error-file:TidyOut.log error-file:TidyOut.logerror-file:TidyOut.log   error-file:TidyOut.log

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ (ΑΙΜ)





This page in Greek





Η Μεταβατική Γιουγκοσλαβία
Η Εκκλησία, το Κράτος και τα Σύνορα (και το Άγιο Όρος)

Αλεξάνταρ Τσίριτς
[AIM (Εναλλακτικό Δίκτυο Πληροφόρησης) - Γραφείο Βελιγραδίου, 13/12/2000]

Η Δημοκρατική Αντιπολίτευση της Σερβίας (DOS) –στην εξουσία στην ΟΔ Γιουγκοσλαβίας, συμμέτοχος στη μεταβατική κυβέρνηση της Σερβίας– απολαμβάνει ακόμη το καθεστώς του ευνοούμενου της κοινής γνώμης και του φαβορί στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές στη Σερβία. Η φράση «απολαμβάνει ακόμη» μπορεί να διαβαστεί και να ερμηνευτεί με διάφορους τρόπους. Μία μερίδα του κοινού είναι δυσαρεστημένο με τις διαρκείς συγκρούσεις στο εσωτερικό του νικηφόρου συνασπισμού των 18 κομμάτων, ενώ άλλη μερίδα θεωρεί ότι οι δημόσιες διαφωνίες αποδεικνύουν το βάθος και τη σοβαρότητα των πολιτικών αλλαγών μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Στις φιλονικίες στο εσωτερικό του καθεστώτος Μιλόσεβιτς, σύμφωνα με τις καλύτερες μπολσεβίκικες παραδόσεις, το κοινό πάντοτε τις μάθαινε αφού είχε εκτελεστεί ο ανυπάκουος. Με αυτήν την έννοια, μία μερίδα της πολιτικής ηγεσίας και ένας ορισμένος αριθμός αναλυτών της σερβικής πολιτικής σκηνής περιμένουν με ανυπομονησία να διαλυθεί η DOS. Διότι, κατ’ αυτούς, μόνο αφού διαχωριστούν οι μοναρχικοί από τους δημοκρατικούς, οι αστικοδημοκράτες από τους εθνικοδημοκράτες, οι θιασώτες της κεντρικής διακυβέρνησης από εκείνους της αποκέντρωσης, –με άλλα λόγια όλοι εκείνοι που είχαν συσπειρωθεί αποκλειστικά γύρω από τον στόχο της ανατροπής του καθεστώτος Μιλόσεβιτς– θα είναι δυνατόν να επιδοθεί στο σοβαρό έργο της ανοικοδόμησης της χώρας σύμφωνα με τα πρότυπα που γνωρίζει η υφήλιος.

Το καίριο κίνητρο για τη δημιουργία ενός τόσο ποικίλου συνασπισμού, ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, είναι ζωντανός και, υποτίθεται, καλά στην υγεία του. Για κατοικία τους έχει επιλέξει τον «λευκό οίκο» της οδού Ουζίτσκα 15, όχι μακριά από το σπίτι που το ΝΑΤΟ βομβάρδισε πέρυσι. Δεν είναι γνωστό γιατί δεν χρησιμοποιεί το σπίτι στην οδό Τολστόγεβα 33, αν ο λόγος δεν είναι τα έργα ανακαίνισης αυτής της «οικογενειακής οικίας». Σύμφωνα με φήμες, ο Μιλόσεβιτς προστατεύεται από μια πολύ σημαντική δύναμη ασφαλείας και, σύμφωνα με την εκτίμηση της εβδομαδιαίας εφημερίδας Βρέμε του Βελιγραδίου, ο λόγος για αυτό ίσως είναι η προστασία της οικογένειας από πελάτες και οργανώσεις με τους οποίους «ασχολήθηκε με επιτυχία» ο γιος του Μιλόσεβιτς, Μάρκο, τα τελευταία αρκετά χρόνια.

