεραπευτήρια και οι κλινικές εξαιρούνται αυτής της απαγόρευσης σε περιπτώσεις έκτακτης εισαγωγής αλλοδαπών. Ωστόσο, αυτή η «έκτακτη εισαγωγή» δεν ορίζεται και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην παρέχεται ιατρική φροντίδα, βάσει ακαθόριστου καθεστώτος σε ανθρώπους οι οποίοι χρειάζονται τακτική φροντίδα (π.χ. έγκυες γυναίκες και παιδιά με ασθένειες που παρεμποδίζουν την ανάπτυξη) και η οποία θα αποσκοπούσε στην  πρόληψη ή στην  παρακολούθηση σοβαρών ασθενειών. Το Άρθρο 6(2) της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού του Ο.Η.Ε. (1989) απαιτεί από τα κράτη να «εξασφαλίζουν, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, την επιβίωση και ανάπτυξη των παιδιών». Το Άρθρο 24 της ίδιας Σύμβασης εγγυάται την πρόσβαση των παιδιών σε «υπηρεσίες για την θεραπεία ασθενειών και την αποκατάσταση της υγείας» και ορίζει ότι οι κυβερνήσεις «πρέπει να εξασφαλίζουν ότι κανένα παιδί δεν στερείται του δικαιώματος πρόσβασης σε κέντρα υγιεινής». Κατά συνέπεια, το Άρθρο 53 του νομοσχεδίου πρέπει να συμπεριλαμβάνει στοιχεία τα οποία θα εγγυώνται ότι οποιοσδήποτε περιορισμός στην πρόσβαση ιατρικής φροντίδας ή θεραπείας πρέπει να είναι σύμφωνος με τις εγγυήσεις του πιο θεμελιώδους από τα ανθρώπινα δικαιώματα  – το δικαίωμα στη ζωή.  Επίσης θα έπρεπε να εξαιρεί ρητά τα παιδιά από οποιονδήποτε περιορισμό στην πρόσβαση ιατρικής φροντίδας και θεραπείας. Επιπλέον, το Άρθρο απαγορεύει στα «νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου» να παρέχουν υπηρεσίες στους παράνομους αλλοδαπούς. Δεν είναι αρκετά ξεκάθαρο ποιά νομικά πρόσωπα αναφέρονται στην κατηγορία αυτή. Η διάταξη αυτή θα έπρεπε να προβλέπει ότι οι μετανάστες (οποιουδήποτε καθεστώτος) έχουν ίση πρόσβαση στο σύστημα ποινικού και δημοσίου δικαίου για πραγματική προσφυγή για εγκλήματα εναντίον τους και να προβλέπει το δικαίωμα να καταγγέλουν παραβιάσεις των εργατικών δικαιωμάτων τους (π.χ. απλήρωτους μισθούς ολοκληρωμένης εργασίας). Τέτοιες καταγγελίες θα έπρεπε να εισακούονται ενώπιον δικαστηρίου ή διοικητικής επιτροπής προτού εκδοθεί απόφαση απέλασης εναντίον κάποιου μετανάστη χωρίς νόμιμα έγγραφα.        
  • Άρθρο 56: Κυρώσεις Ιδιωτών. Αν και τα νοσοκομεία, θεραπευτήρια και οι κλινικές μπορούν να παράσχουν έκτακτη βοήθεια σε άτομα χωρίς νόμιμα έγγραφα, το Άρθρο 56 απαιτεί από τους διευθυντές ξενοδοχείων, παραθεριστικών κέντρων, κλινικών και θεραπευτηρίων καθώς και από «κάθε άλλο πρόσωπο που παρέχει με οποιονδήποτε τρόπο στέγη σε αλλοδαπό» να ενημερώνουν την αστυνομία στην περίπτωση που φιλοξενούν κάποιον αλλοδαπό. Αυτή η απαίτηση ενημέρωσης και αναφοράς θα μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο για άτομα που χρειάζονται έκτακτη στέγη ή ειδική ιατρική θεραπεία και θα μπορούσε έτσι να βάλει σε κίνδυνο την ασφάλεια και την υγεία τους. Επίσης η διάταξη αυτή έχει σοβαρές επιπτώσεις σε φιλανθρωπικές, ανθρωπιστικές και μη-κυβερνητικές οργανώσεις οι οποίες παράσχουν βασικές υπηρεσίες (π.χ. παροχή τροφής  και στέγης) στους ανθρώπους σε μειονεκτική θέση, συμπεριλαμβανομένων και των μεταναστών χωρίς νόμιμα έγγραφα. Το κράτος δεν θα έπρεπε να κατανομάζει τους ιδιώτες ως φορείς του μεταναστευτικού ελέγχου και αυτή η απαίτηση ενημέρωσης και αναφοράς θα έπρεπε να απαλειφθεί από τον νομοσχέδιο.