Οι προσδοκίες, ότι οι νικητές θα ξεκινούσαν αμέσως μετά τις 5 Οκτωβρίου με μαζική «ανοιξιάτικη καθαριότητα του κράτους», δεν επαληθεύθηκαν, ούτε καν στο επίπεδο των συμβόλων του καθεστώτος Μιλόσεβιτς. Οι επικεφαλής του στρατού και τις υπηρεσίας κρατικής ασφάλειας, ο στρατηγός Νεμπόισα Πάβκοβιτς και ο Ράντε Μάρκοβιτς, όχι απλώς παρέμειναν στις θέσεις τους, αλλά εμφανώς έχουν εμπλακεί έντονα στην κρίση στο σερβικό νότο. Κάποια από τα συστήματα που είναι απαραίτητα για τη συντήρηση της κανονικής διαβίωσης –η παροχή ηλεκτρισμού και ρεύματος είναι αυτή τη στιγμή τα σημαντικότερα– λειτουργούν χειρότερα απ’ ότι την εποχή των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ. Οι αγώνες για αλλαγή προσώπων στις θέσεις που είναι ζωτικές για την υποδοχή της επείγουσας ξένης βοήθειας, χωρίς την οποία μόλις και μετά βίας είναι δυνατή η επιβίωση, γίνονται για λόγους, κάτι παραπάνω από εμφανείς, ιδιοτελών συμφερόντων των μελών του νικηφόρου συνασπισμού.

Η θερμή ατμόσφαιρα, την οποία προκάλεσε η επιδρομή στο έδαφος της Σερβίας απροσδιόριστου αριθμού μελών του λεγόμενου Απελευθερωτικού Στρατού του Πρέσεβο, του Μπουγιάνοβατς και της Μεντβέντια από το Κοσσυφοπέδιο, καταπραΰνει τις αντιθέσεις μόνο στις δημόσιες δηλώσεις των εκπροσώπων των γιουγκοσλαβικών αρχών. Δεν παρατηρείται κανένα απειλητικό τρίξιμο δοντιών από τις πολυάριθμες μονάδες των κάθε είδους ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας και του στρατού, ούτε και υπάρχει τελεσίγραφο των δυνάμεων του ΝΑΤΟ που φρουρούν τα σύνορα μεταξύ Κοσσυφοπεδίου και Σερβίας. Οι αμερικανικές μονάδες που έχουν την ευθύνη αυτής της περιοχής του εδάφους του Κοσσυφοπεδίου δεν έχουν κάνει τη δουλειά τους όπως θα έπρεπε· είναι ζήτημα κατά πόσον θα την κάνουν στο παραμικρό –ανήσυχες για τη ζωή και την ασφάλεια των ίδιων τους των στρατιωτών. Τις μαχητικές διακηρύξεις ορισμένων ηγετών της DOS μετρίασε ο πρόεδρος της ΟΔΓ Βόισλαβ Κοστούνιτσα, ο οποίος μετέθεσε την ευθύνη της κατάστασης στη ζώνη ασφαλείας στους ώμους του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και του ΝΑΤΟ, καθώς και –με την πρόσκληση σε διαπραγματεύσεις που απηύθυνε στον Ιμπραήμ Ρουγκόβα– στους ώμους των ηγετών των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου.

Οι κυριότεροι ηγέτες και οργανισμοί της διεθνούς κοινότητας καταδίκασαν τις «εξτρεμιστικές δυνάμεις» των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου για τα περιστατικά στην περιοχή του Μπουγιάνοβατς, ενώ ο Ιμπραήμ Ρουγκόβα απέρριψε την πρόσκληση σε συνομιλίες δηλώνοντας ότι «δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα» για αυτές. Το Συμβούλιο Ασφαλείας και το ΝΑΤΟ καταδίκασαν και αυτά τους υποκινητές του περιστατικού, αλλά την ίδια στιγμή απέφυγαν το ενδεχόμενο να τροποποιήσουν τα σημεία εκείνα της Απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας και της συμφωνίας του Κουμάνοβο, τα οποία ρυθμίζουν το ζήτημα της δικαιοδοσίας στη ζώνη ασφαλείας εύρους 5 χιλιομέτρων στο έδαφος της Σερβίας κατά μήκος των συνόρων με το Κοσσυφοπέδιο.

Μεταβιβάζοντας το πρόβλημα στους εκπροσώπους της διεθνούς κοινότητας και στις εσωτερικές έριδες των Αλβανών, μεταξύ Ρουγκόβα και Θάτσι, ο Βόισλαβ Κοστούνιτσα απηύθυνε έκκληση σε όλους τους πολιτικούς της χώρας να αυτοσυγκρατηθούν και να αποφύγουν «τις διακηρύξεις χωρίς τακτ και τις πολεμικές κραυγές», τονίζοντας ότι «δεν είναι καιρός για πόλεμο, αλλά για σοφές διπλωματικές ενέργειες», καθώς και την αναγκαιότητα ειρηνικής επίλυσης όλων των προβλημάτων. Ανάμεσα στους επιτιμηθέντες «πολεμιστές», κάποιοι αναγνώρισαν τον Ζόραν Τζίντζιτς, που θα ηγηθεί της κυβέρνησης της Σερβίας μετά τις εκλογές της 23ης Δεκεμβρίου, ενώ άλλοι κατηγόρησαν τους υποστηρικτές του καθεστώτος Μιλόσεβιτς στην αστυνομία για την αποχώρηση –για την οποία δεν δόθηκαν επαρκείς εξηγήσεις– της αστυνομίας από σημεία ελέγχου γύρω από το Μπουγιάνοβατς και για την ανακίνηση πολεμοχαρούς κλίματος που ακολούθησε.

Αντίθετα με την κατάσταση στο σερβικό νότο, το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ Μαυροβουνίου και Σερβίας έχει από καιρό υπερβεί το επίπεδο του επεισοδίου και έχει μετασχηματιστεί σε αγώνα δρόμου μεταξύ των ηγετών του Μαυροβουνίου από τη μία πλευρά και των δημοκρατικών αλλαγών στη Σερβία από την άλλη. Επίσης αντίθετα με το περιστατικό κοντά στο Μπουγιάνοβατς και το Πρέσεβο –που κάποια στιγμή προκάλεσε τη διακοπή της κυκλοφορίας στην κύρια σιδηροδρομική και οδική αρτηρία που συνδέει το Βελιγράδι με τη Θεσσαλονίκη– η διαφωνία Σερβίας-Μαυροβουνίου δεν έχει τεθεί υπό έλεγχο και δεν είναι σαφές αν θα συμβεί ποτέ αυτό.

Από την άλλη πλευρά, οι δημοσκοπήσεις μετά τον Οκτώβριο δείχνουν ακόμα καλή προαίρεση των πολιτών απέναντι στους νικητές, κατανόηση για την κατάσταση στην οποία η επίλυση ορισμένων καίριων προβλημάτων δεν μπορεί καν να ξεκινήσει πριν συσταθεί η νέα σερβική Βουλή τον Ιανουάριο 2001, αλλά και σαφή υποστήριξη για την ενωμένη (μέχρι πρότινος) αντιπολίτευση. Η ατομική δημοτικότητα των μελών της DOS ανέβηκε μετά τη νίκη στις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Φαίνεται ότι από αυτήν την άποψη το Δημοκρατικό Κόμμα Σερβίας του Κοστούνιτσα αποκόμισε τα μεγαλύτερα οφέλη. Είναι αδύνατον να βρει κανείς ακριβή στοιχεία για τον αριθμό νέων μελών του, το ίδιο και στοιχεία για τη μείωση των μελών του SPS, ανεξάρτητα από το αν η αιτία είναι η ίδρυση δύο νέων σοσιαλιστικών κομμάτων ή το ρεύμα προς το στρατόπεδο των νικητών. Όσον αφορά τα μέχρι πρότινος επίλεκτα στρατεύματα του Μιλόσεβιτς, τη Γιουγκοσλαβική Αριστερά, την ημέρα που έληξε η προθεσμία για την υποβολή καταλόγων υποψηφίων για τις εκλογές, δεν είχε καταφέρει να συλλέξει ούτε τις μισές από τις απαιτούμενες 10 χιλιάδες υπογραφές υποστήριξης.

Σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, ο Βόισλαβ Κοστούνιτσα αποφάσισε να πραγματοποιήσει ιδιωτική επίσκεψη στο Άγιο Όρος. Με αυτόν τον τρόπο οι παλιοί, αλλά ιδίως οι νέοι Ορθόδοξοι πιστοί απέκτησαν έναν ακόμη λόγο να ρέπουν προς τον νέο πρόεδρο της Γιουγκοσλαβίας, μαζί με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας που είχε υποστηρίξει ανοικτά τη DOS στις ώρες της μετεκλογικής αβεβαιότητας τον Οκτώβριο. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι στην ιδιωτική του επίσκεψη ο Πρόεδρος της ΟΔΓ συνοδευόταν, όχι μόνο από τον ομοσπονδιακό πρωθυπουργό Ζόραν Ζίζιτς, αλλά και –ούτε λίγο ούτε πολύ– από 17 ομοσπονδιακούς υπουργούς!