  • Άρθρο 57: Κυρώσεις Μεταφορέων. Η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες καθώς και πολλές μη-κυβερνητικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων και του Human Rights Watch, έχουν εκφράσει ανησυχία για την επιβολή κυρώσεων στους μεταφορείς για την μεταφορά αλλοδαπών χωρίς έγκυρα διαβατήρια και θεωρήσεις εισόδου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι ιδιωτικές εταιρίες να αναλαμβάνουν καθήκοντα μεταναστευτικού ελέγχου. Οι ιδιωτικές εταιρίες μεταφοράς υπό τον φόβο σοβαρών κυρώσεων βρίσκονται στη θέση όπου αυτοί – και όχι το κράτος – αποφασίζουν για την εγκυρότητα των εγγράφων των ταξιδιωτών. Έτσι οι υπάλληλοι εταιριών μεταφοράς λειτουργούν ως πληρεξούσιοι των υπαλλήλων συνοριακού ελέγχου και διαβατηρίων χωρίς να έχουν την υποχρέωση να προστατεύσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και χωρίς κάποια εκπαίδευση ή γνώση του μεταναστευτικού ελέγχου, ούτε  των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της προστασίας προσφύγων. Επομένως το καθεστώς των κυρώσεων των μεταφορέων έχει σοβαρές επιπτώσεις στο δικαίωμα των προσφύγων για διεθνή προστασία και στο δικαίωμά τους να ζητήσουν άσυλο. Όπως έχει αναφερθεί και προηγουμένως, πολλοί αιτούντες άσυλο εγκαταλείπουν τις χώρες τους κάτω από ακραίες συνθήκες, γεγονός το οποίο τους αναγκάζει να ταξιδεύουν χωρίς έγκυρα έγγραφα. Το Άρθρο 31 της Σύμβασης για τους Πρόσφυγες (1951) αναγνωρίζει ότι οι αιτούντες άσυλο συχνά δεν θα κατέχουν έγκυρα ταξιδιωτικά έγγραφα και απαγορεύει την τιμωρία προσφύγων βάσει παράνομης εισόδου στην χώρα ασύλου όταν ο/η πρόσφυγας εισέρχεται απευθείας από την χώρα καταγωγής του/της και παρουσιάζεται, χωρίς καθυστέρηση, στις αρχές της χώρας προορισμού. Οι κυρώσεις μεταφορέων μπορούν άρα να λειτουργήσουν ως αποτελεσματικό εμπόδιο στο δικαίωμα να εγκαταλείψει κανείς την χώρα του και να αναζητήσει προστασία από δίωξη σε άλλη χώρα. Συνεπώς το Human Rights Watch συνιστά εντόνως να παραλειφθεί το Άρθρο 57 από το τελικό νομοσχέδιο.