Αυτή η τόσο ογκώδης «συλλογική ιδιώτευση» προκάλεσε διάφορες αντιδράσεις, από την κοροϊδία με το ερώτημα μήπως «ο Βόγια (Βόισλαβ Κοστούνιτσα) είναι Αγιατολάχ», μέχρι τις υποψίες ότι η ΟΔ Γιουγκοσλαβίας διοικείται από «Ορθόδοξη φονταμενταλιστική» κυβέρνηση. Σε πολύ σοβαρότερο τόνο, αυτή η επίσκεψη αναβίωσε τις συζητήσεις για τη θέση της Εκκλησίας στη δημοκρατική Γιουγκοσλαβία. Οι προύχοντες της Εκκλησίας, προσδοκώντας ίσως κάτι σαν «αντίδωρο», επιμένουν συχνά και έντονα στην εισαγωγή της κατήχησης στα σχολεία της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και την ενσωμάτωση της θεολογικής σχολής στο Πανεπιστήμιου του Βελιγραδίου. Αφού συναντήθηκε με τον ομοσπονδιακό Υπουργό Θρησκευμάτων στις 5 Δεκεμβρίου, ο Επίσκοπος Ιγνάτιος του Μπρανίτσεβο δήλωσε σε συνέντευξη τύπου τη θέση της Εκκλησίας, ότι η κατήχηση οφείλει να είναι υποχρεωτικό μάθημα στα σχολεία, προσθέτοντας ότι αυτό δεν σημαίνει ότι θα ήταν επιβεβλημένη για όλους. Όμως, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, στην αρχή κάθε σχολικής χρονιάς οι γονείς θα δηλώνουν τη θέση τους μόνο στην περίπτωση που δεν επιθυμούν την κατήχηση των παιδιών τους. Ο αρμόδιος υπουργός εκτίμησε ότι είναι «περιττό να μιλάμε για το αν θα πρέπει η κατήχηση να εισαχθεί στα σχολεία, διότι ανήκει στη σφαίρα των ανθρώπινων δικαιωμάτων», προσθέτοντας ότι το σημαντικότερο είναι να βρεθεί κατάλληλο μοντέλο «διότι το κράτος μας είναι ένα πολυ-θρησκευτικό περιβάλλον»¨.

Οι πιο φλογεροί αντίπαλοι αυτής της πρωτοβουλίας της Εκκλησίας είναι οι μη κυβερνητικές οργανώσεις που δρουν στη σφαίρα των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ένας αρκετά μεγάλος αριθμός δημόσιων προσώπων που προειδοποιούν ότι το ζήτημα της θρησκείας είναι ιδιωτικό ζήτημα των πολιτών, και το κοσμικό κράτος είναι ένα δημοκρατικό πρότυπο το οποίο έχουμε κερδίσει εδώ και πολύ καιρό. Η μετακομμουνιστική αυτοσυγκράτηση στην καταδίκη της συμπεριφοράς της Εκκλησίας τις περασμένες δεκαετίες ή στις τελευταίες εξελίξεις περιορίζει τη σαφήνεια των θέσεων όσων αντιτίθενται. Τονίστηκαν κυρίως προβλήματα πολυ-θρησκευτικότητας και ισότητας των θρησκευμάτων και της ενδεχόμενης εισαγωγής διάφορων «κατηχήσεων».

Μια πολύ σαφέστερη απάντηση δόθηκε από το Πανεπιστήμιο: θεολογία στο Πανεπιστήμιο – πολύ καλά, αλλά υπό τον όρο ότι η Θεολογική Σχολή, το πρόγραμμα μαθημάτων και οι φοιτητές της, θα ανταποκρίνονται σε πανεπιστημιακά πρότυπα. Δεν έχει υπάρξει ακόμη απάντηση από την Ορθόδοξη θεολογική σχολή για το τι σκέπτεται σχετικά με την εκλογή και επανεκλογή για τους διδακτικούς τίτλους, την επιστημονική θεμελίωση, την επαλήθευση και την κριτική της έρευνας και τη διδακτική διαδικασία στο πανεπιστήμιο.