  • Κεφάλαιο ΙΓ’: Μεταβατικές Διατάξεις. Το Human Rights Watch αναγνωρίζει ότι οι μεταβατικές διατάξεις (δηλ. η διαδικασία νομιμοποίησης) του νομοσχεδίου θα παράσχουν την δυνατότητα σε κάποιους από τους μετανάστες χωρίς νόμιμα έγγραφα, οι οποίοι διαμένουν τώρα παράνομα στην Ελλάδα, να αποκτήσουν νόμιμο καθεστώς. Ωστόσο, αυτές οι διατάξεις περιλαμβάνουν πολλές προϋποθέσεις  - για παράδειγμα, απόδειξη συνεχούς διαμονής δύο χρόνων έως τις 15 Νοεμβρίου 2000 – τις οποίες οι περισσότεροι ακαθόριστοι μετανάστες που βρίσκονται στην Ελλάδα αυτή την στιγμή δεν πληρούν. Η Υπουργός Εσωτερικών Βάσω Παπανδρέου έχει δηλώσει δημοσίως ότι οι μετανάστες που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις «θα πρέπει απλά να φύγουν». Το Human Rights Watch αισθάνεται ότι η απαίτηση της κυβέρνησης από τους μετανάστες να φύγουν απλά από την χώρα εάν δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν την διαδικασία νομιμοποίησης δεν είναι μόνο μη-ρεαλιστική αλλά επίσης μπορεί να οδηγήσει σε παραβιάσεις στις μελλοντικές προσπάθειες της κυβέρνησης για μεταναστευτικό έλεγχο. Το Human Rights Watch, στην Παγκόσμια Αναφορά του του 2000, ανέφερε ότι η Ελληνική αστυνομία συχνά διεξήγαγε μεροληπτικές «επιχειρήσεις σκούπας» σε περιοχές όπου συγκεντρώνονται και ζούν μετανάστες, ότι έθεταν υπό κράτηση μεγάλες ομάδες αλλοδαπών – συμπεριλαμβανομένων και αυτών με νόμιμες άδειες παραμονής και αιτούντων άσυλο -  και τους διατηρούσαν σε καθεστώς κράτησης σε αστυνομικά τμήματα ή αθλητικά κέντρα, για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Μετανάστες χωρίς νόμιμα έγγραφα διώχτηκαν ομαδικά από την Ελλάδα. Σε μια συνάντηση με τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης τον Νοέμβριο του 2000, εκφράσαμε τις ανησυχίες μας για τις χωρίς διάκριση διώξεις αλλοδαπών και τις παραβιάσεις των διαδικαστικών εγγυήσεων που χαρακτηρίζουν αυτές τις επιχειρήσεις (οι οποίες, σύμφωνα με τις τοπικές μη-κυβερνητικές οργανώσεις, συνεχίζονται). Οι απαντήσεις του Υπουργού δεν ήταν ικανοποιητικές. Παραδέχτηκε ότι οι επιχειρήσεις διεξήχθησαν ακριβώς όπως ανέφεραν οι μη-κυβερνητικές οργανώσεις και ότι περίπου 2,000 Αλβανοί μετανάστες απελάθηκαν μετά από την «επιχείρηση σκούπα» τον Ιούλιο 1999. Δεν αναγνώρισε όμως την αδιάκριτη φύση των επιχειρήσεων ούτε και το γεγονός ότι οι συλλογικές απελάσεις παραβιάζουν τις ατομικές διαδικαστικές εγγυήσεις. Τον Δεκέμβριο 2000, το Human Rights Watch έστειλε ένα επείγον υπόμνημα στην Ελληνική κυβέρνηση το οποίο ανέφερε τις απαράδεκτες συνθήκες κράτησης αλλοδαπών εν αναμονή απέλασης στα Ελληνικά αστυνομικά τμήματα. Οι συνθήκες κράτησης στο κέντρο κράτησης της Λεωφόρου Αλεξάνδρας παραβίαζαν σχεδόν όλα τα διεθνή και εθνικά πρότυπα για την μεταχείριση κρατουμένων. Κατά συνέπεια, το Human Rights Watch προτρέπει εντόνως το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και το Υπουργείο Εσωτερικών να αντιμετωπίσουν το θέμα της μενατάστευσης με αυστηρό γνώμονα τις διεθνείς και εθνικές υποχρεώσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ελλάδας. Συγκεκριμένα, καλούμε να σταματήσουν οι αδιάκριτες «επιχειρήσεις σκούπας» της αστυνομίας, να προστατεύονται οι διαδικαστικές εγγυήσεις των υπό κράτηση αλλοδαπών όπως ορίζουν οι νόμοι περί αλλοδαπών, να προστατεύονται εν συνεχεία οι αιτούντες άσυλο και οι πρόσφυγες και να  εφαρμόζονται τα ελάχιστα πρότυπα μεταχείρισης αλλοδαπών κρατούμενων, συμπεριλαμβανομένης και της απαγόρευσης της παράνομης κράτησης.

Το Human Rights Watch θα παρακολουθεί την πορεία του νομοσχεδίου περί αλλοδαπών μέχρι το τελικού ψηφίσματός του στην ολομέλεια της Βουλής. Είμαστε πάντα στη διάθεσή σας.

Μετά τιμής,

Holly Cartner
Γενική Διευθύντρια
Τμήμα Ευρώπης και Κεντρικής Ασίας